Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Μάνος Μιχαηλίδης -7 ποιήματα



Ο Μάνος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε μάρκετινγκ. Ποιήματά του απέσπασαν διακρίσεις από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) και τον Ιωνικό Σύνδεσμο. Συμμετέχει στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έργα του:
Καμιά διαταγή (ιδιωτική έκδοση - 2006)
Είδα μέρα μόνο με πλήθος (Γαβριηλίδης - 2012)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ

ένα παγάκι που λιώνει στον ήλιο
το τίναγμα του κεφαλιού πίσω
το μέταλλο μέσα στο πόδι σου
μια λαβή
τα μυστικά του ημερολογίου
ασπρόμαυρα πλακάκια τοποθετημένα εναλλάξ
μια μπάλα από αλουμινόχαρτο που την κλωτσάω
ο πλανήτης με τους δύο ήλιους
πεταλούδες που ψάχνουν φλέβες να καθίσουν
μηρυκαστικό γεννητικών οργάνων
μια εξέταση που πας μισοδιαβασμένος

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ

πίεση
είναι η λέπρα στα χέρια μου
οι οφειλές εκδοτικών
κι ακόμη να σιχαίνεσαι τους ανθρώπους
και να τους αγαπάς

ποίηση είναι ο θάμνος που μας κρύβει
και τα πεσμένα φύλλα της φτέρης
ένα κούτσουρο από ευκάλυπτο όπου ξαποσταίνει μια μάνα
το καθαρό νερό που βρωμίζεται από καθαριστικά
η βρώμικη σκέψη είναι οπωσδήποτε ποίηση

ποίηση η υγρασία και οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι
η τελική μοναξιά της ασυνεννοησίας
το μαγικό ραβδί που θα τ' αλλάξει όλα είναι η ποίηση

Η ΣΤΙΛΠΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

τόσοι άνθρωποι χαθήκαν λάμψεις
στο χρόνο

ίχνη αφήναν
στης σκέψης της αθέλητης το θόλο
κι ανέστια εστία πόνων γίναν

άλλοι θα ’ρθουν
αρρώστια, τρέλα, θλίψη
λάβα θα ξεχυθούν

κι όταν θα νιώθουμε αλήθεια στη ντροπή
θάνατος και απώλεια θα κυβερνήσουν μόνο
καιρός κάτω να πάμε

κι όταν τη μοίρα μας θα συναντάμε
δε θα μισούμε πια ποτέ
ποτέ δεν θα ξεχναμε

πως τόσοι άνθρωποι χαθήκαν λάμψεις
στο χρόνο

λάμψη η ζωή μας
με πύλες ανοιχτές
μαργαριτάρια φέρουσες
ή σκουριές
ρόλοι μικροί, μεγάλοι ρόλοι
λάβα αρχικά, στάχτες στο χτες
θα αφανιστούμε όλοι

ΙΔΑΙΟΝ ΆΝΤΡΟΝ, ΙΔΙΩΝ ΑΝΤΡΩΝ

λυσσομανούσε ο αγέρας
στην έρημη αυλή
που φύτεψες
μια καρυδιά

και η καρδιά
που γύρεψες
ανάμνηση θολή
από αμάλθειο κέρας

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΚΗΝΗ

Αργά
Νύχτα βαθιά
Μεσάνυχτα
Αργά

Λούζομαι στην κουζίνα φως
Ζω σε σκιές με ναφθαλίνη
κρύβομαι στη ντουλάπα

Ο φωταγωγός ελαφρύς
κοιτάζει κάθετα
ένα κομμάτι ουρανού 

ΠΟΡΕΙΑ

Μόνος
Πόδια βαριά
η απόσταση
που διήνυσα

Αναλογίζομαι
την εποχή μας
το χθες
το τίποτα

Ένα παιδί
κάνει ποδήλατο κλεμμένο
Ένα άλλο
κλαίει γιατί του το ’κλεψαν

ΦΟΒΟΣ

Ο φόβος είναι
Ένα πλεούμενο που παρασύρεται 
Η γωνία που σχηματίζει η αλυσίδα μιας κούνιας - στο ανώτατο σημείο κίνησης της - με το έδαφος

Ο φόβος είναι
 
Τα νύχια σου μες στα δικά μου, χωρίς να φωνάζω 
Ένας κόμπος πίσω απ’ τον κόμπο της γραβάτας 
Το ποδόμακτρο που ξελασπώνω τα παπούτσια μου

Φόβος είναι να μη με δουν!

Φόβος είναι 
Το αύριο 
Φόβος το χθες
Το τώρα, φόβος!

Ό, τι εν αγνοία μου συμβαίνει στα αγγεία, στο μυαλό, στα εντόσθια μου είναι φόβος

Φόβος είναι η επιλογή των λέξεων

Το τέλος του ποιήματος, φόβος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου