6/18/2018

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ / IRO NIKOPULU -5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)



ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
(IRO NIKOPULU)

 Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

          Η Ηρώ Νικοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου κατοικεί και εργάζεται. Σπούδασε ζωγραφική και σκηνογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχει κάνει πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές: Ο μύθος του οδοιπόρου, (Αθήνα, 1986), Ανέμου (εκδ. Πλανόδιον, 1999), Μη με ψάχνετε εδώ (εκδ. Πλανόδιον, 2009), ένα μυθιστόρημα: Σαν σε καθρέφτη (εκδ. Μεταίχμιο, 2003) και τρεις συλλογές διηγημάτων: Ομελέτα με μανιτάρια (εκδ. Νεφέλη, 2007), Ελληνιστί ο γρίφος (εκδ. Γαβριηλίδης, 2013) και Ασφαλής πόλη (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015). Συνδιευθύνει την ιστοσελίδα για το μικρό διήγημα Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι και επιμελήθηκε με τον Γιάννη Πατίλη τις ανθολογίες μικρού διηγήματος Ιστορίες Μπονζάι ’14, Ιστορίες Μπονζάι ’15, Ιστορίες Μπονζάι ’16 (όλες από τις εκδ. Γαβριηλίδης). Ποι­ή­μα­τα και δι­η­γή­μα­τά της έ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεί στον πε­ρι­ο­δι­κό και ημε­ρή­σιο τύ­πο και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ρωσικά, ρουμάνικα, τουρκικά και κροατικά. Είναι μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών.

Iro Nikopulu ha nacido en Atenas donde vive.Estudió pintura y escenografía en la Facultad de Bellas Artes de Atenas y ha hecho muchas exposiciones de su obra picrtórica en Grecia y en el extranjero. Ha publicado cuatro colecciones de poesía y tres coleccio­nes de cuentos. Dirige con el poeta Yannis Patilis la revista Planodion y sus poemas se han traducido en seis idiomas. Es miembro de la Aso­ciación de los Pintores Griegos, de la Asociación de los Escritores Griegos y del Ciículo de los Poetas


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Β΄

Τις νύχτες με ξυπνά η μακρινή βοή
διαδηλώσεων που έλειψα
σχήματα καπνών βουβές χειρονομίες
Πάλλονται σώματα
φωνές ο αέρας πήζει
τα πέλματα χτυπάνε καταγής
μικρό ρυθμό χταπόδι
που απλώνει τρίμματα τριγμούς
ψίχουλα μέλλοντος τόπου

Στις σφιγμένες χούφτες τους ζυγιάζουν
καλούμπες λεπτεπίλεπτες ονείρων
Μην τραγουδάτε ακόμα

Πλημμυρίζουν τα στενά
τις εισόδους των πολυκατοικιών
τις σκάλες ανεβαίνουν
Στριμώχνονται μες στο μικρό σαλόνι
αισθάνομαι τ’ αθόρυβά τους βήματα
να πλησιάζουν στο υπνοδωμάτιο
ανοίγω και περνούν απέναντι
Πλευρό αλλάζω
και ενώνομαι μαζί τους

DÍAS DE HOY
Segundo

Por las noches me despierta el clamor lejano
de las manifestaciones a las que falté
figuras de humos gestos mudos
Vibran cuerpos
voces el aire se coagula
las suelas golpean por tierra
pequeño ritmo pulpo
que extiende fragmentos crujidos
alma pequeña de un lugar futuro

En sus manos apretadas pesan
cordeles refinados de sueños
No cantéis todavía

Los atolladeros inundan 
las entradas de los edificios
suben las escaleras
Se estrujan en el pequeño salón
siento sus pasos silenciosos
acercarse a la habitación
abro y pasan enfrente
Cambio de lado
y me uno a ellos

 ΠΟΛΥΕΤΗΣ ΧΗΡΕΙΑ

Φουσκώνει ανάλαφρα τη νύχτα
το σεντόνι στην αδειασμένη θέση της 
κι αυτός πλάι του πολύ προσέχει
δεν μετατοπίζεται χέρι δεν απλώνει
δαγκώνει δίπλα του είκοσι χρόνια το κενό

κάθε βράδυ μονάχος πλέει πάνω του
δεμένος σε μονό κανό και
περιμένει ώσπου να ξημερώσει
το διπλό κρεβάτι του τον απειλεί
μέσα στην νάρκη του μη κατά λάθος
πέσει στην άδεια θέση                                   

Για μεγαλύτερη ασφάλεια
πέταξε το διπλό τους πάπλωμα     
κουβέρτα αγόρασε μονή εφηβική
Τώρα πια στα ογδόντα του
μ’ αυτήν σκεπάζεται κι αναστενάζει
μέσα στον ύπνο του ελαφρά
από αόρατη θανάτου κλινοπάλη

 LARGA VIUDEZ

Se hincha muy suavemente por la noche
la sábana en su sitio vacío
y él, a su lado, pone mucha atención
no se desplaza no extiende su mano
muerde cuarenta años el vacío a su lado

cada noche solo navega sobre él
atado a la única canoa y
espera hasta que amanece
su cama doble lo amenaza
en su letargo no por equivocación
cae en el sitio vacío

