7/08/2018

ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΡΗΓΚΙΟΛΗΣ (THEODORÍS SARINGUIOLIS) -12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)


O Θοδωρής Σαρηγκιόλης γεννήθηκε το 1956 στην Έδεσσα. Σπούδασε οικονομικά στην Α.Β.Σ.Θ. (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας). Ζει στην Έδεσσα και εργάζεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ασχολείται με την στιχουργική και στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Έχει εκδώσει τις συλλογές: O άγιος σκοπευτής (τραγούδια), Έδεσσα 1984, Το τέλος των ονομάτων (Ποιήματα 1980-1992), Παρασκήνιο 1993, Το δέρμα του χρόνου, Γαβριηλίδης 2012. 

Thodorís Saringuiolis nació en Édessa en 1956, estudió Económicas en la Universidad de Macedonia y trabaja en la Independencia Administrativa local. Textos y poemas suyos han sido editados en innumerables revistas electrónicas. Además de poemas musicados, ha editado un libro de canciones, El Santo Tirador (Édessa, 1984) y dos libros de poemas, El final de los nombres (1993) y La piel del tiempo (2012).

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΜΕΛΙ

Φεύγεις και ξανάρχεσαι από ‘ναν άλλο κόσμο,
ανάλαφρος και φωτεινός,
αφήνεις πίσω προσευχές και μεταμέλειες,
αντίδωρα και μελωδίες.

Σ’ άλλες σελίδες θ’ αποθέσεις
του χρόνου το μέλι για να γλυκάνει
της δυστυχίας το φαρμάκι.

Αυτοί που ακολουθούν θα βρούνε τα σημάδια,
θα τα φωτίσουνε.
Σαν χρονοδίφες θα χαθούν
στη μαύρη τρύπα της ιστορίας.

La miel del tiempo

Te vas y vuelves de otro mundo
ligero y luminoso,
dejas atrás plegarias y arrepentimientos,
dádivas y melodías.

En otras páginas depositarás
la miel del tiempo para endulzar
el veneno de la desgracia.

Los que siguen encontrando las señales
las iluminarán.
Se desvanecerán como deseos temporales
en el agujero negro de la historia.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟ

Τη δομή του κρυστάλλου ανάσκαψες.
Το φως τρομαγμένο
το λαβύρινθο που αντίκρισε
προσπαθεί να διαβεί.

Να ʾναι αυτό που το τρόμαξε
ή τ’ ανάδελφο μέλλον του
σ’ έναν κύκνειο τόπο;

La luz asustada

Excavaste el edificio de cristal.
La luz asustada
que vio de frente el laberinto
intenta atravesarlo.

Quizás sea eso lo que la asustó
o su futuro sin hermano
en un paisaje de cisne.

Η ΧΑΡΑ ΚΙΣΣΟΣ

Η άλλη μου φωνή σαν δάκρυ αργοπορημένο
στον απέναντι τοίχο κυλούσε.
Οι συλλαβές καρφιά στο σύρμα,
η λέξη στο λαιμό σφηνωμένη
σκούριαζε.

Εικόνες ψύχους χόρευαν͘
και η χαρά κισσός στις ίδιες πέτρες.

LA ALEGRÍA HIEDRA

Mi otra voz como lagrima lenta
se movía por la pared de enfrente.
Las sílabas, clavos en el alambre,
la palabra acuñada en el cuello
enmohecía.

Imágenes de frío bailaban;
y la alegría hiedra en las mismas piedras.
  
ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ
  
                    Μνήμη Σοφίας Γιόντη

Υγρό ζωγράφιζες το τοπίο,
τα φύλλα στρώμα μαλακό˙
ορίζοντας – περίγραμμα κλειστό,
η φύση να νεκρώνεται στο κρύο.

Της θάλασσας καμία μνήμη,
στη λαμαρίνα η σκουριά,
της ιστορίας η φυρονεριά,
καλάμι̕ ,ανάσες, παφλασμός στη λίμνη.

Και τώρα κύκνοι απορημένοι
σημάδια ψάχνουν στο νερό
κι αυτό σαν κάτοπτρο μοιάζει λερό,
το βλέμμα τους να πνίξει περιμένει.

Εδώ αλάτι δεν καρπίζει,
στην πλάβα πίσσα σκοτεινή,
της πέστροφας οι πλόες φωτεινοί,
αντίθετοι στο ρεύμα που ελπίζει.

En el lago
  
A la memoria de Sofia Yondis

Pintabas húmedo el paisaje,
las hojas como una capa blanda;
el horizonte, como círculo cerrado,
la naturaleza muriendo en el frío.

Ningún recuerdo del mar,
el óxido en la plancha de hierro,
la bajamar de la historia,
cañas, respiraciones, chapoteo en el lago.

Y ahora cisnes dubitativos
buscan señales en el agua
que parece un espejo manchado,
y espera que se ahoguen sus miradas.

Aquí no fructifica la sal,
brea oscura en la barca,
las luminosas travesías de la trucha,
contrarias a la corriente que espera

ΙΠΠΕΑΣ

Μιλούσε πάντα με σφιγμένο στόμα,
δάγκωνε θαρρείς τις λέξεις
πριν τις φτύσει σαν κουκούτσια.

Δεν χώνευε τα σκληρά κι άχρηστα πράγματα,
τα υλικά που δεν χτίζουν
τα θεωρούσε απορρήμματα,
ναι, ρήματα χωρίς ενέργεια και σκοπό.

Ζητούσε πάντα το λόγο στο τέλος,
όταν όλοι είχαν αδειάσει
αυτός αυτόματα πυροβολούσε
στην καρδιά του νοήματος,
δεινός σκοπευτής κι όμως
αστοχούσε
να πλήξει την ανία
του τακτοποιημένου χάους.

Μετεωριζόμενος μεταξύ λόγου και αλόγου
ιππεύει το δεύτερο
και χάνεται καλπάζοντας
σε τόπους χλοερούς.

Jinete

Hablaba siempre con la boca apretada,
mordía, por así decir, las palabras
antes de escupirlas como pepinos.

No aguantaba las cosas duras e inservibles,
los materiales que no construyen
los consideraba deshechos.

Siempre pedía la palabra al final,
cuando todos se habían vaciado,
él automáticamente disparaba
al corazón del concepto,
hábil tirador y sin embargo
fallaba
provocando el aburrimiento
del caos regularizado.

Quedándose en el aire entre palabra y no palabra
cabalga lo segundo
y se pierde galopando
por verdes parajes.

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ

Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα, ούτε κλωστή
κόκκινη να με κρατά στο δρόμο.

Ποιο δρόμο θα μου πεις
εσύ, που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς,
που θα ‘θελες να ζήσεις.

Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά,
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει
πάντα ένα τέλος. 

JUEGO ETERNO

Ante el mar
el azul en tus ojos.
Me sumerjo y pierdo la luz,
ni siquiera un rayo ni siquiera un hilo
rojo manteniéndome en el camino.

¿Qué camino? me dirás
tú, que te desvías, te pierdes,
y buscas puntos de partida,
una y otra vez desde el principio
sintiendo nostalgia del final,
que hubieses querido vivir.

Pero la vida es un juego para ti,
juego eterno y siempre nuevo,
produciéndote sorpresa y alegría,
cada vez en cada principio,
sin que recuerdes que existe
siempre un final.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Φωτογραφίες γύρω σου παλιές φυτρώνουν
στις γωνιές, στους τοίχους, στα συρτάρια.
Μια νοσταλγία σαν υδρατμός κολλάει στο δέρμα,
τα μάτια σου θολώνει και θαρρείς πως
ονειρεύεσαι την παιδική σου ηλικία.

Σκουπίζεις το τζάμι και περνάς στα χρόνια,
αμούστακος, παρθένος και αφίλητος.
Μιλάς πολύ με τη μνήμη και τη θερμοκρασία
με την αφή σου διατηρείς.

Όλα παλιά μα τόσο νέος γεύεσαι τον χρόνο,
που άλλοι για σένα αποταμίευσαν.

Ήρθε ο καιρός να βγεις απ’ τις φωτογραφίες,
να κατοικήσεις έξω από το πλάνο,
εσύ ο απλανής να πλανηθείς στο χώρο,
όπου οι πλάνητες χαράζουν άλλους δρόμους.

FOTOGRAFÍAS

A tu alrededor germinan viajas fotografía
en los rincones, en las paredes, en los cajones.
Una nostalgia como vapor se pega a la piel,
enturbia tus ojos y crees
que sueñas con tu infancia.

Barres el cristal y pasas a los años,
sin bigote, virgen y sin besar.
Hablas mucho con la memoria y con tu tacto
mantienes la temperatura.

Todo viejo, pero tú, tan joven, saboreas el tiempo,
que otros ahorran para ti.

Ha llegado el tiempo de salir de las fotografías,
de vivir fuera del plano,
tú, sin plano, vagando en el espacio,
en donde los planetas rayan otros caminos.

Σ’ ΕΝΑ ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ

Ο ορίζοντας δεν υπάρχει την ώρα που χάνονται  οι προοπτικές,
παρά  μόνον η άσπρη γραμμή του καραβιού
που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Ήχος πλάγιος, συνεχής,
ισοκρατεί τις σκέψεις κάτω από τη σκεπή.

Ανάμεσα στέκομαι ουρανού και γης,
σ’ ένα άπλετο φως,
που  σπάζει τις τροχιές του βλέμματος.

Βρεγμένα πόδια απλώνουν ρίζες στα υποδόρια στρώματα
της γης.

Δένδρο αιωνόβιο και σοφό!

En una inmensa luz

El horizonte no existe cuando se desvanecen las perspectivas,
únicamente la blanca línea del barco
que pasó irrevocablemente.

Sonido plagal, continuo,
equilibra los pensamientos bajo el techo.

Me quedo entre el cielo y la tierra,
en una luz inmensa
que quiebra los carriles de la mirada.

Pies mojados extienden raíces en las capas subcutáneas
de la tierra.

¡Árbol de siglos y sabio!

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΜΑΣ

Όταν βρήκες την άκρη
είχα βρει το τέλος
και η πόρτα έκλεισε
 σ’ ένα τυφλό δωμάτιο
τα μυστικά μας

NUESTROS SECRETOS

Cuando encontraste el extremo
había encontrado el final
y la puerta encerró
en una ciega habitación
nuestros secretos.

ΤΟ ΦΩΣ ΓΕΛΟΥΣΕ

Άφησα το σπίτι μου στο έλεος του χιονιού
 ν’ ασπρίζει αμετάκλητα.
Σε κάθε μου επιστροφή το φώς γελούσε
για να αποδείξει τη μύησή του
στη συνωμοσία κατά των χρωμάτων.

LA LUZ REÍA

Dejé mi casa a la piedad de la nieve
volviéndose blanca irrevocablemente
A cada regreso mío, la luz reía
para mostrar su iniciación
en la conspiración contra los colores

Η ΠΟΛΗ

Η πόλη αχτένιστη ξαπλώνει το κορμί της.
Στο νοτιά τα χέρια σταυρώνει
του ήλιου τα δώρα προσμένοντας
επιτύμβια στήλη και ηρώον,
χωρίς ονόματα και τίτλους,
μ’ αριθμούς στρατιωτικού μητρώου –
τα τετελεσμένα ατενίζει γεγονότα
βέβαιη για τον επόμενο γύρο του τροχού.

LA CIUDAD

La ciudad despeinada extiende su cuerpo.
Cruza sus manos hacia el norte
esperando los regalos del sol
-columna funeraria y sepulcro,
sin nombres ni títulos,
con números de matrícula militar-
segura de la siguiente vuelta de la rueda.

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε∙
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.

TRAPERO

Por la noche lucho con las palabras,
de día, escardo lo que quedó;
trapero, busco en la zanja
piedras preciosas.