1/06/2020

Henry Alexander Gómez (Χένρι Αλεξάντερ Γκόμεθ) -5 poemas



(Bogotá, 1982)

Magister en Creación Literaria de la Universidad Central y Licenciado en Ciencias Sociales de la Universidad Distrital Francisco José de Caldas. Es director del Festival de Literatura “Ojo en la tinta”. Ha recibido diferentes distinciones, entre ellas, el Premio Nacional de Poesía Universidad Externado de Colombia, el Premio Nacional Casa de Poesía Silva y el Premio Internacional de Poesía José Verón Gormaz de España por el libro Tratado del alba (2016). Otros libros publicados: Memorial del árbol (2013), Segundo Premio Nacional de Poesía Obra Inédita; Diabolus in música (2014), Premio Nacional de Poesía Ciro Mendía; Georg Trakl en el ocaso (2018); La noche apenas respiraba (2018) Mención Honorífica Certamen Internacional de Literatura Sor Juan Inés de la Cruz; y las antologías Teoría de la gravedad (2014) y El humo de la noche rodea mi casa (2017). Es cofundador y editor de la Revista La Raíz Invertida (www.laraizinvertida.com) y docente en las universidades Central, Javeriana y La Salle.

(Μπογκοτά, 1982)

Μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή από το Κεντρικό Πανεπιστήμιο και Πτυχίο Κοινωνικών Επιστημών από το Επαρχιακό Πανεπιστήμιο Φρανθίσκο Χοσέ ντε Κάλδας. Είναι διευθυντής του Φεστιβάλ Λογοτεχνίας «Μάτι στο μελάνι». Έχει λάβει διάφορες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Εθνικό Βραβείο Ποίησης Πανεπιστήμιο Εξτερνάδο της Κολομβίας, το Εθνικό Βραβείο Σπίτι της Ποίησης Σίλβα και το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Χοσέ Βερόν Γκόρμαθ της Ισπανίας για το βιβλίο Πραγματεία της Αυγής (2016). Άλλα δημοσιευμένα βιβλία: Μνημείο του δέντρου (2013), Δεύτερο Εθνικό Βραβείο Ποίησης Αδημοσίευτο Έργο, Διάβολος στη μουσική (2014), Εθνικό Βραβείο Ποίησης Θίρο Μενδία, Ο Γκέοργκ Τρακλ στο ηλιοβασίλεμα (2018), Η νύχτα μόλις που ανέπνεε (2018), Εύφημος Μνεία στο Διαγωνισμό Διεθνούς Λογοτεχνίας  Αδελφή Χουάνα Ινές ντε λα Κρουθ, και οι ανθολογίες Θεωρία της βαρύτητας (2014) και Ο καπνός της νύχτας περιβάλλει το σπίτι μου (2017). Είναι συνιδρυτής και συντάκτης του περιοδικού Η ανάποδη ρίζα (www.laraizinvertida.com) και διδάσκων στα πανεπιστήμια Κεντρικό, Χαβεριάνα και Λα Σαλ.

Traducción: Stavros Guirguenis
Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης

LOS HUESOS DE LA BISABUELA FELISA


Aparecieron de repente, estaban metidos en un cajón de madera negra
y cargaban el aire roto de la noche.

Andaban por el camino de los años apretados a cualquier rincón de la casa.
Prima Betty los descubrió por error, buscando en el cuarto de trastes algún juguete perdido.

Susto de perros esos huesos ladrando la muerte.
Sortilegio. Oscura brujería. Asesinato en el balcón del silencio.

Fue abuela quién recordó que eran los huesos olvidados
de la bisabuela Felisa. Habían llegado décadas atrás y buscaban ser un puñado de viento,
una flor soñolienta.
Al fondo de la caja, la extraña carta del abuelo
confirmaba la noticia y reclamaba un lugar junto a su tumba.

Insólitos los ríos
que cruza la piedra después que la lluvia se extingue. Años de errar debajo de las camas,
rechinando entre sombras, auscultando la tierra,
los huesos,
la vida,
como un planeta cansado,
gritan su parte del mundo, justo ahora que exhumamos los restos del abuelo.

Allí descansan,
 los dos,
en una bóveda sin fondo,
en un osario celeste, examinando la luz.

El corazón se busca más allá de la carne.

TA ΟΣΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΓΙΑΓΙΑΣ ΦΕΛΙΣΑ

Εμφανίστηκαν ξαφνικά, ήταν βαλμένα σ’ ένα μαύρο ξύλινο κασόνι
και κουβαλούσαν τον σπασμένο αέρα της νύχτας.

Ήρθαν από το δρόμο των στενών χρόνων σε κάποια γωνιά του σπιτιού.
Πρώτη η Μπέτι τα ανακάλυψε κατά λάθος, αναζητώντας ένα χαμένο παιχνίδι στο δωμάτιο με τα παλιοπράματα.

Τρομάρα των σκύλων αυτά τα οστά γαβγίζοντας τον θάνατο.
Ξόρκι. Σκοτεινή μαγεία. Φόνος στο μπαλκόνι της σιωπής.

Ήταν η γιαγιά που θυμήθηκε ότι τα ξεχασμένα οστά ήταν
της προγιαγιάς Φελίσα. Είχαν φτάσει πριν από δεκαετίες και ζητούσαν να είναι μια χούφτα άνεμος,
ένα νυσταγμένο λουλούδι.
Στο κάτω μέρος του κουτιού, το παράξενο γράμμα του παππού
επιβεβαίωνε τα νέα και διεκδικούσε ένα μέρος πλάι στον τάφο του.

Εκπληκτικά τα ποτάμια
που διασχίζουν την πέτρα αφού σβήνει η βροχή. Χρόνια περιπλάνησης κάτω από τα κρεβάτια,
τρίζοντας ανάμεσα στις σκιές, σφυγμομετρώντας τη γη,
τα οστά,
η ζωή
σαν ένας κουρασμένος πλανήτης,
φωνάζουν για το μερίδιό τους στον κόσμο, τώρα ακριβώς που ξεθάβουμε τα λείψανα του παππού.

Εκεί ξεκουράζονται,
οι δύο τους,
σ’ έναν θόλο δίχως πυθμένα,
σ’ ένα ουράνιο οστεοφυλάκιο, εξετάζοντας το φως.

Η καρδιά αναζητείται πέρα ​​από τη σάρκα.

LA ALBERCA


Habité por años aquel estanque perdido
en medio del patio.
Alimenté el corazón del agua, el pozo sin fondo
donde tío Jaime guardaba los peces traídos desde el río.

Fui náufrago sin cielo,
árbol sumergido en la mitad de la tormenta.
Buceé el torrente de hogueras submarinas
y, como Julio Verne,
vi el relámpago de la música adentro de un pez dormido.

Navegar era mi oficio, destejer las raíces del mar,
dibujar en cartas de navegación
las líneas turbulentas de aguas ecuatoriales.

Los bajeles, el sextante,
los peces bañados en el tiempo,
boqueando el alba hasta perecer.

Mi puerto eran las manos de mi madre lavando la ropa.

Η ΠΙΣΙΝΑ

Κατοίκησα εκείνη τη χαμένη πισίνα για χρόνια
στη μέση του αιθρίου.
Έθρεψα την καρδιά του νερού, το απύθμενο πηγάδι
όπου ο θείος Χάιμε φύλαγε τα ψάρια που έφερνε από το ποτάμι.

Ήμουν ναυάγιο χωρίς ουρανό,
δέντρο βυθισμένο στο μέσο της καταιγίδας.
Βυθίστηκα στο χείμαρρο των υποβρύχιων πυρκαγιών
και, όπως ο Ιούλιος Βερν,
είδα την αστραπή της μουσικής μέσα σε ένα κοιμισμένο ψάρι.

Η ιστιοπλοΐα ήταν η δουλειά μου, ξηλώνοντας τις ρίζες της θάλασσας,
σχεδιάζοντας σε χάρτες πλοήγησης
τις ταραγμένες γραμμές των ισημερινών υδάτων.

Τα πλοία, οι εξάντες,
τα ψάρια τα λουσμένα στο χρόνο,
χάσκοντας την αυγή μέχρι να χαθεί.

Το λιμάνι μου ήταν τα χέρια της μητέρας μου που έπλενε τα ρούχα.

ARQUEOLOGÍA


Enterrar una palabra,
esconder su tumba entre las piedras.

Desenterrarla después de muchos años,
quitarle la tierra endurecida,
los restos de polvo,
el óxido,

hasta que brille como una antigua reliquia.

Colocarla en medio de la página en blanco
y estudiar su antigüedad, interpretar su pasado,
descifrar el color original,
establecer su importante papel en la historia.

Incluso admirar su dignidad de estrella olvidada.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Θάψε μια λέξη,
κρύψε τον τάφο της ανάμεσα στις πέτρες.

Ξέθαψέ την μετά από πολλά χρόνια,
αφαίρεσε τη σκληρυμένη γη,
τα υπολείμματα της σκόνης,
τη σκουριά,

μέχρι να λάμψει σαν ένα αρχαίο λείψανο.

Τοποθέτησέ την στο κέντρο της λευκής σελίδας
και μελέτα την αρχαιότητά της, ερμήνευσε το παρελθόν της,
αποκρυπτογράφησε το αρχικό χρώμα,
θεμελίωσε το σημαντικό ρόλο της στην ιστορία.

Επιπλέον θαύμασε την ξεχασμένη αστρική αξιοπρέπειά της.


ROBERTO JUARROZ


He abierto la palabra amor
y, adentro, encuentro otras palabras
que no dejan de mirarme fijamente.
Escojo una de ellas,
le hago también un orificio,
para ver más adentro en el lenguaje,
y allí encuentro una palabra
que se parece al corazón del mundo.