Para mayor seguridad
desechó su almohadón doble
compró una colcha única juvenil
Ahora ya en los sus ochenta años
se cubre con ella y suspira
ligeramente en su sueño
por una invisible batalla de amor de la muerte

 ΓΥΜΝΟ ΝΥΧΤΟΣ

ΑΣΚΤ Πολυτεχνείο 1993

Άχνιζε το σώμα της γυμνό
μοναχικό κάτω απ’ τις λάμπες
στη μέση της αιθούσης
και γύρω γύρω εμείς

με όργανα στα χέρια καταγής
μετρούσαμε ζυγίζαμε τη λάμψη
τα μάτια τους ώμους τους μηρούς
τα σχήματα του χώρου τον αέρα        

το βλέμμα και τις σκέψεις της
κυρίως το βάρος που έριχνε
στο βάθρο στα πλακάκια
μα πιο πολύ το φως της πάνω μας

και τη μακριά σκιά της
πίσω από τα θολωμένα τζάμια
το κρύο έσπαζε τον άνεμο στα δυο
μα μέσα στο εργαστήριο η ζέστα της

θα έσωζε κι απόψε τα όνειρά μας

DESNUDO DE LA NOCHE

Escuela Superior de Bellas Artes, Politécnica, 1993

Bullía su cuerpo desnudo
solo bajo las lámparas
en el centro de la habitación
y alrededor nosotros alrededor

con instrumentos en las manos por tierra
medimos pesamos el resplandor
los ojos los hombros los muslos
las formas del espacio en el aire

su mirada y sus pensamientos
principalmente el peso que arrojaba
en la base en las baldosas
pero mucho más su luz sobre nosotros

y su larga sombra
tras los cristales empañados
el frío cortaba el viento en dos
pero en el taller su calor

salvaría también esta noche nuestro sueño

Η ΑΛΛΗ

Μέση καλοκαιριού
δίπλα σε μαραθιές και κούμαρα
τρίζουν πάνω απ’ το μπόι μου
λάμπουν τα καλαμπόκια·
κοιτώ την άλλη ζωή που είμαι
στο κίτρινο μάτι της όμορφης
που γλίστρησε δίπλα μου σαύρας

Βιαστική πολύ
σαν την ζωή μου φοβισμένη
ούτε που γύρισε να με κοιτάξει
ήμουν γι’ αυτήν μια ακόμη απειλή
ένα καπρίτσιο αναφομοίωτο της φύσης
κι ας ήτανε για μένα ολοφάνερα
η άλλη ζωή που είμαι

 LA OTRA

A mitad del verano
junto a hinojos y madroños
rechinan por encima de mi estatura
brillan los maíces;
miro la otra vida que soy
en el ojo amarillo de la hermosura
del lagarto que se deslizó junto a mí

Muy apresurada
como mi vida asustada
ni siquiera se volvió a mirarme
era para ella una amenaza aún
un capricho no asimilable de la naturaleza
aunque fuera para mí muy evidente
la otra vida que soy

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Τα πουλιά προσπαθούν διαρκώς
χτίζουν και στους πιο άσχημους δρόμους
σε γυμνά στενά αδιέξοδα
στη Φυλής στη Μύρωνος

αδιάφορα για την απελπισία μας
τραγουδούν πάνω από χωματερές
πάνω από λίμνες πάνω από τάφους
κανείς δεν ξέρει τι λένε

σ’ έρημες σκονισμένες πλατείες
σε στέγες ρημαγμένων καφενείων
χειμώνα καιρό δε λογαριάζουν
πάνε κι έρχονται με τον ήλιο

και τα χρώματα στροβιλίζονται
γύρω τους ευκίνητα σκηνικά
μέχρι να βρουν
το ευαίσθητο σημείο σου

Κάπου έχεις ακουμπήσει τον εαυτό σου
δεν είσαι εσύ
ευτυχώς δε θυμάσαι
έτσι μπορείς και ακούς καλύτερα

Γιατί ποιος είσαι εσύ
που νόμιζες πως για σένα
τραγουδούν τα πουλιά
κι ανατέλλουν τα χρώματα

Θα ‘σαι πολύ τυχερός
αν κάποτε γίνεις ένα μαζί τους

LAS AVES

Las aves procuran constantemente
construir incluso en las calles más feas
en desnudos y estrechos callejones sin salida
en Fylís en Mýronos

indiferentes ante nuestra desesperanza
cantan sobre las zanjas
sobre los estanques sobre las tumbas
nadie sabe qué dicen

en solitarias plazas polvorientas
en techos de cafeterías ruinosas
no contabilizan invierno tiempo
van y vienen con el sol

y los colores rodean
a su alrededor escenarios ligeros
hasta encontrar
tu punto sensible

En algún sitio has dejado tu yo
no eres tú
afortunadamente no recuerdas
así puedes también oír mejor

Porque quién eres tú
que pensabas que para ti
cantan las aves
y brillan los colores

Serás muy afortunado
si un día te haces uno con ellas