6/06/2018

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο Αθηνών) και εργάζεται ως Καθηγητής-μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο στον Τομέα της Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. (Συν)εργάζεται ως δημοσιογράφος. Είναι μέλoς της συντακτικής ομάδας των μουσικών περιοδικών www.musicheaven.gr και www.musicpaper.gr. 
Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά (Δίφωνο, Μετρονόμος, Όασις, «Βιβλιοθήκη» Ελευθεροτυπίας, «Καλειδοσκόπιο» κ.ά. Eπιμελείται την ποιητική Σειρά Ποιείν των εκδόσεων Μετρονόμος. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά («Εντευκτήριο», «Ποιητική», «Πλανόδιον», «Οδός Πανός», «Κουκούτσι», «Osiris» (Αμερική), «HQ-Poetry Magazine» (Αγγλία) κ.ά.)`
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Η Ανοσία της Άγνοιας, ποίηση, εκδ. Οδός Πανός 2008
* Η Ιστορία ενός Ανθρώπου, ποίηση, εκδ. Μετρονόμος 2011.
* Πέντε Αστικές Ωδές, στίχοι, εκδ. Ενδυμίων 2013 (e-book)
Πολυπολιτισμική Ταυτότητα και Λογοτεχνία/ Μια συγκριτική θεώρηση των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών Α’ βαθμιας Εκπαίδευσης, 2003 & 2011, εκδ. Διάδραση 2015


ΓΡΑΝΑΔΑ

Στο τρίλοφο γυρνάς σαν μια μιγάδα
Τα δυο σου χείλη στα ποτάμια ξεδιψάς
Έχεις το βλέμμα «Τεθλιμμένης Παναγιάς»
Στο χέρι ρόδα και ασήμι απ’ τη Γρανάδα.
Κόκκινη πέτρα σου χαρίζουν. Δεν μιλάς.
Είναι η σιωπή σου απ’ την τέχνη της Αλάμπρα
Και στο λαιμό εκείνη η γυάλινή σου χάντρα
Σε στιγματίζει πάντοτε όπου κι αν πας.
Λόφος των ξένων. Η δική σου διαδρομή.
«Ποια γη ηρεμεί τον ξένο σαν πεθάνει»
Πάλι η σκέψη ενώ κοιτάς το Σιντριβάνι
Με τα Λιοντάρια να κυκλώνουν την πηγή.
Παντού ηχούνε του Tarrega οι «Αναμνήσεις»
Εδώ, στο Νότο, στη θλιμμένη Ανδαλουσία
Δυο ερωτήματα σαν μόνη περιουσία
«Από πού έφυγες» και «πούθε να γυρίσεις».

IN MEMORIAM

Βλέπω συχνά στον ύπνο μου πως είμαι στοιχειωμένος
Πως βγαίνουνε φαντάσματα με χάλκινους ζωστήρες
Οι Μνήμες επιστρέφουνε κι εγώ σαν ναρκωμένος
Κοιτάζω μες τα μάτια τους, δυο μαύροι οδοστρωτήρες
Τα χέρια τους ορθάνοικτα σαν μουσουργοί εν δράσει
Στα δάχτυλά τους κρέμονται ζυγοί ψυχοστασίας
Ο Θωθ μετρά ξαναμετρά ποια πρέπει να γεράσει
Και ποια αιώνια θα ζει δίκην αποστασίας
Η Μια με το θαλασσινό σαρκίο πλησιάζει
Όλα τα φύκια των βυθών σαλεύουν στο άγγιγμά της
Στο Ρότερνταμ κοιμίζομαι, ξυπνάω στη Βεγγάζη
Με νανουρίζει ο Ζέφυρος, οι Άρπυιες κι ο Μπάτης
Καταμεσής  του αισθήματος η Άλλη με πηγαίνει
«Για τη σκουριά του έρωτα γυαλόχαρτο δεν φτάνει»
Χαμογελά σαρκαστικά κι ειρωνικά μου κραίνει
Κι εγώ απαντώ «τη θάλασσα την πνίγει το λιμάνι»
Η Τρίτη κέρματα σκορπά από παλιά πορθμεία
Της Στύγας, του Αχέροντα, της Αίθουσας της Κρίσης
Ακούω γνώριμες φωνές του Γιώργου, του Ηλία
Μα δεν διαφαίνεται ποτέ του δράματος η λύσις
Με μια ηχώ μελωδική η Τέταρτη μού γνέφει
Υμέναιοι, Ιάλεμοι, Καντάδες, Μπλουζ και Κώμοι
Η κάθε νότα είναι υγρή είναι κι από σεντέφι
Η πιο μικρή σταλαγματιά κι οι πιο μεγάλοι πόνοι
Η Ύστατη στην πρώτη μου πατρίδα γυροφέρνει
Δυο πιθαμές από τη γη μα ανάστημα μεγάλο
Σαν μάντης Κάλχας που μιλά, σαν νύφη πολύφερνη
Ένα παιδί με χαιρετάει μ’ ένα βουβό σινιάλο
Κι όταν γυρίζω απ΄το όνειρο κάθιδρος, τρομαγμένος
Ακούω τα φαντάσματα με ξύλινους κοθόρνους
Οι Μνημες ξαναφεύγουνε κι εγώ σαν σαλεμένος
Ακολουθώ τα χνάρια τους μες τους μεγάλους δρόμους

