5/21/2018

Rubén Darío - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)




Νικαραγουανή ποίηση (Poesía nicaragüense)    

 Rubén Darío  

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
(Traducción: Stelios Karayanis)

 Ο Φέλιξ Ρουμπέν Γκαρσία Σαρμιέντο (Félix Rubén García Sarmiento), γνωστός ως Ρουμπέν Νταρίο (1867-1916) ήταν Νικαραγουανός ποιητής που εγκαινίασε το λογοτεχνικό ρεύμα του μοντερνισμού (modernismo). Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους ισπανόφωνους ποιητές και είναι γνωστός με το προσωνύμιο «πρίγκιπας των ισπανικών γραμμάτων». Η επιρροή του στην ισπανόφωνη και ισπανική ποίηση υπήρξε καθοριστική. Ο Νερούδα και ο Λόρκα αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του και τις οφειλές τους στη μυθική μορφή τού ισπανόφωνου μοντερνισμού.
Από μικρός θεωρήθηκε παιδί-θαύμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι από τριών χρονών ήξερε να διαβάζει, ενώ δημοσίευσε το πρώτο του σονέτο στα δεκατρία. Τις πρώτες του λογοτεχνικές επιρροές αποτέλεσαν οι Ισπανοί ποιητές της εποχής (Χοσέ Θορρίγια, Ραμόν ντε Καμποαμόρ, Γκασπάρ Νούνιεθ ντε Άρθε) και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Σημαντικότατη υπήρξε και η επίδραση του Πολ Βερλαίν.

Félix Rubén García Sarmiento, conocido como Rubén Darío (1867-1916), fue un poeta, periodista y diplomático nicaragüense, máximo representante del modernismo literario en lengua española. Es, posiblemente, el poeta que ha tenido una mayor y más duradera influencia en la poesía del siglo XX en el ámbito hispánico. Es llamado príncipe de las letras castellanas.
Para la formación poética de Rubén Darío fue determinante la influencia de la poesía francesa. En primer lugar, los románticos, y muy especialmente Víctor Hugo. Εl propio Darío sintetiza sus principales influencias afirmando que fue "con Hugo fuerte y con Verlaine ambiguo".


LOS PESCADORES DE SIRENAS

Péscame una, ¡oh egipán pescador! que tenga en sus escamas radiantes la irisada riqueza metálica que decora los admirables arenques. Péscame una cuya cola bifurcada pueda hacer soñar en el pavo real marino, y cuyos costados finos y relucientes tengan aletas semejantes a orientales abanicos de pedrería. Péscame una que tenga verdes los cabellos, como debe tenerlos Lorelay, y cuyos ojos tengan fosforescencias raras y mágicas chispas; cuya boca salada bese y muerda cuando no cante las canciones que pudieran triunfar de la astucia de Ulises; cuyos senos marmóreos culminen florecidos de rosa, y cuyos brazos, como dos albos y divinos pitones, me aten para llevarme a un abismo de ardientes placeres, en el país recóndito en donde los palacios son hechos de perlas, de coral y de concha de nácar. Mas esos dos sátiros que se divierten en la costa de alguna ignorada Lesbos, Temple o Amatunte, son, ciertamente, malos pescadores. El uno, viejo y fornido, se apoya en un grueso palo nudoso, y mira con cómica extrañeza la sirena asustada y poco apetecible que su compañero ha pescado. Ese saca la red, y no parece satisfecho de ser pesca. De los cabellos de la sirena chorrea el agua, formando en el mar círculos concéntricos. Sobre las testas bicornes y peludas se extiende, al beso del día, un fresco follaje, mientras reina en su fiesta de oro, sobre nubes, tierra y olas, la antorcha del sol.



ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Ψάρεψέ μου μια, ω Αιγύπτιε ψαρά!, που τα λέπια της να λαμποκοπάνε από τον ιριδωτό μεταλλικό πλούτο, που τις θαυμάσιες ρέγκες στολίζει. Ψάρεψέ μου μια, που η διχαλωτή ουρά της να μπορεί να με κάνει να ονειρεύομαι το θαλασσινό βασιλικό παγώνι, που τα πλευρά της τα φίνα και λαμπερά να έχουν φτερά όμοια καθώς οι ανατολίτικες βεντάλιες, οι καμωμένες από πολύτιμες πέτρες. Ψάρεψέ μου μια, που να έχει πράσινα τα μαλλιά, όπως πρέπει να τα έχει η Λορελάυ, και που τα μάτια της να βγάζουν φωσφορισμούς σπάνιους και μαγικούς σπινθήρες· που το στόμα της το αλμυρό να φιλάει και να δαγκώνει, όταν δεν τραγουδάει τα τραγούδια που θα μπορούσαν να νικήσουν την πανουργία του Οδυσσέα· που τα μαρμάρινα στήθη της να μεσουρανούν με μια ανθοφορία από ρόδα και που τα μπράτσα της, σαν δύο λευκοί και θεϊκοί πύθωνες, να με αιχμαλωτίζουν για να με ανυψώσουν σε μιαν άβυσσο από φλογερές ηδονές, σε μια χώρα απόκρυφη, όπου τα κάστρα και τα παλάτια είναι φτιαγμένα από μαργαριτάρια, από κοράλλια και από κοχύλια σεντεφένια. Αλλά εκείνοι οι δύο Σάτυροι που διασκεδάζουν στην ακτή κάποιας άγνωστης Λέσβου, Τέμπλου ή Αμαθούντας, είναι, ασφαλώς, κακοί και αδέξιοι ψαράδες. Ο πρώτος, γέρος και μεγαλόσωμος, κρατιέται σ’ ένα όλο ρόζους, κακοφτιαγμένο ιστίο και κοιτάζει με μια κωμική παραξενιά τη Σειρήνα, τη φοβισμένη και λίγο επιθυμητή, που ο σύντροφός του έχει ψαρέψει. Αυτός τραβάει το δίχτυ και δε φαίνεται ικανοποιημένος απ’ το ψάρι του. Από τα μαλλιά της Σειρήνας σταλάζει το νερό, σχηματίζοντας πάνω στη θάλασσα κύκλους ομόκεντρους. Πάνω απ’ τις τριχωτές και δικέρατες κεφαλές ξανοίγεται, στο φιλί της μέρας, ένα υγρό φύλλωμα, ενώ βασιλεύει, μέσα σε μια φιέστα από χρυσάφι, πάνω απ’ τα σύννεφα, τη γη και τα κύματα, η δάδα του ήλιου.


MÚSICAS NOCTURNAS

Se nota la falta de españoles entre los emigrantes. No se oyen las guitarras animadoras, ni las castañuelas; ni se ve danzar la jota, o la seguidilla con acompañamiento de palmadas y jaleos. Ciertamente, van gentes de otro espíritu y de otras costumbres. Apenas, en esta noche en que brilla la luna, se oye un precario acordeón que toca un vago vals vienés. Desde la masa humana de tercera sube es música como con fatiga, y parece que todos escuchan en silencio. Arriba -e vidi quatro stelle- brilla la Cruz del Sur; y un creciente de luna platea la noche y pone una luz apacible sobre las aguas. El acordeón sigue en un Danubio azul interminable. La orquesta ha comenzado sus tocatas al otro lado del barco, en la veranda. Luego, hay un silencio, turbado apenas por el roce de las olas con el casco del vapor. Y en medio de ese silencio, de la masa humana de los emigrantes, brota un coro sonoro y grave que se diría religioso en la tranquilidad de la poesía nocturna. Son los alemanes. Cantan, con su amor musical, una canción de su país, una de esas canciones que son propias a los hombres del Norte, hombres impregnados del “vapor del arte” que han vivido cerca de las selvas oscuras, y han oído, cerca de las ruinas de los castillos en que habitaron los viejos margraves, cantar sobre los árboles de leyenda los ruiseñores, lanzar sobre el Océano su canto, hijos de la pensativa y melodiosa Germania; y no se sabría adónde dirigen el ímpetu armonioso, si a la tierra antigua que dejaron, o a la nueva en donde ven surgir una esperanza.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Αισθητή είναι η απουσία των Ισπανών ανάμεσα στους μετανάστες. Δεν ακούγονται οι όλο κέφι κιθάρες ούτε οι καστανιέτες· ούτε φαίνονται κάποιοι να χορεύουν με συνοδεία από παλαμάκια και φωνασκίες. Σίγουρα, πηγαινοέρχονται άνθρωποι με διαφορετικό πνεύμα, με άλλες συνήθειες. Μόλις που ακούγεται μέσα σ’ αυτή τη νύχτα, όπου λάμπει η σελήνη, μελαγχολικό ένα ακορντεόν να παίζει ένα αργόσυρτο βιενέζικο βαλς. Μέσα από την ανθρώπινη μάζα της τρίτης θέσης ανεβαίνει αυτή η μουσική σαν κάπως κουρασμένη και φαίνεται όλοι να την ακούνε μες στη σιωπή. Πάνω -με τα τέσσερά του αστέρια- λάμπει ο Σταυρός του Νότου· και μια ημισέληνος ασημώνει τη νύχτα και ρίχνει ένα φως πραϋντικό και γαλήνιο πάνω στα νερά. Το ακορντεόν συνεχίζει σε ένα γαλάζιο και απέραντο Δούναβη. Η ορχήστρα άρχισε με τα κρουστά της στην άλλη μεριά του καραβιού, στο κατάστρωμα. Ύστερα η σιωπή, μια σιωπή που απλώνεται σχεδόν απ’ την επιφάνεια των κυμάτων και που καλύπτει όλο το κατάστρωμα του βαποριού. Και στο μέσο αυτής της σιωπής, μέσα από τη μάζα την ανθρώπινη των εμιγκρέδων, αρχίζει ένας χορός επιβλητικός, βαρύς και ηχερός, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και θρησκευτικός μες στη γαλήνη της νυχτερινής ποίησης. Είναι οι Γερμανοί. Τραγουδάνε, με την αγάπη τους για τη μουσική, ένα τραγούδι  της πατρίδας τους, ένα από εκείνα τα τραγούδια που θεωρούνται χαρακτηριστικά των ανθρώπων του Βορρά, ανθρώπων μυημένων «στο πνεύμα της τέχνης», που έζησαν κοντά στα σκοτεινά τα δάση και άκουσαν, κάτω απ’ τα ερείπια των κάστρων, όπου κατοικούσαν οι γέροι πρόγονοί τους, να τραγουδούν πάνω στα μυθικά δέντρα τ’ αηδόνια, να κραυγάζουν δυνατά πάνω απ’ τον Ωκεανό το τραγούδι τους, τα παιδιά απ’ τη συλλογισμένη και μελωδική Γερμανία· και δε θα μπορούσε με ακρίβεια να λεχθεί προς τα πού εκφράζουν την ορμή και το αρμονικό τους ταμπεραμέντο, αν είναι δηλαδή για τη χώρα που άφησαν ή για τη νέα, απ’ όπου βλέπουν να ξεπροβάλει μια κάποια ελπίδα.


MONOTONÍA DEL MAR

¡Otra vez! Monotonía de las travesías, de las gentes, siempre las mismas: hombres de negocios, viajantes de sus aburrimientos, apacibles mamás, inglesas tiesas, coquetas, cocotas; y en los amontonamientos de la tercera clase, los rebaños de la inmigración, las almas opacas o revueltas de la carne de fatiga, los que van soñando una ilusión de bienestar: un Brasil, un Uruguay, una Argentina de oro. Monotonía de la inmensidad de agua, que cambia a cada instante, permaneciendo la misma: los colores de los cristales del Océano son ya más oscuros, más brillantes, más transparentes; mas siempre es el eterno espectáculo de esta divinidad visible y móvil, que llega a fatigar con su aspecto vasto e invariable. Apenas las fiestas del sol cambian, con sus decoraciones inauditas y sus rompimientos de oro y piedras preciosas, la visión fatigante, y el corazón de la máquina rítmica, también monótonamente, el paso del barco sobre las olas; y en ninguna parte como en medio de esta inmensa monotonía se despiertan en el espíritu dos misteriosos dones del alma: el recuerdo y la esperanza.



ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Και ξανά! Μονοτονία των δρόμων και των ανθρώπων που πάντοτε είναι οι ίδιοι: άνθρωποι του εμπορίου, ταξιδιώτες από πλήξη, ευγενικές μητέρες, Εγγλέζες ψυχρές, κοκέτες, κοκότες· και μες στον συνωστισμό της τρίτης θέσης, τα κοπάδια των μεταναστών, οι ψυχές οι σκοτεινές ή οι βυθισμένες μέσα στα κουρασμένα σώματα αυτών που δειλά-δειλά ονειρεύονται μια ψευδαίσθηση γλυκιάς ζωής· κάποια Βραζιλία, κάποιαν Ουρουγουάη, κάποια Αργεντινή του χρυσού. Μονοτονία της απεραντοσύνης του νερού, που αλλάζει κάθε στιγμή παραμένοντας το ίδιο: τα χρώματα των κρυστάλλινων νερών του Ωκεανού είναι ήδη πιο σκοτεινά, πιο λαμπερά, πιο διάφανα· μα πάντοτε είναι το ίδιο θέαμα, απ’ αυτή τη θεϊκή ομορφιά, την ορατή και κινούμενη, που τελικά κουράζει μ’ αυτή τη θέα του αχανούς και του αμετάβλητου. Αίφνης οι γιορτές του ήλιου αλλάζουν, με τις απίθανες τις διακοσμήσεις τους και τα θραύσματα από χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, τον κουρασμένο ρεμβασμό, και η καρδιά της μηχανής ρυθμίζει, επίσης βαριεστημένα, το πέρασμα του πλοίου πάνω απ’ τα κύματα· και σε κανένα μέρος, όπως καταμεσής σ’ αυτή την απέραντη μονοτονία, δεν εγείρονται μέσα στο πνεύμα τα δύο μυστηριώδη δώρα της ψυχής: η ανάμνηση και η ελπίδα.


LOS BOHEMIOS

Son bohemios de verdad los que en la tercera clase manchan con los vivos y alegres colores de sus vestidos vistosos la muchedumbre aglomerada de los trabajadores que van en busca de las tierras pingües y generosas. Es una numerosa tribu, que viene quién sabe de dónde y que habla no sé qué lengua áspera y bárbara: húngaro, búlgaro, algo balcánico. Hay un anciano, muy anciano, que es el jefe, el patriarca. Él y los otros hombres visten chaquetones oscuros, que tienen por botones profusas y enormes bellotas de plata. Otros llevan camisas rojas, o de telas que dirían de cortinajes y tapicerías, de colores detonantes. Son fuertes, morenos y velludos. Uno tiene la cara de un chivo, a otro le forma el tupido velo, recortado en redondo, como un capacete de seda espesa y denegrida. Son tipos de procreadores. Las mujeres son fuertes, macizas, de aspectos variados y de cierta belleza. Una, de perfil caucásico, ya de alguna edad, lleva al cuello y en las dos gordas trenzas que le caen por el pecho como hasta veinte antiguas onzas de oro de España. Hay otras más jóvenes, hembras que revelan animalidad libre y larga fecundidad. Una se creería sacada de un bajorrelieve, sensual, de ojos fogosos; otra es casi rubia; otra se juzgaría andaluza, y las hay con algo de las razas nórdicas. Pero todas parecen doradas por el sol, cuyo retiro van buscando los cosroitas; todos traen a la memoria cuentos de mal de ojo y de buenaventura; todos hacen recordar versos del Richepin turanio de antaño; todos tienen la pátina de azar, el relente de la vida errante, el secreto quizá de la relativa felicidad, parientes de las bestias de los montes y de los pájaros del aire, predilectos de la luz, confidentes del mono, del perro y del oso, amantes del sol y de la libertad. Para comer, tienen un tapiz en que hay simuladas admirablemente hojas de árbol, y allí toman el té de su samovar, con rajas de limón y pan que cortan con sus cuchillos y navajas. Y luego fuman, desde el niño de cuatro años, que parece un duende, hasta el viejo curtido por vientos y soles, que se asemeja a un brujo.


