Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ (XANTHOS MAINTÁS) -6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)


ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ
(XANTHOS MAINTÁS)

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

Ο Ξάνθος Μαϊντάς γεννήθηκε το 1950 στη Νέα Ιωνία Αττικής. Σπούδασε  Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή στην Θεωρητική Φυσική των Στοιχειωδών Σωματιδίων. Σήμερα εργάζεται ως Επίκουρος Καθηγητής στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Νυχτερινή άσκηση» το 2004, «Οι δρόμοι της Φαϋττού» το 2009 από τις εκδόσεις «Πλανόδιον», «Πόλεως άκος» το 2014 από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη» και σε ιδιωτική έκδοση τον ποιητικό μονόλογο «Αντιγόνης Αντίλογος». Από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη» έχει εκδοθεί το 2016 το βιβλίο του «Το μεγάλο μαύρο φως. Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος», με εισαγωγή και ανθολόγηση του έργου του Σινόπουλου. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά, έχουν περιληφθεί σε σύγχρονες ανθολογίες ελληνικής ποίησης και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά και ρουμανικά. Από το 2006 συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος, του οποίου είναι πρόεδρος από τον Ιανουάριο του 2011.

El  poeta Xantos Maintás ha nacido en Atenas el 1950. Estudio Física en la Universidad de Atenas y fué profesor de la teoría de la Física en la misma universdidad durante muchos años. Ha trabajado como investigador en el Cento de Física Nuclear Democrito y en CERN de Suiza: Es presidente de la Fundación Takis Sinópulos desde el año 2011 hasta hoy. Ha publicado cinco colecciones de poesía y ensayos sobre la obra poética de Takis Sinópulos. Poemas suyos se han traducido en tres idiomas.



 ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ 
                                                                                                                                                                                                                       Στην Αλεξάνδρα Μαϊντά

Στην παλιά φωτογραφία του 37. Μαυροντυμένη, το τσεμπέρι έπεφτε στα φρύδια.

Μας εξηγούσε συχνά πως είχε χάσει πρόσφατα την αδερφή της.
Κρατούσε τον μεγάλο της αγκαλιά, λίγων μηνών τότε. 

Τα μάτια της σκοτεινά, πλημμυρισμένα από την απουσία και την αναζήτηση που την είχαν σκιάσει. Ήταν 20 χρονών κι ας έδειχνε 35 από τα σημάδια της  απώλειας κι ας είχε βλέμμα σκληρό, που θρυμμάτιζε τις απαλές ερωτηματικές  γραμμές του προσώπου.

Εκείνη τη στιγμή άρχισε να γλιστράει αργά από τη φωτογραφία. Μια κατακόρυφη σκιά στον τοίχο που πέρασε αθόρυβα το παράθυρο, μία και μισή τη νύχτα.

Έμεινε άδεια η κορνίζα χωρίς αυτήν και τον μεγάλο της, όπως συνήθιζε να λέει τον πρωτότοκο.

Από το ανοιχτό παράθυρο ένας ξαφνικός άνεμος έφερε παλιά μυρωδιά γιασεμιού.

Ακούστηκε ένας θόρυβος και το δωμάτιο γέμισε ιώδιο και θαμπές εικόνες  νοσοκομείου. Η αγωνία ζωγραφίστηκε πάλι στα κόκκινα χείλη της καθώς την  έβλεπα, μία και μισή να ξεμακραίνει σε άλλους τόπους.

Ύστερα σαν μέσα σε όνειρο ήρθε και στάθηκε στη μέση του αλωνιού.

Ένα καλοκαιρινό στάχυ καλοψημένο στον ήλιο και την εποχή έσβησε με μια  ανεπαίσθητη κίνηση στο φύσημα του ανέμου τις απαλές γραμμές του προσώπου

και το κόκκινο στα χείλη της.

Την γνώρισαν οι άνθρωποι, βουβοί μέσα στη σκόνη και το άγανο την ώρα του  μεστού  αλωνισμού, καθώς χρυσός ξεχύνονταν ο καρπός από τους δυο μαστούς 
της μηχανής. Την είδαν με το βλέμμα να σημαδεύει δυο φίδια γεμάτα δηλητήριο.

Ήταν Αύγουστος του 48.

