8/04/2018

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ (SOTIRIS PASTAKAS) - 9 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (9 POEMAS)



Μετάφραση: José Antonio Moreno Jurado

*
Είμαι αλήθεια ζωντανός ή έχει η ζωή πεθάνει;
Αναρωτιέται ο ασπρομάλλης κύριος
με το σακίδιο (δυο σώβρακα, αμέτρητα ποιήματα)
στον ώμο, (διαρκής παρακαταθήκη νεότητας)
ηγούμενος των απέλπιδων αναχωρητών
έτοιμος να σαλτάρει πρώτος τη ράμπα
(γίνονται όλο και ελαφρύτεροι
οι άντρες με τα χρόνια)

στα νυχτερινά φέρι per l’ Italia.

*
¿Estoy muerto, en verdad, o ha muerto la vida?
Se pregunta el señor de cabello blanco
con un bolso (dos calzoncillos, innumerables poemas)
sobre el hombro (permanente depósito de juventud)
abad de los anacoretas desesperados
dispuesto a saltar el primero la rampa
(los hombres, con los años,
se vuelven completamente ágiles)

de los ferris nocturnos por Italia.

7/24/2018

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ (MIJALIS PIERIS) - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)




Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: Josè Antonio Moreno Jurado)

Ο Μιχάλης Πιερής γεννήθηκε το 1952 στην Εφταγώνια της Κύπρου. Έχοντας σπουδάσει φιλολογία και θέατρο στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Σίδνεϊ, έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ερευνητικό πανεπιστημιακό θέατρο και έχει μεταφράσει, διασκευάσει και ανεβάσει επί σκηνής αρχαία, αναγεννησιακά και σύγχρονα έργα. Δημοσίευσε δεκάδες μελέτες στο χώρο της μεσαιωνικής και νεοελληνικής λογοτεχνίας και έζησε ή ταξίδεψε σε πολλές πόλεις του κόσμου, συνδυάζοντας την έρευνα και τη διδασκαλία με την ποιητική δημιουργία. Eίναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του έργο του Κ.Π.Καβάφη σε παγκόσμιο επίπεδο. Από το 1992 ζει μόνιμα στη Λευκωσία διδάσκοντας ποίηση και θέατρο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει 21 ποιητικά βιβλία (σε πρωτότυπο και σε μεταφράσεις)

Mijalis Pierís nació en 1952 en Eftagónia de Chipre. Tras estudiar Filología y Teatro en las Universidades de Tesalónica y Sídney, se ha ocupado especialmente del teatro universitario de investigación y ha traducido, ha arreglado y ha puesto en escena obras antiguas, renacentistas y contemporáneas. Ha publicado decenas de estudios en el terreno de la literatura medieval y neohelénica y ha vivido y viajado por numerosas ciudades del mundo, combinando la investigación y la enseñanza con su creación poética. Se considera como uno de los más significativos estudiosos de la obra cavafiana en nivel universal. Desde 1992, vive permanentemente en Nicosia enseñando poesía y teatro en la Universidad de Chipre. Hasta el momento ha editado 21 libros de poesía (en lengua original y traducciones).

7/14/2018

MARIO LUZI, 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traduzione: Stavros Girgenis

Φύση

Η στεριά και σ’ αρμονία μαζί της η θάλασσα
κι υπεράνω των πάντων μια θάλασσα πιο χαρωπή
χάρη στη φλόγα των σπουργιτιών τη γοργή
και τον δρόμο
της αναπαυμένης σελήνης και του ύπνου
των γλυκών σωμάτων, που ’ναι μισάνοιχτα στη ζωή και τον θάνατο σε μια πεδιάδα·
και χάρη στις φωνές αυτές που κατέρχονται
διαφεύγοντας από μυστηριώδεις θύρες κι αναπηδούν
επάνω μας ωσάν τρελά πουλιά για να επιστρέψουν
στ’ αρχέγονα νησιά τους τραγουδώντας:
εδώ μια κλίνη πορφυρή ετοιμάζεται
κι ένα τραγούδι που νανουρίζει
όσους να κοιμηθούν δεν μπορούνε-
τόσο σκληρή ήταν η πέτρα,
τόσο αιχμηρή η αγάπη.

Natura

La terra e a lei concorde il mare
e sopra ovunque un mare più giocondo
per la veloce fiamma dei passeri
e la via
della riposante luna e del sonno
dei dolci corpi socchiusi alla vita
e alla morte su un campo;
e per quelle voci che scendono
sfuggendo a misteriose porte e balzano
sopra noi come uccelli folli di tornare
sopra le isole originali cantando:
qui si prepara
un giaciglio di porpora e un canto che culla
per chi non ha potuto dormire
sì dura era la pietra,
sì acuminato l'amore.

Για τη ζωή

Φίλοι, μας περιμένει μια βάρκα και λικνίζεται
στο φως εκεί που ο ουρανός καμπυλώνει
και αγγίζει τη θάλασσα, πετούν πλάσματα τρελά ν’ αγαπήσουν
το πρόσωπο του Θεού θερμό από ελπίδα
ψηλά χαμηλά αναζητώντας
την αγάπη σε κάθε απόκρυφη απόσταση
και κλαίνε: είμαστε στη γη
αλλά θα μπορέσουμε μια μέρα να ισορροπήσουμε
κάπως να γείρουμε στη θεία αγκάλη
όπως τα ρόδα από τους τοίχους στους ευωδιαστούς δρόμους
προς το παιδί που τα αναζητά δίχως φωνή.
Φίλοι, από τη βάρκα φαίνεται ο κόσμος
και σ’ αυτόν μιαν αλήθεια που προηγείται
άφοβη, ένας ανασασμός βαθύς
από τις εκβολές προς τις πηγές.
Η Δέσποινα με μάτια διάφανα
κατεβαίνει αργά σ’ αυτούς που πεθαίνουν,
συλλέγει τη σοδειά της ζωής, τους πόνους
τους μυστικούς για χρόνια πόθους στο μουσκεμένο πρόσωπο.
Τα κορίτσια στο μαυρισμένο παράθυρο
με το βλέμμα προς τα βουνά
δεν ξέρουν πώς να πάψουν να περιμένουν το μέλλον.
Στα δωμάτια η μητρική φωνή
δίχως προέλευση, χωρίς βάθος εναλλάσσεται
με τη σιωπή της γης -είναι ωραία
και όλα μοιάζουν γεννημένα από αυτήν.

Alla vita

Amici ci aspetta una barca e dondola
nella luce ove il cielo s'inarca
e tocca il mare, volano creature pazze ad amare
il viso d'Iddio caldo di speranza
in alto in basso cercando
affetto in ogni occulta distanza
e piangono: noi siamo in terra
ma ci potremo un giorno librare
esilmente piegare sul seno divino
come rose dai muri nelle strade odorose
sul bimbo che le chiede senza voce.
Amici dalla barca si vede il mondo
e in lui una verità che precede
intrepida, un sospiro profondo
dalle foci alle sorgenti;
la Madonna dagli occhi trasparenti
scende adagio incontro ai morenti,
raccoglie il cumulo della vita, i dolori
le voglie segrete da anni sulla faccia inumidita.
Le ragazze alla finestra annerita
con lo sguardo verso i monti
non sanno finire d'aspettare l'avvenire.
Nelle stanze la voce materna
senza origine, senza profondità s'alterna
col silenzio della terra, è bella
e tutto par nato da quella.

Απρίλιος-Αγάπη

Η σκέψη του θανάτου με συνοδεύει
ανάμεσα στους δύο τοίχους ετούτου του δρόμου που ανέρχεται  
κι υποφέρει κατά μήκος των στροφών του.
Το κρύο της άνοιξης εκνευρίζει τα χρώματα,
ενοχλεί το γρασίδι, την πασχαλιά, κάνει το στουρνάρι σκληρό.
Κάτω από πανωφόρια και αδιάβροχα
κεντά τα στεγνά χέρια, στέλνει ένα ρίγος.

Χρόνος που βασανίζει και βασανίζεται, χρόνος
που σε καθάριο στροβιλισμό ανέμου φέρνει λουλούδια
ανάκατα με βάναυσα φάσματα, και καθένα τους,
καθώς αναρωτιέσαι τι να ’ναι, χάνεται γοργά
στον άνεμο και τη σκόνη.

Ο δρόμος είναι για μέρη γνωστά,
πλην ότι μη πραγματικά γεγονότα
προμηνύουν εξορία και θάνατο.
Εσύ που είσαι, εγώ που έχω γίνει-
-που πλανιέμαι σε τόσο ανεμόδαρτο τόπο-
άνθρωπος πίσω από ένα λεπτό κι αδύναμο ίχνος.

Είναι απίστευτο ότι σ’ αναζητώ σ’ αυτόν
ή σ' άλλο τόπο πάνω στη γη
όπου είναι αρκετό αν μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Ωστόσο είναι ακόμη μια εποχή, η δική μου,
που αναμένει απ’ τους άλλους
αυτό που είναι μέσα μας ή αλλιώς δεν υπάρχει.

Η αγάπη βοηθάει να ζήσουμε, να αντέξουμε,
η αγάπη εκμηδενίζει και δίνει ξεκίνημα. Κι όταν
κάνεις υποφέρει ή αδύναμα ελπίζει -αν ακόμη ελπίζει-
πως η σωτηρία από μακριά αναγγέλλεται,
μέσα του είναι, μια ανάσα αρκετή για να τον αναστήσει.
Αυτό το έμαθα και το ξέχασα χιλιάδες φορές
τώρα από σένα σε μένα γυρνά ως κάτι ξεκάθαρο,
τώρα αποκτά ζωντάνια κι αλήθεια.

Η ποινή μου είναι ν’ αντέξω και πέρα απ’ αυτή τη στιγμή.

Aprile -Amore

Il pensiero della morte m’accompagna
tra i due muri di questa via che sale
e pena lungo i suoi tornanti. Il freddo
di primavera irrita i colori,
stranisce l’erba, il glicine, fa aspra
la selce; sotto cappe ed impermeabili
punge le mani secche, mette un brivido.
Tempo che soffre e fa soffrire, tempo
che in un turbine chiaro porta fiori
misti a crudeli apparizioni, e ognuna
mentre ti chiedi che cos’è sparisce
rapida nella polvere e nel vento.
Il cammino è per luoghi noti
se non che fatti irreali
prefigurano l’esilio e la morte.
Tu che sei, io che sono divenuto
che m’aggiro in così ventoso spazio,
uomo dietro una traccia fine e debole!
È incredibile ch’io ti cerchi in questo
o in altro luogo della terra dove
è molto se possiamo riconoscerci.
Ma è ancora un’età, la mia,
che s’aspetta dagli altri
quello che è in noi oppure non esiste.
L’amore aiuta a vivere, a durare,
l’amore annulla e dà principio. E quando
chi soffre o langue spera, se anche spera,
che un soccorso si annunci di lontano,
è in lui, un soffio basta a suscitarlo.
Questo ho imparato e dimenticato mille volte,
ora da te mi torna fatto chiaro,
ora prende vivezza e verità.
La mia pena è durare oltre quest’attimo.

[Ιδού η στιγμή]

Ιδού η στιγμή,
που επιστρέφουν οι αναβάτες με τα ξίφη.
Το κενό βρίσκεται στην αρένα
και στο στέρνο των θεατών.
Επίκειται -μοίρα σκοτεινή
ή μαύρη μνήμη της σφαγής-
ο κίνδυνος στον μαινόμενο ήλιο.
Ο χρόνος καρφώνει τον εαυτό του,
τον βασανίζει κάτω από τη φωτιά
αόρατων βελών. Ω χτύπημα!
Ο κόσμος πεινά και φοβάται
τον ίδιο του τον εαυτό,
αποφεύγει και πληγώνει
το ίδιο του το σκληρό κρέας.
Συστρέφονται ο κορμός κι ο αυχένας
του ταύρου και του ταυρομάχου
Σ’ ένα σκληρό στροβιλισμό
δύναμης και ύλης…
προς δόξα ή χλεύη
του είδους μας
ή της κοσμικής υπεροψίας;

[Ecco l’ora]

Ecco l’ora,
rientrati i picadores,
il vuoto è nell’arena
e nel petto degli astanti.
Incombe, sorte oscura
o nera
memoria d’ecatombe,
l’alea
nel sole furibondo,
inchioda su se stesso il tempo,
lo escrucia sotto il fuoco
d’invisibili saette. Oh morso!
Ha fame ed ha paura
di sé il mondo,
si schiva e si confrica
la sua dura carne...
si torcono il torso e la cervice
del toro e del torero
in un duro torciglione
di forza e di materia...
in gloria od a ludibrio
della nostra specie
o della universale boria?

Πρώτη νύχτα της άνοιξης

Κάτι πεθαίνει, κάτι γεννιέται
τώρα που ένα γογγυτό της βροντής θρυμματίζει
τα ύψη της νύχτας, αιφνίδια
ανακοίνωση της άνοιξης που διακόπτει τον ύπνο ...

Γενεές επί γενεών
των ανθρώπων -η μια ηττημένη, η άλλη υψωμένη-
μέσα στην έπαρση των δεινών τους,
αιώνες βυθισμένοι στον πόνο, ο ένας μέσα στον άλλο,
σε μια συμφορά, σε ένα και μόνο σημείο
πιέζουν, συνωστίζονται, και στενάζει και
τρίζει από βάθρο σε βάθρο η γέφυρα,
η σκοτεινή προς την έσχατη αψίδα της,
και το δέντρο το απλωμένο απ’ τη ρίζα ως τον καρπό.

Το χέρι μου φέρνω πάνω στον πόνο, ακούω.
Πρώτη νύχτα της άνοιξης, φουσκώνει
και διασπά τα όρια του γίγνεσθαι και του είναι.

Prima notte di primavera

Che muore, che nasce
ora che un brontolio di tuono sgretola
l'altezza della notte, annunzio
improvviso di primavera che rompe il sonno....

Generazioni su generazioni
d'uomini chi vinto chi levato
nella fierezza dei suoi mali, età
profonde con dolore una nell'altra,
in una sofferenza, in un sol punto
premono, fanno tutte ressa, e geme
e cigola da pila a pila il ponte
oscuro verso l'ultima campata
e la pianta protesa dalla radice al frutto.

Porto la mano sulla fitta, ascolto.
Prima notte di primavere, gonfia
e lacera tra l'avvenire e l'essere.

Ετούτη η ευτυχία

Ετούτη η ευτυχία, υπεσχημένη ή δοσμένη,
μου δίνει πόνο, πόνο δίχως αιτία,
και η αιτία, αν υπάρχει, είναι αυτό το ρίγος
που ανακινεί την πολλαπλότητα μες στη μοναδικότητα,
σαν το υγρό το ταραγμένο στη γυάλινη σφαίρα
που διαβάζει ο φακίρης.
Ωστόσο λέω: είμαι ασφαλής και για σήμερα.
Ολόγυρα μάχονται πράγματα
και εικόνες που επάνω τους πέφτει ή υψώνεται ομοιόμορφη
η νύχτα ή το χιόνι της μνήμης.

Questa felicità

Questa felicità promessa o data
m'è dolore, dolore senza causa
o la causa se esiste è questo brivido
che sommuove il molteplice nell'unico
come il liquido scosso nella sfera
di vetro che interpreta il fachiro.
Eppure dico: salva anche per oggi.
Torno torno le fanno guerra cose
e immagini su cui cala o si leva
o la notte o la neve
uniforme del ricordo.

ΑΝΤΟΝΕΛΑ ΑΝΕΝΤΑ (ANTONELLA ANEDDA) -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traduzione: Stavros Girgenis

IN UNA STESSA TERRA

Se ho scritto è per pensiero
perché ero in pensiero per la vita
per gli esseri felici
stretti nell’ombra della sera
per la sera che di colpo crollava sulle nuche.
Scrivevo per la pietà del buio
per ogni creatura che indietreggia
con la schiena premuta a una ringhiera
per l’attesa marina – senza grido – infinita.
Scrivi, dico a me stessa
e scrivo io per avanzare più sola nell’enigma
perché gli occhi mi allarmano
e mio è il silenzio dei passi, mia la luce deserta
– da brughiera –
sulla terra del viale.
Scrivi perché nulla è difeso e la parola bosco
trema più fragile del bosco, senza rami né uccelli
perché solo il coraggio può scavare
in alto la pazienza
fino a togliere peso
al peso nero del prato.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΓΗ

Αν έγραψα, είναι από ανησυχία,
γιατί ανησυχούσα για τη ζωή
για τα χαρούμενα όντα,
τα στριμωγμένα στον ίσκιο του δειλινού,
για το δειλινό που κατέρρευσε ξαφνικά στον αυχένα.
Έγραψα για την ευσέβεια του σκότους
για κάθε πλάσμα που οπισθοχώρησε
με την πλάτη πιεσμένη σ’ ένα κιγκλίδωμα
για τη θαλάσσια αναμονή -δίχως κραυγή-, την άπειρη.
Γράφε, λέω στον εαυτό μου,
και γράφω για να προχωρήσω πιο μόνη στο αίνιγμα
γιατί τα μάτια με συνεγείρουν
και δική μου είναι η σιωπή των βημάτων, δικό μου το έρημο φως
-από χέρσο τόπο-
στη γη της λεωφόρου.
Γράφε, γιατί δεν προστατεύεται τίποτα και η λέξη δάσος
τρέμει πιο εύθραυστη από το δάσος, δίχως κλαδιά ή πουλιά,
γιατί μόνο το θάρρος μπορεί να σκάψει
ψηλά την υπομονή
μέχρι να αφαιρέσει βάρος
από το μαύρο βάρος του λιβαδιού.

7/08/2018

ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΡΗΓΚΙΟΛΗΣ (THEODORÍS SARINGUIOLIS) -12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)


O Θοδωρής Σαρηγκιόλης γεννήθηκε το 1956 στην Έδεσσα. Σπούδασε οικονομικά στην Α.Β.Σ.Θ. (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας). Ζει στην Έδεσσα και εργάζεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ασχολείται με την στιχουργική και στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Έχει εκδώσει τις συλλογές: O άγιος σκοπευτής (τραγούδια), Έδεσσα 1984, Το τέλος των ονομάτων (Ποιήματα 1980-1992), Παρασκήνιο 1993, Το δέρμα του χρόνου, Γαβριηλίδης 2012. 

Thodorís Saringuiolis nació en Édessa en 1956, estudió Económicas en la Universidad de Macedonia y trabaja en la Independencia Administrativa local. Textos y poemas suyos han sido editados en innumerables revistas electrónicas. Además de poemas musicados, ha editado un libro de canciones, El Santo Tirador (Édessa, 1984) y dos libros de poemas, El final de los nombres (1993) y La piel del tiempo (2012).

7/07/2018

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ (YANIS TZANETAKIS) - 7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)



METAΦΡΑΣΗ: ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΟΡΕΝΟ ΧΟΥΡΑΔΟ

Ο Γιάννης Τζανετάκης γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1956. Από το 1975 ζει στην Αθήνα, όπου σπούδασε Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες και ακολούθως δραστηριοποιήθηκε ως δημοσιογράφος στον περιοδικό τύπο. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές. Το 2002 εκδόθηκε στα σουηδικά μια επιλογή από το έργο του σε μετάφραση Γιαν Χένρικ Σβαν και Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, με τίτλο Alt är väg (Όλα είναι δρόμος). Από το 1993 είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Όνειρο

Εχτές στον ύπνο μου έγινα πουλί
ένα πελώριο έλατο
ήταν όλο δικό μου
κουδούνιζαν Χριστούγεννα
όπως πάντα χιόνιζε
η αγάπη μου τραγούδαγε
τρυφερά σαν όρθρος
Πατούσα στο κλαδί δεν ήξερα
αν ήμουνα παιχνίδι

Sueño

Ayer en mi sueño me convertí en ave
un inmenso abeto
era completamente mío
tocaban a Navidad
nevaba como siempre
mi amor cantaba
tiernamente como alba
Yo andaba por la rama no sabía
si yo era juego.

7/06/2018

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ (CRISTOS TUMANIDIS) -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)



Μετάφραση: ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΟΡΕΝΟ ΧΟΥΡΑΔΟ

      Ο Χρήστος Τουμανίδης γεννήθηκε το Μάιο του Ι952, στη Λιθαριά της Πέλλας, όπου έζησε τα πρώτα εννιά χρόνια της ζωής του. Το διάστημα 1962-1965 θα βρεθεί οικογενειακώς στη Νάουσα Ημαθίας, μια τριετία γεμάτη νέες εμπειρίες που καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του. Από το φθινόπωρο του 1965 εγκαταστάθηκε στην Αθηνά, όπου ζει και δημιουργεί. Στο μαγικό χώρο της ποίησης θα μπει δειλά-δειλά από τα δεκαεφτά του χρόνια. Σταθμός στη ζωή και την περαιτέρω πορεία του στην ποίηση υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο (1974), κοντά στον οποίο μαθήτευσε στα βαθύτερα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας. Στα γράμματα εμφανίζεται επίσημα το 1978, με τη συλλογή του ΑστάθμηταΑνήκει στη λεγόμενη Γενιά του ’70.

            Cristos Tumanidis nació en mayo de 1952 en Lithariá, de Pela, en donde vivió los primeros nueve años de su vida. Desde 1962 hasta 1965 se encuentra en Náusa de Imathía, un trienio lleno de nuevas experiencias que definirán su vida posterior. Desde el otoño de 1965 se instaló en Atenas en donde vive y crea. Al mundo mágico de la poesía entró tímidamente desde sus diecisiete años. Un punto de inflexión en su vida y en su más largo camino hacia la poesía fue su encuentro con Yanis Ritsos (1974). Junto a quien aprendió los más hondos secretos de la creación poética. Aparece oficialmente en las letras en 1978 y pertenece a la llamada Generación de los '70.