Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΦΕΤΖΗΣ -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ





O Κωνσταντίνος Καφετζής γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Σπούδασε θέατρο στη δραματική σχολή «Ιάκωβος Καμπανέλης». Δημοσίευσε σε ιστοσελίδες ποιήματα και θεατρικά του κείμενα. Συμμετείχε στο εργαστήρι ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Γνωρίζει αγγλικά και ισπανικά.

Ερωτική σύμπραξις

Αύγουστος μήνας
Σαββατο
          να καίει ο τόπος.

Στα δέντρα πάνω ο ιδρώτας τρέχει
και πάνω στα κορμιά,
το φύλο βρίσκει τον φίλο του και παίζουν
-μες τα  σεντόνια-
οι μεγάλες γνωριμίες, από λαχτάρα και πεθυμιά βγαλμένες,
ταΐζουν το ατάϊστο                     
                   -το αίμα-
το αρχέγονο
          το καθαρό
                   το άγιο

Οι λέξεις σου τρεμάμενες
-σαν δοξασία σε Αγίους, που δεν μαρτύρησαν ποτέ-
πέφτουν και σπαν
λερώνουν το ολόλευκο
νεανικό σου σώμα
που το δανείζεις  στην αιωνιότητα

Αυτοί που αγαπούν
μου λες
          χαρίζουν χρόνια στον Παράδεισο

Κι απ’ το μισογερτό παράθυρο
δεν είν’ το φως που πέφτει
μα η ζωή που ξέχασε
πως γέρνει προς
                             το θάνατο.
Το πέρασμα

Δεν ήρθα για να μείνω
Τυχαία πέρασα από δω
Όλως τυχαίως ξεκίνησα
Όλως τυχαίως τελειώνω

Με κάποιο όνομα ή μη
το ίδιο παραμένω
Αν είμαι ανήρ ή θήλυ

-Ούτε που το  θυμάμαι-

Αυτά που μου ’δωσαν να βάλω
για μια αιδώ Μητέρα –τα ’χουνε κρύψει

Τι σημασία έχει

Έλα να πούμε δυο κουβέντες
πότε θα ξανασμίξουμε;

Ας περιμένουμε κι οι δυο το τίποτα

Η μοίρα του ανθρώπου είναι να περιμένει

Κι αν κάνει να ελπίζει, βλαστήμια θα ’ναι
κι η ελπίδα

Αγορά τροφίμων

Εχτές, ώρα μεσάνυχτη
ή μισάνοιχτη
-δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό-
βρέθηκα να περπατώ στην αγορά

Με πάγκους διάφορους, αδιάφορους
με δορυφόρους πωλητές
να στήνουν την πραμάτεια τους και να φωνάζουν

-Πόση απόγνωση Θεέ μου-

Φρούτα σαν συναισθήματα
Λαχανικά συνείδησης
-και πόσο  να ’χει το κιλό-
να λάμπουν φως κάποια απ’ αυτά  κι άλλα  σκοτάδι να εκπέμπουν
απ’ τις περιπλανήσεις  τους και τις παραπλανήσεις
μες τα τελάρα που τα βάνουν.
-Σημεία των καιρών θα πει κανείς, για να ’χει να πορεύεται-
Σα λίγο παρακάτω
βλαστάρια εμπνεύσεως είδα, σε κάποιους πάγκους στοιβαγμένα
-από λαχανίδες έπαρσης και αδιαφορίας-
δεν είν’ της εποχής, μου είπαν,
από Χειμώνα πάλι και με προσπέρασαν.
Γύρεψα ύστερα  λίγα μπαχαρικά  της αθωότητας
λίγο να τα μυρίσω  ή όχι
-και πάλι- δεν είμαι σίγουρος
γιατί τ’ αγόρασα

Άνοιξα  με αργές κινήσεις το τσαντάκι μου
κι ένα διχτάκι πλαστικό για όλες τις χρήσεις έβγαλα
-Για να μπορώ να διώχνω ό,τι με φοβίζει-

Ας πάρω κάτι, να μη φύγω μ’ άδεια χέρια

Μα μη  με κακοπιάνεις που θέλω κάτι  ν’ αγοράσω
Είναι που κανείς δεν βρέθηκε, να θέλει να χαρίσει....

Βαθιά  απιστία

Την Σταύρωσή σου
ακριβά την ξεπληρώνω
Και την Ανάσταση σου
- αν πεις-
φτηνά την εμπορεύεσαι
σαν τους  πλανόδιους  πωλητές
από παζάρι σε παζάρι, κάθε Κυριακή του χρόνου.
Μα εγώ, ένας άνθρωπος είμαι.
-Δεν ξέρω-
παρά μόνο από θάνατο.
Νομοτελειακά αν το δεις, με έριξες κάτι χρόνια πίσω.
Μα εγώ πορεύομαι
άλλες δειλά
άλλες με παρρησία
και με την πίστη μου σε σένα, κάτω από την μασχάλη μου
-όχι δεν είναι πίστη, φόβος είναι-
μην τύχει και δε βρω την αιώνια γαλήνη των καιρών
που ψεύτικα  μου υποσχέθηκες.

Κανείς δεν είναι μόνος
ακόμα κι εσύ που έχεις άλλους Θεούς –συνεργούς.
τώρα τι κάνετε τόσοι Θεοί
θα με γελάσεις
και δεν είμαι  πια για τέτοια τώρα
-άσε-  με γέλασαν κι άλλοι, πολλοί.

Να μη  φοβάσαι. Δε θα με  χάσεις σα πελάτη

Πέρασαν τόσα χρόνια.
Ώσπου έμαθα να περπατώ μονάχος.
  
Προσχέδιο για την άνοιξη

Χρωστάω ένα ποίημα για την Άνοιξη,
για να ’χουν να με λένε
ρομαντικό ποιητή
αλλά όποτε είναι Άνοιξη, ξεχνιέμαι
Άσε –λέω- για τον Χειμώνα
Μα όπως και να το κάνεις μάτια μου
Ένας Χειμώνας, δεν είναι Άνοιξη.

Ο ποιητής

Την ποίηση –λεν- την έχεις μέσα σου
Τρύπησα εχτές τις φλέβες μου
και βρήκα ερυθρά, αλήτικα, αιμοσφαίρια
λευκά, αμυνόμενα υπέρ του πατρίου εδάφους, κύτταρα
κι άλλα στοιχεία
κι άλλα στοιχειά.
Διαμέλισα τις σάρκες μου
Διαμέλισα τα σπλάχνα μου
Κομμάτι, κομμάτι γεύτηκα απ’ την πικρή μου σάρκα
Καμία ποίηση δεν βρήκα

Ποιος ξέρει τελικά
αν  είμαι ποιητής

Το μέγεθος της οφειλής

Οφείλω κάποιες λέξεις στα ποιήματά μου
Και κάποια έκταση
αντιστρόφως ανάλογη με το συναίσθημα μου
Ας είναι
ότι φτιάχτηκε
ότι συνέβη
έγινε, γιατί έτσι έμελε να γίνει..

Οφείλω  κάποια αλήθεια.
-Μα τι να κάνεις-
 που το ψέμα τον λόγο κάποτε ομορφαίνει.
Η μοναξιά, μου λες , δεν έχει μέτρο όπως κι ο πόνος.
Καμιά φορά τα καταφέρνω να ξεφύγω.
Πάλι καλά που υπάρχει η ελπίδα
Αυτή που  θρέφει ψευδαισθήσεις που συγκρατεί ανέμους
ανέλπιδους, θανατηφόρους

Ίσως και να ’ταν Άνοιξη

Πρέπει να μύριζε Άνοιξη
κι εγώ
είχα κουρνιάσει, ολόκληρος
-μαζί με τα όνειρά μου-
επάνω στους γοφούς σου.
Μου μίλαγες και δάκρυζα
          Γι’ αγάπη;
                   Για τον έρωτα;
                             Για τη χαρά την πρώτη;
Ίσως να ήταν Άνοιξη
Ένα λουλούδι μου ‘δινες
κι ένα μαντίλι
           κόκκινο
                   σαν ηδονή να καίει
Μου μίλαγες και γέλαγα
          Για χωρισμό;
                   Για θάνατο;
                             Για την αιώνια λύπη;

Ήταν πράγματι  Άνοιξη
τα χείλη σου ανοίγανε σαν ρόδα με αναστεναγμούς
κι ότι κοιτούσες χύνονταν, να γίνει πάλευε νέο αίμα
Ήταν πράγματι Άνοιξη.
Μια ματζουράνα νόμιζε πως ήταν ανεμώνη.
Έσκυψες και τραβήχτηκε
Μη  χάσει τ’ άρωμά της


Σου μίλαγα και έφευγες.
                                                                   Χανόσουν στον ορίζοντα.

Όχι, δεν ήταν Άνοιξη.
Είχα ξεχάσει τη βροχή
που όλα ταχε μουσκέψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου