Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

JUAN CARLOS SUÑÉN -ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (SELECCIÓN DE POEMAS)



Juan Carlos Suñén (Madrid, 1956) es un poeta español. Fue fundador y director de la influyente revista de crítica El Crítico, y escribió crítica literaria en los diarios El País y ABC Cultural, así como en distintos medios, ejerciendo también de caricaturista ocasional para las revistas El Urogallo, El Crítico y Culturas (ABC). Fundó en 1989, junto a Alejandro Gándara y Constantino Bértolo, la Escuela De Letras. Su obra aparece en diversos antologías de la poesía reciente. Fue candidato al Parlamento Europeo por la formación Podemos, en 2014. Actualmente es profesor del Máster de Edición Literaria de la Universidad Complutense de Madrid y, desde 2012, comisario del ciclo de poesía española "Favorables, Madrid, poema" en CentroCentro (Madrid).

Ο Χουάν Κάρλος Σουνιέν (Μαδρίτη, 1956) είναι ισπανός ποιητής. Υπήρξε ιδρυτής και διευθυντής του ευρείας επιρροής περιοδικού κριτικής El Crítico και έχει γράψει λογοτεχνικές κριτικές στα έντυπα El País y ABC Cultural, καθώς και σε άλλα μέσα, τελώντας περιστασιακά και ως καρικατουρίστας στα περιοδικά El Urogallo, El Crítico y Culturas (ABC). Ίδρυσε το 1989 μαζί με τον Αλεχάνδρο Γκάνδαρα και τον Κωνσταντίνο Μπέρτολο τη Σχολή των Γραμμάτων (Escuela De Letras). Τα έργα του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες σύγχρονης ποίησης. Υπήρξε κοινοβουλευτικός υποψήφιος με την παράταξη Podemos το 2014. Σήμερα είναι καθηγητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Λογοτεχνικής Έκδοσης (Máster de Edición Literaria) στο πανεπιστήμιο Complutense Μαδρίτης ενώ από το 2012 είναι επίτροπος στον ποιητικό κύκλο ισπανικής ποίησης "Favorables, Madrid, poema" στο CentroCentro  Μαδρίτης.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΟΥΠΤΣΗ
TRADUCCIÓN: MARIA KALUPTSI

De "Por fortunas peores" 1991

Uno se queda sólo
sin entrar en detalles.

Uno se queda a medias en su vaso de vino,
a medias en su pan. Y cómo puede
no volverse su embozo tan pesado,
tan gastado en el hombre, que alguien sepa
poner allí más verbo
que este que da comienzo a la altura del pomo,
este que se interroga
entre la voluntad y la añoranza.

Uno sale a la calle para probar sus dados
sobre la vieja manta de la noche.

 Από τη συλλογή "Por fortunas peores" 1991

Μένει κανείς μόνος
δίχως διευκρινήσεις.

Μένει κανείς στα μισά από το ποτήρι με το κρασί του,
στα μισά από το ψωμί του. Και πώς μπορεί
να μη γίνει η αμφίεση τόσο βαριά,
τόσο φθαρμένη πάνω στον άνθρωπο, ώστε να ξέρει
να βάζει πάνω της περισσότερη φωνή
από αυτή που δίνει ώθηση στο ύψωμα της λαβής,
αυτή που διχάζεται
ανάμεσα στη βούληση και τη νοσταλγία.

Βγαίνει κανείς στους δρόμους για να δοκιμάσει τα ζάρια του
πάνω στα γέρικα σκεπάσματα της νύχτας.

De "Por fortunas peores" 1991

Y quien se rinde al sueño
De luchar contra un ángel
¿cómo verá a los otros?
¿con qué desenvoltura irá pagado
y andará descubierto entre los hombres
sin verdugo posible
ni horizonte bastante? ¿Y cómo luego
dormirá entre su amante y su tarea,
para volver mañana
a la soberbia de su acabamiento,
si en nadie se conoce,
si desconfía de su vaso claro
y se avergüenza de su sed oscura?

Από τη συλλογή "Por fortunas peores" 1991

Κι εκείνος που παραδίδεται στο όνειρο
να πολεμήσει ενάντια σε έναν άγγελο,
πώς θα αντικρύσει τους άλλους;
Με τι ευκολία θα ανταμείβεται
και θα προχωρά ξέσκεπος ανάμεσα στους ανθρώπους
δίχως δήμιο πιθανό
μήτε ορίζοντα αρκετό; Και πώς έπειτα
θα πλαγιάσει μοιρασμένος ανάμεσα στην ερωμένη και την ασχολία του,
για να επιστρέψει την επομένη
στην αλαζονεία της φθοράς του,
αν δε αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κανέναν,
αν δεν εμπιστεύεται το διάφανο ποτήρι του
και ντρέπεται για την μαύρη του δίψα;

Από τη συλλογή  "La prisa" 1994

24
El que ahora acompaña
a la pequeña al parque. Me ha pegado
ese niño, papá: nada que pueda
no arreglarse con una coca-cola.

24
Αυτός που συνοδεύει τώρα
τη μικρή στο πάρκο. Με χτύπησε
εκείνο το παιδάκι, μπαμπά: τίποτα
που να μη διορθώνεται με μια κόκα-κόλα.

Από τη συλλογή  "La prisa" 1994

25
Está mirando a todas las mamás, y a esa
niña mayor y ya no tan segura
de que todo el amor le pertenezca, y lee
de reojo a un poeta
alemán (cierra su libro,
y deja el pensamiento en ese charco
donde beben los perros, y los niños
se mojan los zapatos, pero acusa
la presunción del sol, esa punzada
viva del mediodía, ese pequeño
dardo sin enemigo ni deseo).

25
Κοιτάζει όλες τις μανάδες κι εκείνο
το  κορίτσι, μεγάλο πια μα όχι τόσο σίγουρο
πως όλη η αγάπη του ανήκει, και διαβάζει
με την άκρη του ματιού έναν ποιητή
γερμανό (κλείνει το βιβλίο,
κι αφήνει τις σκέψεις σε κείνη τη λακκούβα
όπου πίνουν τα σκυλιά, και τα παιδιά
βρέχουν τα παπούτσια τους, μα μέμφεται
την έπαρση του ήλιου, αυτό το γεμάτο ζωντάνια τσίμπημα του μεσημεριού, το μικρό
δίχως εχθρούς μήτε επιθυμία βέλος).

De "La prisa" 1994

34
(Y, enterrado el silencio, ¿qué lenguaje
resiste? Tienes algo
de ensaladilla en la nevera. El martes
cumple años tu hermana, no te olvides
de llamar al despacho.
Y unos pocos
trazaron esa raya.)

Íbamos al dolor sin desengaño.
Ahora vamos a él como engañada
va la mano a la falsa quemadura
en el miembro amputado.

Από τη συλλογή  "La prisa" 1994

34
(Και, με καταχωνιασμένη τη σιωπή, ποιά λαλιά
αντιστέκεται; Έχεις λίγη σαλατούλα στο ψυγείο. Την Τρίτη είναι τα γενέθλια της αδελφής σου, μη ξεχάσεις να τηλεφωνήσεις στο γραφείο. Και κάτι λίγοι χάραξαν αυτή τη πορεία).

Οδηγούμασταν στον πόνο δίχως αυταπάτες.
Τώρα οδηγούμαστε εκεί όπως γελασμένη
οδηγείται η παλάμη στην ψεύτικη ουλή
πάνω στο ακρωτηριασμένο μέλος.

 De "El hombro izquierdo" 1997

Y cierra
la puerta, vuelve
el rostro: mira al perro
por encima del hombro
izquierdo. Siente la punzada.

También ha sido
zarandeado por la noche, pero
pensando en ello nunca
se salva cosa. Vale
sólo luchar contra el caolín molido
de la esperanza, una
y otra vez sacar brillo al mismo objeto,
roer el mismo juguete.

Από τη συλλογή  "El hombro izquierdo" 1997

Και κλείνει
την πόρτα, στρέφει το βλέμμα: κοιτάζει το σκύλο
πάνω από τον αριστερό
ώμο. Νιώθει τη σουβλιά.

Ναι,
ταρακουνήθηκε τη νύχτα, μα
με τέτοιες σκέψεις ποτέ δε σώζεται τίποτα. Αξίζει
μόνο να αγωνίζεται κανείς ενάντια στο θρυμματισμένο άργιλο
της ελπίδας, ξανά
και ξανά να αποκαλύπτει τη λαμπρότητα από το ίδιο αντικείμενο,
να τραγανίζει το ίδιο παιχνίδι.

De "El hombro izquierdo" 1997

A pocos kilómetros
el autocar le deja donde la piedra se abre
al cielo. En lo más alto
de abajo, en lo más bajo
de arriba. Tanto cielo,
incomprensible desde la casa.

Allí comienza un breve
ascenso. Poseída
por la fronda y el musgo,
la ruina salva su belleza. Quiere
mirar con ojos ebrios
tanta serenidad. En lo que fuera
claustro (y taller) la inútil
arrogancia del gesto se detiene.

El tejo habla.
Y si el hombre
pudiera un voto sería
este que sabe ser inagotable
sin hacer daño, ser centro
y ser contorno bajo
la amenaza o promesa
de hacerse nuevo sin hacer acopio.

Canta
la abubilla su gesto sin dejarse ver
la duración exacta del presente.

 Από τη συλλογή  "El hombro izquierdo" 1997

Σε λίγα χιλιόμετρα
το αυτοκίνητο τον αφήνει εκεί όπου η πέτρα ανοίγεται
προς τον ουρανό. Στα πιο ψηλά
του κατώτερου, στα πιο χαμηλά
του ανώτερου. Τόσος ουρανός,
ακατανόητος από το σπίτι.

Εκεί ξεκινά μια μικρή
άνοδος. Κατεχόμενα
από τους βλαστούς και τα βρύα,
τα ερείπια σώζουν την ομορφιά τους. Θέλει
να κοιτάξει με τα μάτια ζαλισμένα
την τόση ηρεμία.
Εκεί που άλλοτε ήταν μοναστηριού αυλή (κι εργαστήρι) η μάταιη
αλαζονεία του μορφασμού αργοπορεί.

Τα κεραμίδια μιλούν.
Κι αν ο άνθρωπος
μπορούσε ένας όρκος θα ήταν
σαν εκείνον που ξέρει αστείρευτος να είναι
δίχως να βλάπτει, να είναι το κέντρο
και να είναι το περίβλημα κάτω
από την απειλή ή την υπόσχεση
να ξαναγεννηθεί χωρίς να συσσωρεύεται.

Τραγουδά
ο τσαλαπετεινός το μορφασμό του δίχως να αφήσει να φανεί
η ακριβής διάρκεια του παρόντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου