6/22/2018

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ (CLOE KUTSUBELI) - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)


ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ
(CLOE KUTSUBELI)

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: Josè Antonio Moreno Jurado)

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1962 και αποφοίτησε από την Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα (Ψιθυριστά, εκδόσεις Παρατηρητής, 2002) και ένα θεατρικό έργο (Ορφέας στο μπαρ, εκδόσεις Πάροδος, 2005). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά και αγγλικά. Εδώ και έξι χρόνια οργανώνει σε σχολεία και βιβλιοθήκες ένα εργαστήρι ανάπτυξης του δημιουργικού λόγου για παιδιά Δημοτικού και Γυμνασίου, μέσα από το οποίο τα παιδιά ενθαρρύνονται να γράφουν τα δικά τους παραμύθια και τις δικές τους ιστορίες. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Cloe Kutsubeli ha nacido en Tessalónica el 1962 y ha estudiado Derecho en la Universidad Aristoteles. Ha publicado ocho colecciones de poesía y dos obras de narrativa y teatro. Los últimos seis años imparte clases de escritura creativa para jovenes. Es miembrο de la Asociación de los Escritores de Tessalónica. Sus poemas se han traducido en inglés, en francés en español y italiano y aparecieron desde la dñecada de los ’90 en revistas literarias y antologías de poesía neogriega reciente.


ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα
στις πέντε και σαράντα δύο
οι γυναίκες της οδού Ρόουντ
βγήκαν από το σπίτι
ανέβηκαν στον λόφο
έπλεξαν τα χέρια
κι άρχισαν να στροβιλίζονται
αντίθετα απ’ τους δείκτες
ενός χρόνου που δεν όριζαν,
δακτυλοδεικτούμενες κι αθώες,
ώσπου τα φορέματά τους ξεκουμπώθηκαν
οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν
τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,
γυμνές τότε και ελεύθερες,
συνέχισαν να περιστρέφονται
ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους
κι οι ίδιες έγιναν μία σταγόνα ζυμάρι
στο ξύλινο τραπέζι.

II

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες
με τα λευκά σκουφάκια
τα μαύρα φουστάνια, τις άσπρες ποδιές,
ποια άφιξη, ποια επιστροφή;
Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρο τους
ίσως και ένα όνειρο βαμβακερό
που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

LAS MUJERES DE LA CALLE RHODE

I

Aquella tarde
a las cinco y cuarenta y dos
las mujeres de la calle Rhode
salieron de la casa
subieron a la colina
cruzaron las manos
y comenzaron a dar vueltas
en sentido contrario a las manecillas
de un tiempo que no determinaban,
renombradas e inocentes,
hasta que sus vestidos se desabotonaron,
sus delantales almidonados se desataron,
las enaguas se hinchaban al aire,
desnudas entonces y libres,
continuaron dando vueltas
hasta que el suelo se deshizo bajo sus pies
y ellas mismas se convirtieron en una gota de pasta
en la mesa de madera.
  
II

Pero ¿qué esperan las mujeres
de blancas cofias
de negras faldas, de brillantes delantales,
qué llegada, qué regreso?
Sólo quedará el alboroto de sus vueltas,
quizás también un sueño de algodón
que consiguió engancharse en el pico de la cigüeña.

Η ΘΥΣΙΑ

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Έρωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

EL SACRIFICIO

El ciego sacerdote sacrificaba en el altar un cervatillo
los tambores resonaban rítmicamente
los invitados se disponían a comer
huesos humanos y carnes
cubiertas diestramente de raíces
una serpiente saltó de libros antiguos
la mujer asustada cubrió su sexo
un féretro de madera con animales y aves
hiende la lluvia
el hombre corre a un pantano
la mujer se duele, da a luz a niños culpables
un día descubren una estrella medio apagada
asan sobre ella la carne y la comen
los dos se quedan de pie ante un altar
saben que ellos son el cervatillo
que el sacerdote jamás se equivoca
que sus propias carnes
comerán los invitados a la mesa.
Y, entonces, el hombre pronuncia tranquilamente una palabra
y es el nombre del Señor
Soberano del Baile y de las Olas
y se presenta de pronto entero, íntegro, temible
el Amor de todo
con la Luna en brazos
y se forma otra vez el Mundo.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙΙ

Γάζες από χαμόγελα στο στόμα
έθαψες πια τους νεκρούς,
τον Κρέοντα τον κουβαλάς μαζί σου,
τον ψάχνεις στους άντρες που αγαπάς.
Γνώρισες τους κανόνες της απώλειας
την πνιγηρή υγρασία της σπηλιάς.
Τώρα πια γυαλίζεις τα ασημένια σου σερβίτσια
ενώ οι γύπες κάθε μέρα αφαιρούν
παράθυρα, σκεπή, αύριο την πόρτα
κι εσύ κάτι πρέπει να θυμηθείς
που όμως συνέχεια διαφεύγει.
Κι έτσι ολότελα γλιστράς
το αλλού γίνεται άλλοθι
και όλα τα ποιήματα νερό.

ANTÍGONA II

Gasas de sonrisa en la boca
enterraste ya a los muertos,
a Kreonte lo llevas contigo
lo buscas entre los hombres que amas.
Conociste las reglas de la perdición
la asfixiante humedad de la cueva.
Ahora lustras ya tus cubiertos de plata
mientras los buitres sustraen cada día
ventanas, techo, mañana la puerta
y tú algo debes recordar
que, sin embargo, se escapa a continuación.
Y así te deslizas completamente
el “en otro sitio” se transforma en otra parte
y todos los poemas en agua.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Όλοι oι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να
’ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν γιά πάντα στήν σιωπή;

PENÉLOPE

Todos los novios visten la misma máscara,
con forma de machos cabríos se inclinan sobre mí
y me acarician
con dedos llenos de anillos.
¿Dónde estará ahora Ulises
cuántas pequeñas estalactitas
se hielan en una lágrima,
por qué el cielo duerme siempre
con los ojos abiertos,
por qué Ulises es extranjero
y mi nombre, Penélope
y no tengo en propiedad ni tierra firme ni isla,
ni guerra para luchar,
ni Caballo de madera para ocultarme
por qué la luna tiene siempre un rostro oculto
en un pozo sin fondo?
¿Por qué, finalmente, cualquier poema que teja
tiene por hilos aterciopelados mujeres
que brillan un poco en la oscuridad
antes de apagarse para siempre en el silencio?

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Έξι μήνες σε νυμφεύομαι,
κορμί από πορτοκάλι,
τσακάλια βδέλλες
κολλούν στη σάρκα μου,
σε τρώω κι ύστερα με τρως,
στολίζομαι με λάσπη
και το νυφικό
ξεσκίζουν δέκα τυφλοπόντικες.
Ύστερα επιστρέφω,
παρθενική και μόνη,
να μυηθώ στην ποίηση.
Έτσι από τον πηλό
πλάστηκε η ζωή.

PERSÉFONE

Seis meses me caso contigo,
cuerpo de naranja,
chacales sanguijuelas
se pegan en mi carne,
te como y después me comes,
me adorno con barro
y también el traje nupcial
lo destrozan diez topos.
Después regreso
virgen y sola
para iniciarme en la poesía.
Así, del barro
se formó la vida.