7/06/2018

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ (CRISTOS TUMANIDIS) -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)



Μετάφραση: ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΟΡΕΝΟ ΧΟΥΡΑΔΟ

      Ο Χρήστος Τουμανίδης γεννήθηκε το Μάιο του Ι952, στη Λιθαριά της Πέλλας, όπου έζησε τα πρώτα εννιά χρόνια της ζωής του. Το διάστημα 1962-1965 θα βρεθεί οικογενειακώς στη Νάουσα Ημαθίας, μια τριετία γεμάτη νέες εμπειρίες που καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του. Από το φθινόπωρο του 1965 εγκαταστάθηκε στην Αθηνά, όπου ζει και δημιουργεί. Στο μαγικό χώρο της ποίησης θα μπει δειλά-δειλά από τα δεκαεφτά του χρόνια. Σταθμός στη ζωή και την περαιτέρω πορεία του στην ποίηση υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο (1974), κοντά στον οποίο μαθήτευσε στα βαθύτερα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας. Στα γράμματα εμφανίζεται επίσημα το 1978, με τη συλλογή του ΑστάθμηταΑνήκει στη λεγόμενη Γενιά του ’70.

            Cristos Tumanidis nació en mayo de 1952 en Lithariá, de Pela, en donde vivió los primeros nueve años de su vida. Desde 1962 hasta 1965 se encuentra en Náusa de Imathía, un trienio lleno de nuevas experiencias que definirán su vida posterior. Desde el otoño de 1965 se instaló en Atenas en donde vive y crea. Al mundo mágico de la poesía entró tímidamente desde sus diecisiete años. Un punto de inflexión en su vida y en su más largo camino hacia la poesía fue su encuentro con Yanis Ritsos (1974). Junto a quien aprendió los más hondos secretos de la creación poética. Aparece oficialmente en las letras en 1978 y pertenece a la llamada Generación de los '70. 


ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

Δευτέρα πάλι, και η πόρτα του απογεύματος
πάλι κλειστή.
Πότε να δεις τα δέντρα• ολοένα ξεμακραίνουν.
Αδειάζει η αυλή .
Το κελάηδημα στο κλουβί μια πληγή.

H Κυριακή δε φτάνει!

H καρέκλα πλάι στο παράθυρο. 
Μες στο δωμάτιο αρχίζει και τελειώνει ο δρόμος.
Γέρνουν ξανά οι ώρες.
Η βουή πέρα απ’ τη μάντρα και οι φωνές του Σταδίου
– μια στιγμή που δακρύζουν αλλιώς τα παιδιά.

Γρήγορα που νυχτώνει, αχ, η Κυριακή!

Σαν έρχεται η Δευτέρα
                              στενεύεις πιότερο.
Ένα γυμνό μαχαίρι η μέρα. Κι ο φόβος –
μη μιλήσεις μη διαμαρτυρηθείς.
Παντού σε βλέπουν.

Πού να βρεις μια στιγμή
                                να συμφιλιώσεις τα χέρια σου;

                                                                                            (Αστάθμητα, 1978)

INCLUSIÓN

Lunes otra vez y la puerta de la tarde
de nuevo cerrada.
¿Cuándo verás los árboles? Se alejan continuamente.
El patio se vacía.
El gorjeo en la jaula es una herida.

¡No llega el domingo!

La silla junto a la ventana.
En la habitación comienza y termina la calle.
Pasan de nuevo las horas.
El ruido más allá del redil y las voces de Estadíu
en un instante en que lloran los niños de otra forma.

¡Qué rápidamente anochece, ay, el domingo!

Cuando viene el lunes
te sientes más incómodo.
El día, un cuchillo desnudo. Y el miedo.
No hables, no protestes.
Te ven por doquier.

¿Dónde encontrar un instante
para reconciliar tus manos?


ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Όταν τελειώνουν οι λέξεις, λέει
μένουν τα χέρια• η σιωπή τους.
Μένει εκείνο το άναρθρο βλέμμα,
λίγο πριν ή λίγο μετά
το ανεπανόρθωτο.
                              Τότε εσύ
αλλάζεις όνομα και πρόσωπο, λέει
θυμίζεις τ’ αγάλματα.

                                                    (Αστάθμητα, 1978)

CAMBIO

Cuando terminan las palabras, por así decir,
quedan las manos: su silencio.
Queda aquella mirada inarticulada,
poco antes o poco después
lo irremediable.
   Entonces tú
cambias de nombre y de rostro, por así decir,
te pareces a las estatuas. 

AΝΤΙΘΕΤΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Παράθυρα φωτεινά και παράθυρα σκοτεινά.
Καληνύχτα.