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ

Ο πόθος  με ταξίδεψε πιο πέρα από το σώμα
Τα μάτια μου τα γύμνασα σε κοραλλένια χείλη
Τα βήματα μου έστειλα σε ναρκοπέδια μνήμης
Και οδοφράγματα έσπασα τριγύρω από το στόμα
Τα χέρια είδανε πολλά μα πιο πολλά η καρδιά μου
Λεχώνες ήταν οι χαρές γεννήτορες οι φόβοι
Είδα κοπάδια να περνούν οι ψεύτες και οι νόμοι
Τις ενοχές να μου πουλούν σαν μόνα γιατρικά μου
Μύρισα ανθρώπινα κορμιά, καημούς και ναφθαλίνη
Αυθαίρετα αισθήματα με βία γκρεμισμένα
Μέτρησα πέτρες και σιωπή στο μέλι βουτηγμένα
Και αρρώστιες να τρέχουνε σαν πεινασμένα κτήνη
Γνώρισα μύθους να γλεντούν ζεστό το μερτικό τους
Και μετανάστες να μετρούν τα «Όχι» για να ζήσουν
Αλλότριες χώρες ξένη γη να ψάχνουν να βαπτίσουν
Θρησκείες ν’ ονοματίζουνε «Θεό» το φονικό τους
Έρωτες πένθησα λειψούς, σε οθόνη αυνανισμένους
Παιδιών ανάσες ζωηρές στο χθες σαν κουρδισμένες
Γεύσεις, πρωτόγονες τροφές, δηλητηριασμένες
Και τις επιτυχίες μας σαν θύματα άγριου μένους
Κι αν ήρθαν μέρες δύσκολες, μέρες ευλογημένες
Τα βράδια μου στο ζύγισμα το χρόνο τον νικούσα
Όλου του κόσμου τις φωτιές στο βλέμμα μου κεντούσα
Στα δόντια μου ήταν οι στιγμές σαν σφαίρες μασημένες

ΠΑΛΜΥΡΑ 2015 μ.Χ.

Η τέχνη μεταμορφώνεται από νύμφη σε πεταλούδα
καθώς εσύ θρυμματισμένη Νύμφη της Ερήμου
καθρεπτίζεσαι στα ερείπια των ερειπίων σου
δίχως προοπτική αντανάκλασης.
Οι αρχαίοι κίονες που στύλωναν τη μνήμη
τώρα εκτινάσσονται στο άπειρο σαν κόκκοι της άμμου
ίδιοι με την ανάερη έμπνευση
πριν γίνει ανάπηρη θρηνωδία του Calderón de la Barca.
Ο Tiepolo κοιτάζει αμίλητος τη Ζηνοβία που κλαίει.
Δίπλα του ο Rossini καπνίζει σκεπτικός.
Κι εγώ εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά τους
σηκώνω από τη γη μια τυχαία πέτρα
εις ανάμνηση της Ιστορίας που τελειώνει.

ΣΤΙΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ

Στις εσχατιές της θύμησης
έριξα απόψε παραγάδι
γιατί είναι νύχτα έναστρη
και τ’ άστρο μου μισό.
Θορυβώδη κελεύσματα νεότητος
οι στιλπνοί λαρυγγισμοί της αμαρτίας
όπως ανέτελλαν στα μεσαιωνικά της χείλη
και έδυαν στο ανέπαφο της σάρκας.
Σαρανταποδαρούσες ηδονές,
το γένος σαρκοφάγων,
τι ειρωνεία
το δηλητήριο του πάθους να εκκρίνουν
μέσα σε φλέβες γηραιές.
Πόσες θρομβώσεις τύψεων
και αναχώματα ηθικής
ματαίωσαν την πραγματικότητα
καθηλώνοντας τη φαντασία μας στο χώμα.
Και ήταν μόλις νύχτα.

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
   Στον Τάσο Λειβαδίτη

Τα βράδια  επισκέπτομαι  τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν  στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου. 

 Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
                  Στον Γιώργο Σεφέρη

Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται
   πάνω στα θεμέλια της μνήμης.
Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του
  να αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου
του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος
   χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του
έστω ένα στίχο
             να κρατήσει στο βλέμμα του
ένα θρυμματισμένο άγαλμα
    και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του
μέσα στις μικρές του φούχτες.
Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα
καλώδια,
οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,
          ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα
και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.
Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες
οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες
διαβάζονται πια σαν ξόρκια
      όχι σαν ιστορία
και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες
               το χρήμα να ξεπλένει το αίμα
               το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.
Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο
περπατώντας μέσα στα γήπεδα.
Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες
          επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.
Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών
και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.
Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους
να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά
         και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα
φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.
Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστια μας
         με αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα
κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος
στο ίδιο έργο.
Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
              οι λίθοι που την οικοδομούν.
ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη
θεού.
Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.
Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.
Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.
Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.
Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.
Δεν είναι πια τόπος.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Τα σπίτια ανήκουν στους νεκρούς τους
όπως τα οστά αλόγων στους καβαλάρηδές τους.
Να αρχίζεις από το ξεφλούδισμα των τοίχων
για να φθάσεις κάποτε στο μίσχο τους
ποτέ από τις πόρτες ή τα παράθυρα
φέρνουν πάντα μιαν αναμονή.
Ύστερα να ξεκαρφώνεις τις σανίδες
αργά αργά να μη χαθεί ούτε ένα βάδισμά τους
κι έπειτα να αποκαθηλώνεις το ταβάνι
στερεωμένο τόσα χρόνια απ’ τους καπνούς τους.
Τα έπιπλα μην τα ρωτάς, δεν ωφελεί.
Έχουν όρκους αιωνιότητας με την αφή τους.