7/24/2018

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ (MIJALIS PIERIS) - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)




Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: Josè Antonio Moreno Jurado)

Ο Μιχάλης Πιερής γεννήθηκε το 1952 στην Εφταγώνια της Κύπρου. Έχοντας σπουδάσει φιλολογία και θέατρο στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Σίδνεϊ, έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ερευνητικό πανεπιστημιακό θέατρο και έχει μεταφράσει, διασκευάσει και ανεβάσει επί σκηνής αρχαία, αναγεννησιακά και σύγχρονα έργα. Δημοσίευσε δεκάδες μελέτες στο χώρο της μεσαιωνικής και νεοελληνικής λογοτεχνίας και έζησε ή ταξίδεψε σε πολλές πόλεις του κόσμου, συνδυάζοντας την έρευνα και τη διδασκαλία με την ποιητική δημιουργία. Eίναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του έργο του Κ.Π.Καβάφη σε παγκόσμιο επίπεδο. Από το 1992 ζει μόνιμα στη Λευκωσία διδάσκοντας ποίηση και θέατρο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει 21 ποιητικά βιβλία (σε πρωτότυπο και σε μεταφράσεις)

Mijalis Pierís nació en 1952 en Eftagónia de Chipre. Tras estudiar Filología y Teatro en las Universidades de Tesalónica y Sídney, se ha ocupado especialmente del teatro universitario de investigación y ha traducido, ha arreglado y ha puesto en escena obras antiguas, renacentistas y contemporáneas. Ha publicado decenas de estudios en el terreno de la literatura medieval y neohelénica y ha vivido y viajado por numerosas ciudades del mundo, combinando la investigación y la enseñanza con su creación poética. Se considera como uno de los más significativos estudiosos de la obra cavafiana en nivel universal. Desde 1992, vive permanentemente en Nicosia enseñando poesía y teatro en la Universidad de Chipre. Hasta el momento ha editado 21 libros de poesía (en lengua original y traducciones).

Όταν ο έρωτας θα φύγει

Όταν ο έρωτας θα φύγει
θα με ξεχάσεις τόσο που σχεδόν
φοβάμαι να χαρώ αυτό που μας συμβαίνει.
Όταν ο έρωτας θα φύγει θα είναι το κενό
χώρος που θα θυμίζει φονικό.

Cuando el amor se vaya

Cuando el amor se vaya
tanto me olvidarás que casi
temo alegrarme de cuanto nos pasa.
Cuando el amor se vaya, el vacío será
un espacio que hará recordar a un asesino.

Η λέξη «σαγαπώ»

Λέγοντας τη λέξη «σαγαπώ»
δεν λέγω απλώς αυτή τη λέξη.
Γι’ αυτό σιωπώ. Πώς να σου πω
αυτή τη λέξη χωρίς να είναι
η λέξη «σαγαπώ». Πώς να σου πω
τη λέξη «σαγαπώ» χωρίς να είναι
σαν κι αυτές που κάθε μέρα
μαστροποί τις μαγαρίζουν.

Γι’ αυτό σιωπώ.

Γιατί αν πω τη λέξη «σαγαπώ»
λέγω πως πια δεν είμαι εγώ
κι εσύ δεν είσαι πια εσύ
κι ο κόσμος γύρω πια
δεν είναι πια ο ίδιος.

Αυτό θα πει η λέξη «σαγαπώ».

La palabra “te amo”

Al decir la palabra “te amo”
no estoy diciendo sencillamente esa palabra.
Por eso guardo silencio. Cómo decirte
esa palabra sin que sea
la palabra “te amo”, sin que sea
como aquellas que a diario
cocinan los alcahuetes.

Por eso guardo silencio.

Porque si digo la palabra “te amo”
estoy diciendo que ya no soy yo
y tú ya no eres tú
y el mundo de alrededor ya
no es ya el mismo.

Eso querrá decir la palabra "te amo".

Ο ποιητής κι η πέτρα

Ψάχνοντας απ’ το πρωί μια λέξη τεσσάρων
συλλαβών και νά ’ναι παροξύτονη.
Μόνο μ’ αυτή θα έκλεινε το ποίημα, καθώς
χαλούσε ο ρυθμός σε κάποιο στίχο.

Όπως ξερολιθιά που δεν μπορεί
να κλείσει, ή τοίχος πέτρινος,
αν δεν βρεθεί η τελευταία
πέτρα που εφαρμόζει στη δομή,
να κλείσει αρμονικά το κτίσμα.

Έψαχνε απ’ το πρωί, τη βρήκε τα μεσάνυχτα.

Δεν ήταν κόπος, ταξίδι μες τα λεξικά
της ηδονής ψάχνοντας για τις λέξεις
που είχαν αυτές τις συλλαβές,
αυτό τον τόνο. Μα έπρεπε να έχουν
και το χρώμα, τον ήχο, την υφή
που αναζητούσε για να υπηρετηθεί
το αίσθημα. Nα γίνει λέξη σώμα.

με το κτίσμα.

El poeta y la piedra

Buscando desde por la mañana una palabra
de cuatro sílabas y que sea paroxítona.
Sólo con ella cerraría el poema, porque
el ritmo se descomponía por algún verso.

Como muros de piedra que no es posible
cerrar, o pared de piedra,
si no se encuentra la última piedra
que se adapte a la construcción,
para cerrar armónicamente el edificio.

Buscaba desde por la mañana, la encontró a media noche.

No era esfuerzo, viaje entre diccionarios
del placer, buscando palabras
que tuvieran esas sílabas,
ese tono. Pero debían tener
también el color, el sonido, la textura
que pedía para servir
a la sensación. Para que fuese palabra cuerpo

con el edificio.

Σπαράγματα από ένα σονέτο

Μισεύω από την Κύπρο δίχως λύση
τόσες φορές τόσους αιώνες ίδιος δρόμος.
Με τόση λύπη φορτωμένος έρχομαι στη δύση
απ’ την Ανατολή. Σαρακηνών ο νόμος

μ’ έδιωξε στα χίλια τετρακόσια. Σε πλοίο
της Γαληνότατης μπήκα στα χίλια εξακόσια
απ’ τους Οθωμανούς διωγμένος. Σε κρύο
σε ζέστη, σε βροχή ταξίδεψα για τρεις αιώνες

κι έφτασα στο Παρίσι σ’ ένα Boeing.
Καλοκαίρι του εβδομήντα τέσσερα.
Σαν θάνατος ο χωρισμός. Έρωτας

που φεύγει και ζεις σαν σώμα
πεθαμένο. Ωσάν δεκατετράστιχο
με δίχως ρίμα. Σονέτο σκοτωμένο.

Desgarros de un soneto

Emigro de Chipre sin solución
tantas veces tantos años el mismo camino.
Cargado con tanto dolor vengo a Occidente
desde el Oriente. La ley de los sarracenos

me expulsó en mil cuatrocientos. Entré
en el barco de la Serenissima en mil seiscientos
perseguido por los Otomanos. Con frío
con calor, con lluvia, viajé durante tres siglos

y llegué a París en un Boeing.
Verano del setenta y cuatro.
La separación fue como muerte. Amor

que huye y vives como cuerpo
muerto. Como estrofa de catorce versos
sin rima. Soneto muerto.

Γυρισμός ξενιτεμένου

Μπήκα στο σπίτι απ’ την αυλή
εκεί που αναπαύονταν τα ζώα.
Άκουσα τις φωνές από πολύ μακριά.
Ψίθυροι αχνοί από τον Κάτω Κόσμο.

Άγρια χόρτα ψήλωναν
μου ’φτάναν ως τη μέση.
Κούμνες πιθάρια και σταμνιά
στεκάμενα και παραπονεμένα.

Σπίτι τυφλό κι ο φούρνος γέρημος
και σκοτεινός. Εκεί που φούρνιζαν
πινακωτές ψωμί, τάβλες ποξαματούθκια.

Μες στο παλάτι κοίταξα ένα γύρο.
Σκόνη της απουσίας με κάλυψε
με χτίζει ως την ψυχή.

Φίλος σκαλίζει τα παλιά
πράγματα δίχως να βλέπει το λευκό
ξάσπρισμα του θανάτου.

Ας πέσουν όλα στη βαριά σιωπή.
Να γίνουν στίχοι-κόκαλα
και μουσική. Μες στον αέρα.

Μόλις που πρόλαβα να πω και σφύριξε το φίδι.
Ακλούθησα για να το δω
και μπήκα μες στο σώσπιτο.

Μες στο σκοτάδι γυάλιζαν τα μάτια των νεκρών.

Regreso del emigrado

Entré en la casa por el patio
en el que descansaban los animales.
Escuché las voces desde muy lejos.
Débiles murmullos del Mundo Inferior.

Hierbas salvajes se alzaban
me llegaban a la cintura.
Cántaras, vasijas y jarras
erguidas y dolientes.

Casa ciega y el horno solitario
y oscuro. Allí donde horneaban
tablillas de pan, planchas de bizcochos.

En el palacio miré a mi alrededor.
Polvo de ausencia me cubrió
me tabica hasta el alma

Un amigo revuelve las antiguas
cosas sin ver la blanca
decoloración de la muerte.

Que todo caiga en el grave silencio.
Que se convierta en verso-hueso
y música. En el aire.

Apenas llegué a decirlo y silbó la serpiente.
Continué para ver
y entré en el interior.

En la oscuridad brillaban los ojos de los muertos.