ΟΙ ΜΠΟΕΜ

Είναι στ’ αλήθεια μποέμ αυτοί της τρίτης θέσης, που με τα ζωντανά και χαρούμενα χρώματα των πολύχρωμων φορεσιών τους, λεκιάζουν και τονίζουν τον ακατάσχετο συρφετό των εργατών, που πάνε αναζητώντας τις χώρες τις πλούσιες και τις πολιτισμένες. Είναι μια αναρίθμητη φυλή, που έρχεται ποιος ξέρει από πού και που μιλά δεν ξέρω κι εγώ ποια γλώσσα άγρια και βάρβαρη· ουγγρικά, βουλγάρικα ή κάποια απ’ τα Βαλκάνια. Υπάρχει ένας γέρος, πολύ γέρος, που ’ναι ο πατριάρχης. Αυτός και οι άλλοι άντρες φοράνε καζάκες σκούρες, που έχουν για κουμπιά ένα σωρό από βαλανίδια ασημωμένα. Άλλοι φοράνε κόκκινες πουκαμίσες ή από υφάσματα που θα λέγαμε ότι είναι από εκείνα που φτιάχνουν κουρτίνες και ταπετσαρίες, με τα χρώματα τα εκρηκτικά. Είναι δυνατοί, μελαχρινοί και τριχωτοί. Ο ένας έχει το κεφάλι του τράγου, ο άλλος τη μορφή του δασύμαλλου άντρα, με τα μαλλιά του κομμένα γύρω-γύρω σαν ένα σιρίτι από μετάξι βρώμικο και στιλπνό. Είναι το είδος των ανδρών που σπέρνουν πολλά παιδιά. Οι γυναίκες είναι δυνατές, γεμάτες, με ποικίλη εμφάνιση και κάποιας ομορφιάς. Κάποια με προφίλ καυκασιανό, που έχει τα χρονάκια της, έχει στο λαιμό και στις δυο πλεξούδες της, που της φθάνουν ως το στήθος, πάνω από είκοσι ουγκιές από αυθεντικό ισπανικό χρυσάφι. Υπάρχουν κι άλλες πιο νέες, θηλυκά που αποπνέουν μια ζωώδη ελευθερία και μια μακράς διάρκειας γονιμότητα. Μια φαίνεται σα βγαλμένη από ένα μικρό ανάγλυφο, αισθησιακή και με μάτια φλογερά· μια άλλη είναι σχεδόν ξανθιά· η τρίτη θα περνούσε για Ανδαλουσιανή, είναι και άλλες που φαίνονται να ’ναι από ράτσες μάλλον βορεινές. Αλλά όλες τους φαίνονται ψημένες απ’ τον ήλιο, που τη ζέστη του ψάχνουν οι τρωγλοδύτες· όλες τους φέρνουν στη μνήμη κάποιες παλιές ιστορίες για το κακό το μάτι και την καλή τη μοίρα. Όλες μάς κάνουν να θυμόμαστε τους στίχους του παλιού καλού καιρού του Ρισπέν. Όλοι έχουν την πατίνα της μοίρας, τη μούχλα της ζωής της περιπλανώμενης, το μυστικό ίσως μιας σχετικής ευτυχίας, αυτοί οι συγγενείς των βουνίσιων θεριών και των πουλιών του αέρα, οι ευνοούμενοι του φωτός, οι οικείοι του πίθηκου, του σκύλου και της αρκούδας οι δαμαστές, οι εραστές του ήλιου και της ελευθερίας. Για φαγητό στρώνουν ένα χαλί, όπου πάνω του είναι ζωγραφισμένα θαυμάσια φύλλα από δέντρα, και εκεί πίνουν το τσάι τους απ’ το σαμοβάρι, με φέτες από λεμόνι και ψωμί, που κόβουνε με τα μαχαίρια τους και με τους σουγιάδες τους. Κι ύστερα καπνίζουν, όλοι τους, από το νήπιο των τεσσάρων ετών, που φαίνεται σαν ένα τελώνιο, ως το γέρο, το μαυρισμένο απ’ τους αέρηδες και τους ήλιους, που μοιάζει με κάποιο μάγο.

EN EL MAR

Es un mar de pizarra de pizarra, con una multitud de florecimientos de nieve; es un mar gris oscuro, con mil puntos en donde estallan copos de espuma.
Chente Quirós me llamó poeta niño. ¡Pornógrafo! No me subleva el adjetivo. Victor Hugo da ese nombre al formidable anciano Homero.
Pero en el océano me siento niño. Siento siempre aquella primera impresión de las potentes aguas inmensas; siento lo que tan admirablemente expresó Pierre Loti. Me miro chico y pobre ante tanta grandeza y tanta riqueza. Una onda me canta la eterna canción de la esperanza, y otra me repite la salmodia misteriosa de los muertos. Me acuerdo de los tristes poetas, de los pálidos soñadores; me acuerdo de los que van sobre el mar, de los que tienen un pensamiento y su corazón expuestos a los golpes del ala de la tempestad.
Allá va una nube. ¿Adónde va? Es caprichosa como una mujer. Son tres hermanas, la mujer, la onda y la nube. A la primera la increpó el Padre Eterno; a la segunda, el poeta Shakespeare; la tercera es la poliforme errabunda de la región azul.
Se mueve como un corazón esta gran máquina que arrastra el navío. Es un organismo esta casa flotante: tiene aorta, nervios, cerebro, pulmones; y allá en lo alto del mástil, la bandera de las estrellas: la bandera de la libertad.
¡Bendito sea el dios de los errantes, la providencia de los viajeros!
¡Bendito sea el que manda a Tobías el arcángel, a colón los líquenes de América, a Dante la soberana figura del dulce Virgilio!

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Είναι μια θάλασσα από σχιστόλιθο, μ’ ένα πλήθος από τούφες χιονιού· είναι μια θάλασσα από σκούρο γκρι, με χίλιες κουκίδες εκεί όπου σπάνε βίαια οι αφροί των κυμάτων.
Ο Τσέντε Κιρός με αποκάλεσε ποιητή-παιδί. Πορνογράφε! Δεν με εξοργίζει το επίθετο. Ο Βίκτωρ Ουγκώ δίνει αυτό το όνομα στον τρομερό γέρο, τον Όμηρο.
Αλλά καταμεσής του ωκεανού αισθάνομαι παιδί. Αισθάνομαι πάντα εκείνη την πρώτη εντύπωση από τα πανίσχυρα και απέραντα νερά· αισθάνομαι αυτό που τόσο θαυμάσια εξέφρασε ο Πιερ Λοτί· αισθάνομαι μικρός και φτωχός μπροστά στην τόση μεγαλοσύνη, σε τόσο πλούτο. Ένα κύμα μού τραγουδά το αιώνιο τραγούδι της ελπίδας κι ένα άλλο μου επαναλαμβάνει την ψαλμωδία τη μυστηριακή των νεκρών. Και συμφωνώ με τους θλιμμένους ποιητές, με τους χλωμούς ονειροπόλους· είμαι μαζί μ’ αυτούς που ταξιδεύουν πάνω στα κύματα, μ’ αυτούς που έχουν το νου και την καρδιά τους εκτεθειμένη στα χτυπήματα των κυμάτων της τρικυμίας.
Εκεί πέρα ταξιδεύει ένα σύννεφο. Για πού πάει; Είναι ιδιότροπο όπως μια γυναίκα. Είναι τρεις αδελφές, η γυναίκα, το κύμα και το σύννεφο. Την πρώτη την επέπληξε ο Αιώνιος Πατέρας· τη δεύτερη ο ποιητής Σαίξπηρ· η τρίτη είναι η πολύμορφη πανδαισία της επικράτειας του γαλάζιου.
Κινείται όπως μια καρδιά αυτή η μεγάλη μηχανή που σπρώχνει το καράβι. Είναι ένας οργανισμός αυτό το σπίτι που επιπλέει· έχει αορτή, νεύρα, εγκέφαλο, πνευμόνια· και πέρα εκεί στην κορφή του καταρτιού, η σημαία από αστέρια: το λάβαρο της Ελευθερίας.
Ευλογημένος ας είναι ο Θεός των περιπλανώμενων, η θεία πρόνοια των ταξιδευτών!
Ευλογημένο ας είναι αυτό που προστάζει στον Τωβία ο αρχάγγελος, στον Κολόμβο οι λειχήνες της Αμερικής, στο Δάντη η κυριαρχική μορφή του γλυκού Βεργιλίου!