Έμεινε μόνη να ψηλαφεί τη νύχτα γυρεύοντας επιστροφή ή καταφύγιο.    Σηκώθηκε. Τίναξε το άσπρο φόρεμα, έστρωσε το ψαθάκι στα ξανθά μαλλιά της
και κίνησε ολόρθη, φορώντας μαύρα ρούχα κι άσπρα μαλλιά, για την πάλη με το θάνατο. Σκληρή κι ανέλπιδη.
                      
Ξημερώματα γύρισε στη μεγάλη πόρτα του δωματίου. Με το δεξί της χέρι  κρατούσε ένα μαύρο μαντήλι στο στήθος και με τον ίδιο τρόπο γύρισε στην  άδεια κορνίζα του 37. Με τον μεγάλο της αγκαλιά. Παγωμένο.

Με τις απώλειες  και τις απουσίες στο βλέμμα κι εμάς απέναντι, στην άλλη όχθη του αλμυρού ποταμού.

PROSOPOGRAFÍA

A Alejandra Maidá.

En la vieja fotografía del 37. Vestida de negro, el pañuelo caía hasta las cejas.

Nos explicaba a menudo que había perdido recientemente a su hermana. Sostenía entonces a su hijo mayor, de pocos meses entonces.

Sus ojos oscuros, inundados de la ausencia y la búsqueda que la habían ensombrecido. Tenía 20 años y aparentaba 35 por las señales de la pérdida, aunque tenía una mirada dura que fragmentaba las suaves líneas interrogativas de su rostro.

En aquel momento comenzó a deslizarse despacio de la fotografía. Una sombra vertical en la pared que atravesó sin ruido la ventana, a la una y media de la noche.

Quedó vacía el marco sin ella y sin su hijo mayor, como tenía costumbre de decir, el primer hijo.

Por la ventana abierta un viento repentino trajo viejos aromas de jazmín.

Se escuchó un ruido y la habitación se llenó de yodo e imágenes borrosas de hospital. La agonía se dibujó otra vez en sus labios rojos, cuando la veía, a la una y media, alejarse hacia otros lugares.

Después, como en un sueño, vino y se detuvo en mitad de la era.

Una espiga veraniega, bien madura al sol y a la época, borró, con un movimiento imperceptible al soplo del viento, las líneas suaves de su rostro

Y el rojo de sus labios.

La conocían los hombres, mudos en el polvo y las pajas en el momento de la criba madura, cuando el fruto dorado se vertía por las dos mamas de la máquina. La vieron señalar con la mirada dos serpientes llenas de veneno.

Era agosto del 48.

Se quedó sola palpando la noche, buscando regreso o refugio.Se levantó. Se quitó su vestido blanco, puso sobre sus cabellos rubios el sombrero de paja y se puso en movimiento, erguida, vistiendo ropas negras y cabellos blancos para el combate con la muerte. Dura y sin esperanza.

Al amanecer, volvió a la enorme puerta de la habitación. Con su mano derecha sostenía un negro pañuelo sobre el pecho y, de la misma manera, volvió al marco vacío del 37. Con su hijo mayor en brazos. Helado.

Con las pérdidas y las ausencias en la mirada y nosotros enfrente, en la otra orilla del río salado.

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ

Στο δρόμο για τη Φαρκαδόνα
ο ανήμπορος γέρος έμοιαζε με τρελό.
Μια ιστορία χαμένη 
στα δύσκολα χρόνια του 56 ή του 58.

-Τόπος μου τα βουνά πέρα από τον κάμπο,
σήμερα στοιχειώνουμε τα ερημονήσια.-
Φώναξε δυνατά πασχίζοντας να μοιράσει
την ευθύνη.

Μα το βλέμμα των άλλων 
χαμένο στο βάθος σιωπούσε.

Στο δρόμο για τη Φαρκαδόνα 
ανεβαίναμε το ποτάμι.
Πόσους αφάνισε όταν δοκίμασαν 
να το διαβούν   
και πόσους που δείλιασαν την τελευταία
στιγμή τους γύρισε πίσω άφωνους.

EL RÍO

En el camino a Farkadona
el imposibilitado anciano parecía loco.
Una historia perdida
en los difíciles años del 56 o del 58.

-Mi lugar, las montañas, más allá del campo,
hoy, son almas de otro mundo las islas despobladas-
Gritó fuertemente procurando compartir
la responsabilidad.

Pero la mirada de los otros
perdida en lo más profundo callaba.