Έριξα την τελευταία σιωπή μου στην άσφαλτο,
τυλίχτηκα τα σκοτάδια μου κι ανηφόρισα.

Καληνύχτα πλατείες και αγάλματα!

Κάποτε, πάνω σε πέτρες γυρτές 
ακουμπήσαμε τη ζωή μας 
κι εκείνες 
               βυθίστηκαν.
Θυμάμαι το χέρι σου μες στο σούρουπο,
όταν απλώθηκε να μ’ αγγίξει 
και δε μ’ άγγιξε.
Όταν το τρένο διέσχισε το δωμάτιο 
σφυρίζοντας παλιούς χωρισμούς.

Τα δάκρυα σου θυμάμαι,
λιωμένο γυαλί στις παλάμες μου.
Δεν ήξερα τι σχήμα να δώσω στη θλίψη σου,
ποια στάση στα χέρια μου!
Τα μάτια σου, τα βαθιά  πηγάδια
απ’ όπου αντλούσα τις Κυριακές μου, θυμάμαι.

Καληνύχτα χέρια και πρόσωπα που αγάπησα.

Τώρα που το φεγγάρι 
                       ρίχνει στα τζάμια 
τη στάχτη του,
οραματίζομαι τους Γαλαξίες.
Τις βροχές τις γεμάτες ποιήματα.
Τις επουλωμένες πληγές των ανθρώπων.

Καληνύχτα λοιπόν περασμένες σιωπές.
                                                                                             
                                                                     (Η ώρα του λιμανιού, 1987)

DESPEDIDAS OPUESTAS  

Ventanas iluminadas y ventanas oscuras.
Buenas noches.

Arrojé mi último silencio al asfalto,
envolví mi oscuridad y subí.

¡Buenas noches, plazas y estatuas!

A veces, sobre piedras curvadas
apoyamos nuestras vidas
y se hundieron.

Recuerdo tu mano en el ocaso,
cuando se extendió para tocarme
y no me tocó.
Cuando el tren hendió la habitación
silbando viejas despedidas.

Recuerdo tus lágrimas,
cristal derretido en las palmas de mis manos.
¿No sabía qué forma dar a tu tristeza,
qué postura a mis manos!
Recuerdo tus ojos, pozos profundos,
de donde sacaba mis domingos.

Buenas noches, manos y rostros que amé.

Ahora que la luna
arroja a los cristales
su ceniza,
contemplo las galaxias.
Las lluvias llenas de poemas.
Las heridas cicatrizadas de los hombres.

Buenas noches, entonces, silencios pasados.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ

Αυτό το απόγευμα θα μείνει στα χαρτιά.
Μια λέξη, ένας στεναγμός ή 
στάση αθανασίας, όπως λεν.

Θα μείνει και θα μείνεις
μέσα στη φυγή,
σαν να μην έφτασε ποτέ.
Όπως τόσα και τόσα απογεύματα,
στη Λιθαριά, στη Νάουσα, στα Σούσα.
«Άκου απ' το βάθος των ετών τη μουσική!»

Τώρα, γείρε λιγάκι το κορμί,
έτσι καθώς γέρνουν τα δέντρα στο νερό,
καθώς γέρνουν οι ώρες και οι δρομείς.
Ωραία!
«Θα έμαθες φαντάζομαι τον θάνατο– του ποιητή,
αλλά, τι λέω, πεθαίνουνε οι ποιητές;»

Λίγη ανάμνηση ουρανού εδώ,
κάτι σαν λιόγερμα θριάμβου, ναι.
– Πόσο  είχες αλήθεια κουραστεί να περιμένεις  – .
«Έτσι γίνεται  πάντα ή σχεδόν. Να μένουμε
με τη μεγάλη προσδοκία».
       Τα μάτια τώρα
προς τη νύχτα που θα’ ρθει,
στο άστρο που τρεμοπαίζει.
Ακίνητος λοιπόν! Κυρτός.
Να φαίνεται πως κουβαλάς στην πλάτη 
το βουνό με πάνω του τα νέφη.
«Ποιος γνέφει;». Απάντησέ του, έχεις καιρό.
Η κίνησή σου μόνο να’ χει όλες τις εκδοχές.
Έτοιμος; Σκέψου τ’ αγάλματα, τα πουλιά,
το αύριο! Ευχαριστώ.

Μέσα σ' αυτήν την τελική αιχμαλωσία,
ίσως να μην νυχτώσει.
Όπως δε νύχτωσε ποτέ μες στα τραγούδια.

(Ήτανε Κυριακή θα λες, κι έκανα σχέδια για το καλοκαίρι).

                                                                           (Αντίστιξη των άστρων 1997)

GUÍAS PARA UNA FOTOGRAFÍA

Esta tarde quedará en los papeles.
Una palabra, un suspiro o
postura de inmortalidad, como dicen.

Quedará y quedarás
en la huida,
como si nunca hubiese llegado.
Como tantas y tantas tardes,
en Lizariá, en Náusa, en Susa.
“Escucha al fondo la música de los años”.

Ahora, gira un poco el cuerpo,
así, como giran los árboles hacia el agua,
como giran las horas y los caminos.
¡Hermosamente!
“Aprenderás, imagino, la muerte del poeta,
pero ¿qué estoy diciendo? ¿mueren los poetas?”

Aquí, un pequeño recuerdo de cielo,
algo parecido al ocaso del triunfo, sí.
¡Verdaderamente cuánto te cansaste de esperar!
“Así sucede siempre, o casi. Quedarnos
con la inmensa espera”.  
Los ojos ahora
hacia la noche que vendrá,
hacia el astro tembloroso.
¡Inmóvil, entonces! Encorvado.
Que parezca que cabalgas en el lomo
de la montaña con nubes en su cima.
“¿Quién hace señas?” Respóndele, tienes tiempo.
Que tu movimiento tengo sólo todas las acepciones.
¿Dispuesto? ¡Piensa en las estatuas, las aves,
el mañana! Gracias.

En este perfecto cautiverio
quizás no anochezca.
Como no anocheció jamás en las canciones.

(Era domingo, se diría, y hacía planes para el verano)

ΩΔΗ ΣΕ ΕΝΑ ΨΥΓΕΙΟ

Α! ιδιωτική πολική νύχτα,
δίχως όνειρα και δίχως ουρανό.
Νύχτα αμμωνίας και φρέον.
Νύχτα λευκή.

Πλάστηκες μόνο και μόνο
για να υπενθυμίζεις τον θάνατο.
Το νικημένο δήθεν χρόνο.
Τι λόγια να βρω για να σε τραγουδήσω!

Ω! κατακόρυφο ομιχλώδες τοπίο.
Τον εύρωστο άνεμο και τ’ ανθισμένο κλαδί,
την ευλογία της κλώσας, εσύ
ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Στέκεις εκεί στη γωνιά σου
ακρωτηριασμένο θηρίο,
στόμα δίχως δόντια που
αδιάκοπα καταβροχθίζει ηλεκτρόνια.

Συντηρητή εσύ της αγωνίας μας.

Κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα σου,
βλέπω τη ματαιότητά μου.

Ω, μνήμη του μηδενός!
Μνήμα του ζώου που σφάχτηκε στα σκοτεινά.
Κουτί των οραμάτων μιας κότας
                           πλάι στα παγωμένα αυγά της.
Δεν είσαι παρά, 
συνονθύλευμα μετάλλου και μυαλού.

Συμπιεσμένο ως τη σιωπή τραγούδι είσαι.
Οδυνηρή λευκότητα του μαύρου.

                                                             (Αντίστιξη των άστρων 1997)

ODA A UN REFRIGERADOR

¡Ah! privada noche polar,
sin sueños y sin cielo.
Noche de amoníaco y freón.
Noche blanca.

Fuiste creado únicamente
para recordar a la muerte.
Este tiempo vencido.
¿Qué palabras encontrar para cantarte?

Oh, nebuloso paisaje de las cimas.
Tú jamás conocerás
el vigoro viento y la rama florecida,
la bendición de la incubación.

Te quedas allí en tu rincón
fiera desmembrada,
boca sin dientes que
devora sin interrupción electrones.

Conservador, tú, de nuestra agonía.

Cada vez que abro tu puerta
veo mi vanidad.

¡Oh, recuerdo de la nada!
Tumba del animal que fue degollado en la oscuridad.
Cajita de las visiones de una gallina
junto a sus huevos helados.
Eres únicamente
un relleno de metal y cerebro.

Eres canción comprimida hasta el silencio.
Dolorosa blancura del negro.

ALBERT CAMUS 

(Ο Επαναστατημένος Σύντροφός μας) 

Κάθε εποχή έχει τα δέντρα της, 
τα δικά της τσεκούρια. 
Κάθε χειμώνας κλείνεται σε μιαν άνοιξη. 
Στ’ ανεπίδοτα γράμματα, ναι. 
Και η φυγή μας; 
Φαίνεται πως είναι ο άλλος ερχομός. 
Ο τελικός. 

Όμως η δική σου αιφνίδια φυγή, ακόμα με πληγώνει. 

«Albert! Albert!» 
Τα μεσημέρια του Οράν, του Παρισιού οι νύχτες, 
και οι δικές μας Καρυάτιδες ώρες, 
σε καλούν. Δεν θα ’ρθεις; 

Οι δρόμοι που άνοιξες εσύ, 
οι δρόμοι αυτοί σε πήραν. 
Φίδια του πεπρωμένου. 
Παγερά ποτάμια, που εκβάλλουν στο σπίτι μου. 

Κάθε πορεία προς τα εμπρός, έχει τον θάνατό της, λέω. 
«Έχει το αντίδοτο του θανάτου», φωνάζεις εσύ! 

Ποια εποχή αλήθεια ξημερώνει; 

Σε όλους τους τροχαίους θανάτους∙ είσαι παρών. 
Στις σημαίες που ξεδιπλώνονται πάλι. Είσαι παρών. 
Στις γεμάτες ποίηση αμφιβολίες μας, Albert 
θα είσαι πάντοτε παρών. 
Μοναδική, ακραία παρουσία μες στο μέλλον.                                                                                                                  

                                                                             (Αντίστιξη των άστρων 1997)
ALBERT CAMUS
(Nuestro compañero revolucionario)

Cada época tiene sus árboles,
sus propias hachas.
Cada invierno se encierra en una primavera.
En cartas no remitidas, sí.
Y ¿nuestra marcha?
Parece que es la otra llegada.
La definitiva.

Sin embargo, tu marcha repentina aún me hiere.

“¡Albert! ¡Albert!”
Los mediodías de Orán, las noches de París,
y nuestras cariátides durante horas
te están llamando. ¿No vendrás?

Los caminos que abriste, 
esos caminos te llevaron.
Víboras del destino.
Ríos helados que desembocan en mi casa.

Cada paso hacia adelante tiene su muerte, digo.
“Tiene el antídoto de la muerte”, dices tú.

¿Qué época, en verdad, amanece?

En todas las muertes rodadas estás presente.
En las banderas incluso que se despliegan. Estás presente.
En nuestras dudas llenas de poesía, Albert,
Siempre estarás presente.
Solitaria, extrema presencia en el futuro.

ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

Κι έπειτα, ο κύκλος ο μικρός
το φωτεινό μηδέν που δίνει υποσχέσεις:
«Σκύψε να δεις το αόρατο που σπαρταράει εντός σου».
Μες στο φακό
– στο δέρμα και στο αίμα σου –
χίλιες φορές μεγεθυμένο το ελάχιστο.
Εκείνο που έρχεται από μακριά σαν αναπότρεπτο.
Αυτό που είσαι δηλαδή και δεν το ξέρεις.
Μικρόβια του σύμπαντος σε κατοικούνε, δες!
Αόρατοι κανίβαλοι διαρκώς  –και μετά θάνατον–
                                                 θα σε διεκδικούνε.

«Φως μαύρο, φως αγγελικό
φώτισε τούτη τη στιγμή που είναι η ζωή μου!»
                                                                                       (Ανέκδοτο)

AL MICROSCOPIO

Y, después, el pequeño círculo,
la nada luminosa que hace promesas:
“Inclínate a ver lo invisible que se agita en tu interior”
En el foco
-en tu piel y en tu sangre-
mil veces agrandado lo mínimo.
Lo que viene de lejos como inevitable.
Es decir, lo que eres y no lo sabes.
¡Mira, te habitan microbios del universo!
Caníbales invisibles continuamente -incluso tras la muerte-
te reivindicarán.

“¡Luz negra, luz angelical,
ilumina este instante que es mi vida!

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ

Τα ωραία πράγματα, οι στοχασμοί
γεννιούνται κάποτε μες στη βουή των δρόμων.
Εκεί που τρέχεις να προφτάσεις:
την Τράπεζα,
                     το λεωφορείο
                                           τον Αχέροντα.
Εκεί όπου, ξάφνου, η διάβαση γίνεται γκρεμός.
Για μια στιγμή μονάχα.
Αν είσαι έτοιμος–  θα διασωθείς.
Σε μια γραμμή, σ’ έναν ρυθμό, στις ξεχασμένες λέξεις.

Σ’ εκείνη την πολύβουη σιωπή που γίνεται τραγούδι.
                                                                                        (Ανέκδοτο)
SI ESTÁS PREPARADO

Las cosas hermosas, los pensamientos
nacen un día en el ruido de las calles.
Allí, a donde llegas corriendo:
al banco,
    al autobús, 
al Aqueronte.
Allí en donde, de pronto, el paso se hace abismo.
Sólo por un instante.
Si estás preparado, te salvarás.
En una línea, en un ritmo, en las palabras olvidadas.

En aquel tumultuoso silencio que se vuelve canción.