EL PARQUE CENTRAL

En las ramas de los árboles forestales saltan y chillan las ardillas.
Haya bajo helechos, césped recortado; una que otra rosa; no he llegado a ver una sola violeta.
Por las mañanas van allí las niñeras. Los niños alegres y risueños, respiran el ambiente sano en que el colibrí mueve sus alas tan rápido que ya parece una flor, ya una mariposa.
No es raro verada mas hermosa salo largo de las avenidas. Hay una rubia fresca y linda que va casi siempre, y que al pasar cerca de un rosal, el rosal la saluda: “Buenos días, señorita”. En el centro del parque, no lejos de la pila donde el amor de bronce cabalga en el cisne, monosilabean las gucamayas pomposas, con su voz monacal y su paso pausado. Cuando suben alguna corta altura, para descender se apoyan en su pico óseo y corvo. A veces tienen razón en murmurar sordamente; un día he visto a un niño zarrapastroso disputar con ellas una papa cocida.
Rey solitario y prisionero, el rey de zopilotes, se deja contemplar, mueve la cabeza con dignidad y parpadea verticalmente, en su holgada jaula de alambre.
El quiosco, desgarbado, merece un vistazo: en él suena la música, y bajo su techo cóncavo anuncia Camilo el premio gordo de la lotería.
Cuando en las tardes doradas van las Josefinas a las retretas, hay un encantador desfile alrededor del paseo, entre las bellas resplandecen las admirables: Tú, gallarda como una princesa imperial, la que tienes más rojos labios y haces temblar a más de un adorador con tu divina y negra mirada; tú, serena, blanca, que miras con cierto desdén ycaminas con el patuit dea del poeta pagano; tú, adorable, graciosa, casi infantil, rosada y pícara, española y parisiense, que entrecierras los ojos a través de tus espejuelos; tú, petite pensionaire, cuyo traje desciende mientras tu beldad aumenta; tú, señora, hermosa entre las hermosas, reina de quien fuera paje de un príncipe; tú, quince años, paloma, lirio, estrella de juventud, tú, perla, conquistadora de almas, que tras las rejas de bronce del deber, demuestra tu bello oriente y tus irresistibles atracciones; tú, botón de rosa, y tú, prima, rosa intacta y primavera; y ¡tú!… tú, ante quien siento el sagrado terror de la belleza, a quien no se puede ver frente a frente, y cuyos ojos tienen el prestigio formidable de los hondos abismos…
Cuando la noche llega, se cierra el Parque. Queda en silencio, lleno la sutil y aromada emanación de tantas flores vidas. Y al amanecer Dios, cuando llega el jardinero, colibríes y abejas recorren con afán las avenidas, todavía embalsamadas por el suave efluvio, y se hacen en su desolación esta pregunta:
¿En dónde están las corolas que han esperado en este recinto tan inefable perfume?

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΑΡΚΟ

Πάνω στα κλαδιά των δέντρων του πάρκου αναρριχώνται, πηδάνε και σκούζουν οι σκίουροι.
Κάτω απλώνονται φτέρες και το γρασίδι το κουρεμένο, εδώ και κει διάφορα τριαντάφυλλα· δεν τα κατάφερα να δω ούτε μια μοναχική βιολέτα.
Τα πρωινά πάνε εκεί οι νταντάδες. Τα παιδάκια, χαρούμενα και γελαστά, ανασαίνουν στο υγιεινό περιβάλλον, εκεί όπου το κολιμπρί κινεί τα φτερά του τόσο γρήγορα, που άλλοτε μοιάζει με ένα λουλούδι και άλλοτε με μια πεταλούδα.
Δεν είναι ασυνήθιστο να δούμε τις πιο ωραίες ντάμες να περπατάν εδώ κατά μήκος των λεωφόρων. Είναι κάποια ξανθιά και χαριτωμένη που πάει εκεί σχεδόν πάντα και που στο πέρασμά της κοντά από μια τριανταφυλλιά, η τριανταφυλλιά την χαιρετάει: «καλή σας μέρα, δεσποινίς μου». Στο κέντρο του πάρκου, κι όχι μακριά από τη δεξαμενή του νερού, όπου ο έρωτας από μπρούτζο ιππεύει επί ενός κύκνου, ακούγονται οι παπαγάλοι στομφώδεις και μονοσύλλαβοι, με τη φωνή τους τη μοναχική και το αργό τους το βήμα. Όταν σκαρφαλώνουν σε κανένα μικρό ύψος, για να κατέβουν μετά στηρίζονται στο οστεώδες και κυρτό τους ράμφος: μερικές φορές σαν να έχουν δίκιο που γκρινιάζουν υπόκωφα: μια μέρα είδα ένα διαβολόπαιδο να μαλώνει μαζί τους για μια βρασμένη πατάτα.
Μονήρης βασιλιάς, μα και φυλακισμένος, ο βασιλιάς των γερακιών, αφήνεται στο θαυμασμό, κουνώντας το κεφάλι του με αξιοπρέπεια κι ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά του μες στην ευρύχωρη συρματόπλεχτη φυλακή του.
Το περίπτερο άχαρο, μόλις που αξίζει μια πρόχειρη ματιά· μέσα απ’ αυτό ακούγεται η μουσική και κάτω από την κοίλη του στέγη αναγγέλλει ο Καμίλο τον πρώτο λαχνό της λοταρίας.
Όταν μες στα χρυσά τ’ απογεύματα πάνε οι Ιωσηφίνες στις συναυλίες, υπάρχει εκεί ένας μάγος που πάει ολόγυρα κατά μήκος του περιπάτου· ανάμεσα στις ωραίες λάμπουν οι υπέροχες· εσύ, χαριτωμένη σαν μια πριγκίπισσα αυτοκρατορική, εσύ που έχεις τα πιο κόκκινα χείλη και που τα κάνεις να τρέμουν πιο πολύ κι από τα χείλη ενός τρελά ερωτευμένου, και μόνο κοιτάζοντας με το θεϊκό, με το νέγρικό σου το βλέμμα, εσύ, ατάραχη και λευκή, που κοιτάζεις με βέβαιη περιφρόνηση και βαδίζεις με το «αποκαλύφθηκε η θεά» του παγανιστή ποιητή: εσύ, αξιολάτρευτη, χαριτωμένη, σχεδόν παιδί, πανούργα και τριανταφυλλένια, Σπανιόλα και Παριζιάνα, που μισοκλείνεις τα μάτια πίσω απ’ τα ματογυάλια σου: εσύ, μικρή μου οικότροφη που το ωραίο σου φόρεμα χαμηλώνει, καθώς η ομορφιά σου μεγαλώνει· εσύ, κυρία ωραία ανάμεσα στις ωραίες, βασίλισσα εκείνου που θα ήταν υπηρέτης ενός πρίγκηπα: εσύ, δεκαπέντε χρονών, περιστέρα, κρίνο, αστέρι της νιότης: εσύ, μπουμπούκι και τριαντάφυλλο, και συ, έπαθλο και ταυτόχρονα ρόδο ανέγγιχτο κι ανοιξιάτικο: και Εσύ!…, εσύ, μπροστά σ’ αυτόν που δεν είναι δυνατόν να τον δεις πρόσωπο με πρόσωπο και που τα μάτια του έχουν το γόητρο το απειλητικό των πιο βαθιών αβύσσων…
Όταν η νύχτα φθάνει, το πάρκο ερημώνεται. Μένει μόνο, μέσα στη σιωπή του και στο άρωμά του το διακριτικό, μέσα στην τόση την ευωδία του από τα τόσο ζωντανά άνθη του και τα λούλουδά του. Και την αυγή, ω Θεέ, όταν καταφθάνει ο κηπουρός, κολιμπρί και μέλισσες διασχίζουν με ζήλο τους δρόμους, ακόμα αρωματισμένους από την απαλή ευωδία, και του υποβάλλουν, μέσα στην ερημιά, αυτή την ερώτηση:
Πού είναι τα άνθινα τα στεφάνια, που σκόρπισαν σε τούτο τον περίφραχτο κήπο ένα τόσο άφατο και ανεξήγητο άρωμα;