5/13/2018

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή -5 ποιήματα



Η Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή γεννήθηκε το 1995 στη Θεσσαλονίκη. Ζει και εργάζεται στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης. Σπούδασε στο Τμήμα Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι Σάρκινοι Θεοί στην κοινή συλλογή Ανθρώπινα Δαιμόνια με τον Σταύρο Γκιργκένη είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή (Εκδόσεις Ρώμη 2018). Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευτεί στο δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα, στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα του Εντευκτηρίου, καθώς και στην προσωπική της ιστοσελίδα brokenpastelchlaks.blogspot.gr.


ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

Βλέπω συνταγές μαγειρικής
κι η μάνα μου φωνάζει:
«Τεμπέλα, κακομαθημένη και ψυχρή».
Αφήνει στον πάγκο τα λεφτά
και γκρινιάζει που είναι ό,τι ζητάω από αυτήν

Δεν είμαι κακό παιδί, μαμά,
ούτε θέλω στεφάνια, δόξα και τιμές.
Είμαι απλά πολύ μόνη τα απογεύματα,
αλλά και πολύ μονάχη γενικά.

Θέλω να δω πώς φτιάχνεται ένα καλό παστίτσιο
για να με αγαπήσει κάποιος γι’ αυτό.
Μπορώ να είμαι τα πάντα,
μα πολύ θα ήθελα να είμαι μια καλή νοικοκυρά,
να φροντίζω τους ανθρώπους
κι αυτοί να με αγαπάν,
γιατί όσοι φρόντισα ποτέ τους δεν το έκαναν.

Εσύ όμως με φροντίζεις και με αγαπάς
και εγώ το ξεχνάω τα απογεύματα,
βλέποντας συνταγές μαγειρικής.
Θυμάμαι πόσο πολύ θα ήθελα να μαγειρέψω σε κάποιον.
Πόσο πολύ θα ήθελα να με αγκαλιάσει κάποιος
και πόσο ανέραστα είναι τα βραστά αβγά.

Είμαι καλό παιδί, μαμά,
δεν τα θέλω τα λεφτά σου,
γιατί η αγάπη σου είναι το μόνο που έχω.
Να που το θυμάμαι τελικά,
βλέποντας συνταγές μαγειρικής.


ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ ΣΚΥΛΙΣΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΑΧΑΪΔΕΥΤΕΣ ΓΑΤΕΣ
ΙΙΙ

«Κακό κορίτσι, αγαπούσες τα φώτα και τις ψευτιές, τα βδελύγματα που έβγαιναν ανεπαίσχυντα από τα χείλη όσων λάτρευες, τα σαλιωμένα φιλιά και την τριχόπτωση σε λευκά πατώματα. Τα έβρισκες θεϊκά τα πατώματα και κυλιόσουν με τις ώρες, κουβάρι γινόσουν και σε μαδούσαν, σε μάραιναν, οι τύραννοι, οι δυνάστες, οι νευρώνες του εγκεφάλου σου.
Καημένο μου κορίτσι, γενναίο μου κορίτσι, κοίτα πώς μεγάλωσες πια».

ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ

Στο λευκό στέρνο μου
φυτρώσανε λουλούδια.
Άνθη κερασιάς κι αγιόκλημα.
Σαν να χτυπήθηκα απ' την άνοιξη.

Τι κι αν πατήθηκε η σκανδάλη,
η συνείδηση επέζησε, τρομακτική
κι απ’ το κρύο δεν γονάτισε,
μήτε την απόσταση συγχώρεσε.

Θα χτυπήσει ο Βαρδάρης την πόρτα ξανά.
Με άμφια μεγαλοπρεπούς ταπείνωσης.
Πορφυρά και μεταξένια σαν την αγάπη,
ριγμένα σε τσαλακωμένα θαλασσί σεντόνια.

Ποτέ μου δεν νικήθηκα απ’ όσα λαχταρούσα.
Θύμιζαν παιχνίδια παιδικά οι σφαίρες,
κι αγάπησα τ’ αγκάθια των εσταυρωμένων
που ’ταν πάνω μου κεντημένα σαν βραχνάς.

Πλησιάστε να σας δείξω εκδορές.
Δεν είναι μυστικές οι εικόνες της θύμησης,
σάμπως οι βετεράνοι ξέρουνε καλύτερα
πώς ν' αφηγούνται νίκες;

ΑΠΟΣΤ(ΟΜ)ΑΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Από στοματική υγιεινή
προσέχω την επιγλωττίδα μου.
Μην αχρηστευτεί ο σιελογόνος αδένας
και ξεφτίσει η γεύση σου.

Ματαιώθηκε η λήθη.
Η γλώσσα μου φρενήρης
καταδιώκει τη δική σου.
Ξεθάβει τα επιθανάτια εμβατήρια της απομάκρυνσης
κι όλα τα τερψιχόρια άσματα που ψάλαμε μαζί.

Τώρα,
καθημερινές στάλες κώνειου οι ανατολές.
Τίποτα δεν μου θυμίζει απόλαυση.
Ωσάν νόστος χωρίς τα λάφυρα του νικητή.

Παυσή-πονώ

Στις 3:46 έρχεται το τρένο.
Δεν ήρθες στο σταθμό.
Ή στο αεροδρόμιο.
Ή σ’ εμένα την ίδια. 

Το κεφάλι ψηλά και αγύριστο. 
Κι η βαλίτσα μου βαριά.
Βαρύτερη η φωτογραφία με τη γάτα μου.
-κι εσένα μαζί-

Αν ήξερα να φεύγω, δεν θα το ’κανα.
Αν ήξερα να μ’ αγαπώ, θα σ’ άφηνα. 
Αν ήξερα να θυμώνω, θα αγαπούσα άλλον. 
Κι αν ήξερα να μην πονώ, θα έπαιρνα ασπιρίνη.