En medio de las dos mitades del lenguaje,
sobre la línea que separa el comienzo y el final,
comprendo que un vocablo,
más profundo
que el abismo de Dios, nos sostiene.

Todo lenguaje se contiene a sí mismo,
como toda palabra que decimos o callamos,
lleva adentro la soledad del hombre.

ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΧΟΥΑΡΟΘ

Έχω ανοίξει τη λέξη αγάπη
και μέσα βρίσκω άλλες λέξεις
που δεν σταματούν να με κοιτούν προσηλωμένα.
Επιλέγω μία από αυτές,
της κάνω επίσης μια οπή,
για να δω πιο μέσα στη γλώσσα,
και εκεί βρίσκω μια λέξη
που μοιάζει με την καρδιά του κόσμου.

Στη μέση των δύο μισών της γλώσσας,
στη γραμμή που χωρίζει την αρχή και το τέλος,
καταλαβαίνω ότι μια λέξη,
πιο βαθιά
κι από την άβυσσο του Θεού, μας στηρίζει.

Όλη η γλώσσα περιέχεται στον εαυτό της,
όπως κάθε λέξη που λέμε ή αποσιωπούμε,
φέρει εντός της τη μοναξιά του ανθρώπου.

ROBERT JOHNSON

           
Alguien dijo que fue un tañido grave, producido por el aleteo de una polilla moribunda, lo que incendió su amor por la música e impulsó su fuga de gato herrumbroso.
Acompañado sólo por su guitarra, sobre los caminos dos veces nocturnos, le arrebató su suerte a todo aquello que se desprecia.
Recorrió tabernas y pueblos, suburbios y ciudades.
Los negros se aterraban con el combate de sus bajos y su guitarra mordida por una nube de sombra.
 Se tatuó en la piel su propia leyenda —el tiempo no podía malgastarse—. Debía quebrarse las botellas directo en la garganta, seducir escorpiones, copular con pañuelos blancos, para después desaparecer en el aire.
 A setenta y ocho revoluciones por minuto concibió todo lo que debía decirse: veintinueve canciones y dos ligeras fotografías donde vemos a un bluesman tostado por los rudos soles del Delta.
 La leyenda agrega siempre que, a sus veintisiete años, mientras bebía la depresión de un vaso de whisky en el fondo de un bar, lo irrumpió un hombre que portaba una máscara del color de la noche; vestía un extraño levitón y parecía llevar a cuestas un alud de árboles deformes.
 Johnson, con un ligero movimiento de manos, le dijo:
 "Hola Satán. Sí, lo sé. Es de nuevo la hora de marcharnos"

ΡΟΜΠΕΡΤ ΤΖΟΝΣΟΝ

Κάποιος είπε ότι ήταν ένας βαρύς ήχος, που παρήγαγε το σφύριγμα ενός ετοιμοθάνατου σκώρου, αυτό που άναψε την αγάπη του για τη μουσική και ώθησε τη φυγή του σαν μια σκουριασμένη γάτα.
Συνοδευόμενος μόνο από την κιθάρα του, στους δρόμους τους δυο φορές νυχτερινούς, άδραξε την τύχη του από όλα όσα περιφρονούνται.
Περιόδευε σε ταβέρνες και χωριά, προάστια και πόλεις.
Οι μαύροι τρομοκρατούνταν από τη μάχη των μπάσων του και την κιθάρα του την δαγκωμένη από ένα σύννεφο σκιάς.
 Είχε κάνει τατουάζ στο δέρμα τη δική του ρήση -ο χρόνος δεν μπορούσε να σπαταληθεί─. Τα μπουκάλια έπρεπε να σπάσουν απευθείας στον λαιμό, να αποπλανήσει τους σκορπιούς, να συνουσιαστεί με λευκά μαντήλια και στη συνέχεια να εξαφανιστεί στον αέρα.
 Σε εβδομήντα οκτώ στροφές το λεπτό συνέλαβε όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν: είκοσι εννιά τραγούδια και δύο ελαφριές φωτογραφίες, όπου βλέπουμε έναν μπλουζίστα ψημένο από τους τραχείς ήλιους του Δέλτα.
 Ο θρύλος πάντα προσθέτει ότι στα είκοσι επτά του χρόνια, ενώ έπινε την κατάθλιψη ενός ποτηριού ουίσκι στο βάθος ενός μπαρ, εισέβαλε ένας άνθρωπος που φορούσε μια μάσκα με το χρώμα της νύχτας. Ήταν ντυμένος με ένα περίεργο φράκο και φάνηκε να κουβαλά στην πλάτη του μια χιονοστιβάδα παραμορφωμένων δέντρων.
 Ο Τζόνσον, με μια μικρή κίνηση των χεριών, του είπε:
 «Γεια σου Σατανά. Ναι, το ξέρω. Είναι και πάλι ώρα να φύγουμε».