En el camino a Farkadona
subíamos el río.
A cuántos hizo desaparecer cuando intentaban
cruzarlo
y a cuántos, que se acobardaban en el último
instante, los devolvía mudos.

H ΣΠΗΛΙΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ

Στη ρίζα του βράχου
αχνά φαινόταν η παλιά χαραγμένη γραφή
σχεδόν ολότελα σβησμένη από το χρόνο.  
Κανένα όνομα, μια χρονολογία θαμπή
μέσα στις οξειδώσεις και τις ρωγμές
της πέτρας.

Η σπηλιά της γριάς. Εδώ έζησε
και πέθανε το βαρύ χειμώνα του 64 κοντά στη βρύση των κυνηγών.
Έσβησε ξημέρωμα τ’ Αϊγιαννιού
-κανείς δεν την είχε ζητήσει-
ενώ τα σπασμένα δέντρα από το χιόνι
έφραζαν, σαν καπνός ασφυκτικά
την είσοδο της σπηλιάς.

Γύρω, τριγύρω το δάσος,
η απέραντη σιωπή
κι εμείς που τώρα ακολουθούμε
το μονοπάτι της επιστροφής.

Μόνο ένα χρώμα σαν αποτύπωμα
δυο λέξεις κι ένα όνομα
προλάβαμε να χαράξουμε στην όψη του βράχου
κι ύστερα διακρίναμε μακριά,
δίπλα στην είσοδο με τις γυμνές οξιές,
παιδί ξυπόλητο
μες στα γυρίσματα του παιχνιδιού,
να σφίγγει στην παλάμη τους πεσσούς.

LA CUEVA DE LA VIEJA

En la raíz de la roca
vaporosamente aparecía la antigua escritura rayada
casi borrada completamente por el tiempo.
Ningún nombre, una cronología deslucida
entre las oxidaciones y las aberturas
de la piedra.

La cueva de la vieja. Aquí vivió
y murió el pesado invierno del 64
cerca de la fuente de los cazadores.
Se apagó al amanecer del día de San Juan
-nadie la había buscado-
Mientras los árboles quebrados por la nieve
Tabicaban, como humo asfixiante,
la entrada de la cueva.

Alrededor y alrededor, el bosque
el silencio infinito
y nosotros, que ahora seguimos
el sendero del regreso.

Únicamente un color, como marca,
dos palabras y un nombre
pudimos grabar en el frontal de la roca
y, después, los distinguíamos desde lejos,
junto a la entrada, con las hayas desnudas,
niño descalzo
en las vueltas del juego,
apretando en la palma de la mano las fichas.
                                           
ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Έχουν περάσει χρόνια.
το σκηνικό ήταν καλοστημένο,
η εικόνα καθαρή.

Απόγευμα, άνθρωποι στο γυρισμό.
Η μυρωδιά του καμένου
κι ο ήχος του σιδερά στην πλατεία.
Στα θερισμένα χωράφια στρώμα η ακρίδα.
σβησμένα και τα πιο μακρά φωνήεντα
στις κουβέντες του καφενείου.

Θυμάμαι ακόμη
εκείνο το ασήμαντο επεισόδιο
-τι εμπαιγμός και τη χλεύη στο χωριό-
της μάνας που δεν ξεχώρισε
τη μακρινή φιγούρα
του ρακένδυτου περιφερόμενου επαίτη
από τον μοναχογιό.

σήμερα, χρόνια μετά
στέκομαι στο δυτικό παράθυρο
βλέποντας μέσα στον καθρέφτη του
τον δρόμο που άλλοτε οδηγούσε
στα ερείπια της αρχαίας Φαϋττού.
Ω! πόσο είχα αγαπήσει αυτόν τον κόσμο
που έκανε εύθραυστη τη διάκριση
(ή μήπως την ταύτιση)
γιου και ζητιάνου.
  
EPISODIO INSIGNIFICANTE

Han pasado años.
El escenario estaba bien construido,
la imagen, limpia.

Por la tarde, hombres que regresaban.
El olor a quemado
y el sonido del herrero en la plaza.
En los campos cosechados, una capa de saltamontes.
Apagadas, incluso las vocales más largas,
en las conversaciones de la cafetería.

Recuerdo incluso
Aquel episodio insignificante
-qué irrisión y qué burla en el pueblo-
de la madre que no distinguió
a su único hijo
la figura lejana
del andrajoso mendigo que callejeaba.

Hoy, años después,
me pongo en la ventana occidental
mirando, en su espejo,
la calle que conducía otro tiempo
a las ruinas de la antigua Faittós.
Oh, cuánto había amado este mundo
que hizo frágil la distinción
(o quizás la identificación)
entre hijo y mendigo.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΟΡΤΟΥΝΑ

Παλιούς στις θάλασσες του Βόλου ναυτικούς
συνάντησα
κι ώρες πολλές για το μεγάλο
δέντρο του βυθού,
το γιούσουρι,  
μιλούσαμε.

Για θάλασσες, για τους καιρούς,
για αυτούς που σκέπασε το κύμα
και για το κόκκινο κοράλλι
που στέρεψε και χάθηκε.
Τ’ απόβραδο ο πιο μικρός μας είπε
την ίδια ιστορία την παλιά,
σχεδόν μισό αιώνα πίσω.
Πώς με τα δίχτυα κι όχι δύσκολα
σήκωσαν τότε από το βυθό,
κορμό εκατοχρονίτικο, το γιούσουρι.

Αλίμονο!
Κομμάτια θρυμματισμένα, θρύψαλα
όλο πληγές στο σώμα του
-τα ίχνη της θάλασσας-  
αυτό που άλλοτε είχε στοιχειώσει
Τον ύπνο των θαλασσινών.

Το βράδυ, μακριά από τη θάλασσα
συλλογίστηκα,
πόσα όνειρα κράτησαν τα χέρια μου
και πόσα, συντρίμμια κύλησαν
από τις παλάμες και τ’ ακροδάχτυλα
και χάθηκαν στ’ ανοιχτά,  
παραδομένα στην ύβρη και τη χλεύη
των περαστικών.

HISTORIA DE FORTUNA

Con viejos marinos de los mares de Volos
me encontré
y hablamos durante muchas horas
del árbol inmenso del abismo,
el coral negro.

Sobre mares, sobre tiempos,
sobre aquellos que cubrió la ola,
y sobre el coral rojo
que se agotó y desapareció.
Anoche, el más pequeño de nosotros
la misma vieja historia,
casi medio siglo atrás.
Que, con las redes y fácilmente,
levantaron entonces desde las profundidades
un cuerpo de cien años, el coral negro.

¡Ay!
Trozos rotos, fragmentos,
lleno enteramente de heridas su cuerpo,
-las huellas del mar-
aquel que un día había formado
el sueño de los marineros.

Por la noche, lejos del mar
pensé
cuántos sueños mantuvieron nuestras manos
y cuántos, deshechos, rodaron
por las palmas de las manos y el extremo de los dedos
y se perdieron en mar abierto,
entregado a la ira y a la burla
de los que van de paso.
                                                             
ΑΝΑΠΑΛΣΗ

Σαν βάραιναν οι έγνοιες στην ψυχή
-κι είχε πολλές ο πατέρας-
βημάτιζε αργά, μονότονα στο δωμάτιο.
Χωρίς λέξη ή θυμό.

Με το βλέμμα ακολουθούσα
ώσπου ο ήχος των βημάτων
καταγράφονταν μέσα μου.
Ένας μακρόσυρτος, πένθιμος ήχος .

Θυμάμαι ακόμη, τέτοιες στιγμές,
αχνά ερχόταν στο νου τα λόγια
του τραγουδιού που λέγαμε στα μέρη μου.

 «Συμπαινειβγαίνει  ο  Κωνσταντής 
και βαριαναστενάζει»
κι ήταν αυτό το «συν» στην αρχή της φράσης
που όριζε το μέτρο στο στίχο και την απόγνωση.

PÁLPITO

Cuando pesaban las preocupaciones
-y tenía muchas el padre-
Caminaba despacio, monótonamente, por la habitación.
Sin palabra o cólera.

Yo seguía con la mirada
hasta que el sonido de los pasos
quedaba registrado en mi interior.
Un sonido larguísimo, mortal.

Recuerdo incluso que venían
a mi cabeza, en tales momentos, las palabras
de la canción que entonábamos por mi tierra.
“Constantino (con)viene y va
y suspira profundamente”
y era ese “con” al principio de la frase
el que definía la medida en el verso y la angustia.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου