Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ROGER WOLFE - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (5 POEMAS)


Ισπανική ποίηση της γενιάς του ’80
(Poesía española de la generación de los ’80)

ROGER WOLFE

 Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
(Traducción: Stelios Karayanis)

Ο  Roger Wolfe γεννήθηκε στην Αγγλία το 1962 και το 1967 μετακόμισε με την οικογένειά του στο Alicante, όπου έκανε τις πρώτες του σπουδές. Το 1980 θα επιστρέψει στην Αγγλία, για να σπουδάσει στο West Kent College, αγγλική λογοτεχνία και γαλλικά. Από το 1986 ως σήμερα έχει δημοσιεύσει πάνω από 25 βιβλία ποίησης, πρόζας και κριτικής, που εγκωμιάζονται από τους ειδικούς και από διακεκριμένους συναδέλφους του της γενιάς του ’70, όπως ο Luis Alberto de Cuenca.
Το έργο του αποκαλύπτει μια ποιητική προσωπικότητα πολυεδρική και αυθεντική. Αν και διακρίνουμε κάποιες χτυπητές συγγένειες με την ποίηση των Bohem του τέλους του 19ου αιώνα, που είχαν επανέλθει στη μόδα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στην Ισπανία, η κριτική του ματιά, η πικρή αποστασιοποίησή του από την κοινωνία της αφθονίας και ο υπονομευτικός -για όλες τις αστικές αξίες- ποιητικός του λόγος τον κατατάσσουν, ως μια μοναδική λογοτεχνική μορφή, στο πλαίσιο του κινήματος της ποίησης της εμπειρίας (poesìa de la experiencia).

Nacido en Inglaterra se trasladó con su familia a España en 1967, específicamente a Alicante, donde hizo sus primeros estudios. En 1980 regresa a su país natal para estudiar, en el West Kent College, lengua y literatura inglesa, así como francés. Su producción literaria se inicia, formalmente, en 1986 con la publicación de su primer libro Diecisiete poemas. Desde entonces ha continuado con la creación, no solamente poética, sino que también ha incursionado en la narrativa y el ensayo.

LAS PALABRAS

Las palabras son inútiles, tercas, retorcidas
como tornillos que no entran rectos.
Y me cansan. Pero son lo único que tengo.
Los juguetes de un niño pobre.
Yacen destripadas a mi alrededor.
Todo su encanto se derrama por sus vientres abiertos.
El mecanismo hace tiempo que dejó de resultar
intrigante o atractivo.
No hay desafío. No hay chispa. No hay color.
El mundo es tan gris como mi asco.
Las palabras son los puntales de mi abulia.
Pero son -lo he dicho, lo repito- lo único que tengo.


ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις είναι ανώφελες, επίμονες, περίπλοκες
σαν βίδες που δεν μπαίνουν στην τρύπα.
Και με κουράζουν. Αλλά είναι το μόνο που έχω.
Τα παιχνίδια ενός φτωχού παιδιού.
Κείτονται ξεκοιλιασμένες γύρω μου.
Όλη η γοητεία τους πηγάζει απ’ τις ανοιχτές κοιλιές τους.
Ο μηχανισμός τους πάει καιρός που έπαψε να είναι
ραδιούργος ή ελκυστικός.
Δεν υπάρχει η πρόκληση. Δεν υπάρχει ο σπινθήρας. Δεν υπάρχει χρώμα.
Ο κόσμος είναι τόσο γκρίζος όπως η αηδία μου.
Οι λέξεις είναι οι κολώνες της βαρεμάρας μου.
Αλλά είναι -το έχω πει, το επαναλαμβάνω- το μόνο που έχω.


ES TARDE YA EN  LA NOCHE…

Es tarde ya en la noche
y la playa está desierta.
Rompe el mar
sobre las rocas.
Un aire cálido,
espeso de salitre
y de recuerdos,
me baña la cabeza.
Cierro los ojos.
Inhalo.
Me dejo llevar.
Y luego pienso,
como casi siempre
que me pasan estas cosas,
en Proust.
Pero no he leído
a Proust.
Qué importa.
La vida es bella.
Quién necesita
a Proust.

ΕINAI ΑΡΓΑ ΠΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


Είναι αργά πια μέσα στη νύχτα
κι είναι έρημη η ακρογιαλιά.
Σπάει η θάλασσα
πάνω στα βράχια.
Ένας ζεστός αέρας,
γιομάτος από νίτρο
κι από αναμνήσεις,
μου λούζει το κεφάλι.
Αφήνω να με παρασύρει.
Κι ύστερα σκέφτομαι,
ότι σχεδόν πάντα
όταν μου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα,
είναι με τον Προυστ.
Αλλά δεν έχω διαβάσει
τον Προυστ.
Τί σημασία έχει.
Η ζωή είναι ωραία.
Ποιος χρειάζεται
τον Προυστ.

 LLEGA, TOCA, LÀRGATE

Es inútil, le dije.
Escribir.
Escribir es inútil.
Ya, me contestó.
Ya lo estaba yo pensando
el otro día.
¿Y a qué conclusión llegaste?
Pues eso. Lo que dices
tú. Que carece por completo
de sentido.
Sólo que...; bueno,
también poner ladrillos
es inútil.
Sirve para construir casas...,
y paredes. Paredones, también.
Quizá se trate de eso.
¿De qué?
Un oficio,  joder, un
oficio. Ni más ni menos
que un oficio.
¿Como decía Pavese?
No, como Pavese no. Como ese músico
de jazz. ¿Te acuerdas?
Freddie Green.
Llega, toca, lárgate.

ΦΤΑΣΕ, ΧΤΥΠΑ, ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΟΥ

Είναι ανώφελο, του είπα.
Να γράφεις.
Να γράφεις είναι ανώφελο.
Πια, μου απάντησε.
Πια, το είχα κι εγώ σκεφτεί
τις προάλλες.
Και σε τι συμπέρασμα κατέληξες;
Λοιπόν σ’ αυτό. Σ’ αυτό που λες,
εσύ. Ότι δεν έχει καθόλου
νόημα.
Μόνο ότι..∙ καλά
επίσης το να χτίζεις τούβλα
είναι δίχως νόημα.
Χρησιμεύει μόνο για να φτιάχνεις σπίτια..,
και τοίχους. Πεζούλια, επίσης.
Ίσως περί αυτού να πρόκειται.
Περί τίνος;
Για ένα επάγγελμα, γαμώτο, για ένα
επάγγελμα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο
από ένα επάγγελμα.
Όπως έλεγε ο Παβέζε.
Όχι όπως έλεγε ο Παβέζε, όχι. Όπως εκείνος ο μουσικός
της τζαζ. Θυμάσαι;
O Freddie Green.
Φτάσε, χτύπα, απομακρύνσου.

EL PESO DEL MUNDO

No puedo leer un solo libro.
Una sola página.
Un solo párrafo.
Ni una línea.
No puedo escribir,
ni coger el teléfono,
ni encender un cigarrillo,
ni extender las piernas,
ni levantarme
siquiera
de esta silla.

Si me buscara
el pulso
estoy seguro
de que no me lo encontraría.
Realmente no sé
lo que me pasa.
No es asco.
No es hastío.
No es abulia.
No es cansancio.
No es indiferencia.
Son todas esas cosas
y no es ninguna.
Es como si el mundo
se me hubiera
parado
encima.

ΤΟ ΒΑΡΟΣ  ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Δεν μπορώ να διαβάσω ούτε ένα βιβλίο.
Ούτε μια σελίδα.
Ούτε μια παράγραφο.
Ούτε μια γραμμή.
Δεν μπορώ να γράψω,
ούτε να πιάσω το τηλέφωνο,
ούτε ν’ ανάψω ένα τσιγάρο,
ούτε ν’ απλώσω τις αρίδες μου,
ούτε και να σηκωθώ
απ’ αυτή την καρέκλα.

Αν μου κοίταζε κάποιος το σφυγμό
είμαι σίγουρος
ότι δεν θα μου τον έβρισκε.
Στ’ αλήθεια δεν ξέρω
αυτό που μου συμβαίνει.
Δεν είναι άγχος.
Δεν είναι το κενό.
Δεν είναι βαρεμάρα.
Δεν είναι κόπωση.
Δεν είναι αδιαφορία.
Είναι όλα τα πράγματα
και δεν είναι κανένα.
Είναι σαν ο κόσμος
να έχει σταματήσει
πάνω μου.

EL EXTRANJERO

Me asomo a la terraza.
Una mujer se arregla el pelo
delante de un espejo
en el edificio de enfrente
de mi casa.
Estaba leyendo
a Dostoievski. Cierro el libro,
lo dejo encima de la mesa,
me siento y abro
otra cerveza. Qué aburrido,
Dostoievski, la cerveza,
las mujeres, los libros,
los espejos. Qué aburrido
sentarse y esperar la muerte
mientras la gente fornica,
come, trabaja o se solaza
bajo el sol sucio de septiembre,
y uno sabe, positivamente,
que nada va a ocurrir.

 Ο ΞΕΝΟΣ

Είμαι αραγμένος στην ταράτσα.
Μια γυναίκα φτιάχνει τα μαλλιά της
μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
σ’ ένα κτήριο απέναντι
απ’ το σπίτι μου.
Διάβαζα
τον Ντοστογιέφσκι. Κλείνω το βιβλίο,
το αφήνω πάνω στο τραπέζι
στενοχωριέμαι κι ανοίγω
άλλη μια μπύρα. Τί βαρετό,
ο Ντοστογιέφσκι, η μπύρα,
οι γυναίκες, τα βιβλία,
οι καθρέφτες. Τι βαρετό
να κάθεσαι και να περιμένεις τον θάνατο
ενώ ο κόσμος γαμιέται,
τρώει, εργάζεται ή κάνει ηλιοθεραπεία
κάτω απ’ τον βρόμικο ήλιο του Σεπτέμβρη,
και ένα ξέρει, θετικά,
ότι τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου