7/01/2018

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΒΑΤΑ -5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Η Δήμητρα Κουβάτα γεννήθηκε στο Βελεστίνο. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργάζεται  ως καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματά της και μικρά πεζά, έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, ανθολόγια, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Το 2017 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή «Σκυλί δεμένο» από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.


Οικιακή οικονομία
Θεωρητικά,
σίγουρα το είχε διδαχτεί,
αλλά στην πραγματικότητα
ήταν ανυποψίαστη
ότι τα όνειρα είναι
κυρίως
σχολαστικοί αριθμομνήμονες,
ορκωτοί λογιστές στους ισολογισμούς,
αδέκαστοι
και στην απόδοση των κεφαλαίων.

Μικρή
έκπληκτη διαπίστωνε ότι
η μάνα της ήξερε
κάθε στιγμή επακριβώς
πόσα ζευγάρια κάλτσες
πόσα πιάτα
είχε για πλύσιμο.

Μη μου μαθαίνεις να μετρώ με αριθμούς.
Μάθε με να λογαριάζω με μέρες αδειανές από αγάπη.

Μετά
άρχισε κι αυτή
να λογαριάζει και ν΄ απαριθμεί
στους πόσους μήνες ο πόθος γεννάει οικειότητα
στα πόσα μου να κάνω το παιδί
από πότε έχω να πλύνω τις κουρτίνες.

Και τώρα πώς
να μην παραδεχτεί ότι
τις νύχτες
τα όνειρα
με μνήμη τραπεζικού λογαριασμού
ελέγχουν
και καταμετρούν μέχρι κεραίας
ποσό κατάθεσης – ποσό ανάληψης,
κοστολογούν
και στρογγυλοποιούν αλάνθαστα.

Άτοκη εν τέλει
η κατάθεση ζωής.
Καμία απόσβεση. Κανένα απόθεμα ψυχής.
Χώρια οι κρατήσεις.

Πώς να διδάξει  τώρα
αυτή
στην κόρη της
την οικιακή οικονομία;

Comme il faut
Τη μασχάλη σου
δε θα την πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ΄ οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

Στη Σταύρωση
Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.
Την άνοιξη
τις νιώθουν να φλεγμαίνουν.

Αιώνες τώρα
στα ίδια σημεία επιμένουν τα συμπτώματα.

Διανυκτερεύον
Σε ψηλόλαιμα μπουκάλια κλειστές
φωλιάζουν
οι επιθυμίες μου
σκεπασμένες με ζάχαρη.
Στη ζύμωση του ήλιου εκτίθενται
στο περβάζι μου
χρόνια τώρα.
Γι΄ αυτές
πρέπει να γίνω πουλί
κι αψήφιστα να στριμώξω στο στόμιο
το πελαργίσιο ράμφος μου.
Να τις περάσω γυμνές από τη στενωπό
των αναγκών
και της καθημερινής λάτρας.
Έτσι μετά από τόσο κόπο
εγώ θα πετώ
με μια παλλόμενη επιθυμία
δεμένη σφιχτά στο ράμφος μου.
Με ένα φτερό κουτσό
και με ένα μάτι καρφωμένο στην πλάτη.
Γιατί
καθώς εγώ θα ίπταμαι,
θα με κυνηγά,
όσο και αν απομακρύνομαι,
η αγωνία του δραπέτη                                                                        
του καταδικασμένου
να κοιτάζει ισόβια πίσω.

Ευτυχώς που
όταν αποτυγχάνω,                                                                    
διανυκτερεύει με φώτα ανοιχτά
η ποίηση.

Η μάνα μου
H μάνα μου
είναι ένα σπασμένο λαγήνι που στάζει
και λιγοστεύει διαρκώς.

Η μάνα μου ολοένα
μαδάει ένα ερωτηματικό.
Αναρωτιέται για τους λεμονανθούς.
Του γάμου μου ή του γάμου της;
Μπερδεύεται με το κουτάλι.
Να με ταΐσει ή να φάει;
Στις τσέπες της βρίσκω συχνά
μαντήλια αποχαιρετισμού.

Η μάνα μου
είναι ένα πληγωμένο ωδικό πουλί.
Κοιτάζει ώρες έξω από το παράθυρο.
Μιλά και πέφτουνε στο πάτωμα
ρινίσματα, ξέφτια και ροκανίδια.
Σκύβω και τα μαζεύω.
Άλλα τα βάζω στο συρτάρι μου
και άλλα κάτω απ΄ το μαξιλάρι
μαζί με τ΄ αναθήματα και όλα τα τιμαλφή
που έχω φυλαγμένα.

Τα φωτεινά απογεύματα
μ΄ ένα καλειδοσκόπιο ονοματίζουμε τα χρώματα
ξανά,  μαζί, από την αρχή.
Αυτό, μάνα, είναι το κόκκινο, το πράσινο,
Αυτό της αγκαλιάς, αυτό του χωρισμού
Αυτό της ξενιτιάς.
Άστο, μάνα, αυτό,  αυτό είναι της λήθης.

Θέλω
να είναι πάντα εκεί
η μάνα μου
ένα λεπτόφλουδο, μα υπέρχειλο
δροσιστικό λαγήνι.