Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (YORGOS MARKÓPULOS) -5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)




ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
(YORGOS MARKÓPULOS)

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά. Έχουν κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές του, μία συλλογή με πεζά, δύο τόμοι με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δύο μονογραφίες του (μία για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και μία για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη). Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michel Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la riviere (Cahiers grecs, Paris, 2000). Το 2011 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

Yorgos Markópulos nació en Mesina, en 1951, y reside en Atenas desde 1965. Estudió Ciencias Económicas. Ha editado siete libros de poemas, un libro de prosa, dos volúmenes con textos sobre la obra de otros poetas, dos monografías (una sobre el fútbol en la poesía griega y otra, sobre la obra de Tasos Livaditis. En 1996 se le concedió el Premio Kavafis, en Alejandría (Egipto), en 1999 el Premio Nacional de Poesía por su libro No cubras el río (Ed. Kedros, 1998) y, en traducción de Michel Volkovitch, se editó en francés una selección de toda su obra con el título general de Ne récouvre pas la rivière (Cahiers grecs, París, 2000). En 2011, obtuvo otra vez el Premio Nacional de Poesía por su libro Cazador furtivo y, en el mismo año, fue honrado también con el Premio de la Academia de Atenas, por el conjunto de toda su obra, de la Fundación Kostas y Eleni Ouranis.


ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΗΣΤΗΣ


Κουράστηκα πια στα υψίπεδα
και θέλω χαμηλά να κατέβω,
το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας
που ισιώνει στον κήπο τον κισσό
και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,
η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει
και ο πυρετός ακάθεκτος,
όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει,

Πήρε απόγευμα κιόλας
και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια
πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,
τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,
και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους
σκυλιά τους κυνηγούν,
σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

HABLA UN LADRÓN

Me cansé ya de las cimas
y quiero descender hasta abajo,
para besar la mano de una María terrenal
que endereza la hiedra en el jardín
y hace, junto al redil, la mermelada.

Me cansé, os digo, me cansé,
la noche me hiere cada vez más
y la fiebre iracunda
se apodera de mí como el enemigo los cuerpos de guardia deshechos.

Se hizo ya el atardecer
y miro las aldeas, las tierras verdes y frescas
allá lejos en el campo.

Se hizo el atardecer y ya va hacia la noche.

La muerte se trenza en los herrumientos molinos de agua,
se van las aves, se desvanecen,
y a los locos muy dentro de sus oídos
los persiguen los perros,
los persiguen perros y campanas.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι
χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,
ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
Αλλάξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,
πράγματα διάφορα συνέβησαν,
χαθήκαμε με τον αδελφό μου,
μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή
που εκείνος δεν έζησε.

MI PADRE QUERÍA CONSTRUIR UNA CASA

Mi padre consumió una vida para construir una casa.
Tardes, fiestas en la cocinita
sin un dulce o sin una cafetería.
Cuando murió, dejó una callecilla llena de hierba,
un edificio sin huecos, sin sofás, años…
Cambiaron los tiempos, como dice también el pueblo,
diferentes cosas sucedieron,
nos perdimos con mi hermano,
aprendimos que se fue también el padre…

Por eso te miro por la tarde profundamente a los ojos.
Es por si vivo yo la humilde calidez
que él no vivió.

Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΩΝΕΙ

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Και όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.
                    
Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και στη νύχτα
η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται
και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.

EL RECUERDO ENVEJECE

Siento sed como el río que se secó.
Piedras inmovibles, tus manos entre las piernas
tapian la fuente que busco.
Engañador, intento atraerlas utilizando chistes,
o impetuoso en otro tiempo, exactamente como el río que fui un día.

Ríes. Dos vasos que se quiebran,
tu sonrisa en una playa solitaria.
Después, ya, te enojas.
Un disparo a lo lejos en los campos,
tu voz cae con estrépito.

Si hubiese muerto, no me habrías conocido.
Si no hubieses olvidado tus cerillas aquella tarde
en la estación o en el tren, tampoco me hubieses conocido.
Y, si, a continuación, no hubieses salido de nuestra casa
para siempre aquella tarde,
poniéndote rápidamente la falda sin ropa interior,
no sería yo ahora el viento que se despeña por celos.

Así son, entonces, los hombres. Uno, montaña, y otro, cuchillo.
Y todo termina aquí.
Y lo imprevisto es para que suceda.

Entre el último cigarro y la noche
envejece el recuerdo, la voz del amigo se desvanece
y el malentendido termina.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο

Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

LOS POEMAS, UN RÍO, EL POETA

Para Angélica y Babi Zafirato

Los poemas son difíciles, lo sabéis.
Y, si levantas las palabras, son tan tristes
como dedos que te duelen una noche agónicamente.

Un río es un extranjero que se oculta, lo sabéis.
Por la mañana va al mar.
Al atardecer se queda tranquilamente inmóvil
como animal salvaje a cuyo lado pasaron cazadores.

El poeta, un indiferente, como se supone,
que oculta sus manos en los bolsillos.

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Στον Νίκο Μαρκομιχελάκη

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.
Εδώ ας καθίσουμε μια στιγμή στην ησυχία.
Όπως καθίσαμε παιδιά στη σχολική εορτή.
Όπως κάθισαν οι καλεσμένοι στην αυλή
στους αρραβώνες της γιαγιάς μας, Κυριακή Ιουλίου του 1930.
Όπως κάθισαν οι δυο ξένοι στο σταθμό της Κορίνθου
και αγαπήθηκαν ύστερα πίσω από άδεια κιβώτια μπύρας
και τον εγκαταλειμμένο φωνόγραφο,
μισή ώρα πριν έρθουν τα τραίνα, και ύστερα χάθηκαν για πάντα.
Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.
Εμείς που ποθήσαμε τόσο πολύ τη γαλήνη
γυρνάμε τώρα στις λεωφόρους δίχως κρεβάτι
και με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.

MAR DE INVIERNO

A Nikos Markomijelakis.

Mar de invierno abandonado por los hombres.
Sentémonos aquí un momento con tranquilidad.
Como nos sentábamos de niño en la fiesta del colegio.
Como se sentaron los invitados al patio
en los esponsales de nuestra abuela. Domingo, julio de 1930.
Como se sentaron los dos extranjeros en la estación de Corinto
y se amaron después tras cajas vacías de cerveza
y el fonógrafo abandonado,
media hora antes de la llegada de los trenes, y después se perdieron para siempre.
Mar de invierno abandonado por los hombres.
Nosotros que deseábamos tanto la tranquilidad
vagamos ahora por las avenidas sin cama
y con los ojos enrojecidos por estar en vela.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου