5/01/2018

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ -5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε το 1965 στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το λογοτεχνικό δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Γεν. Γραμματέας της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΕ ΕΛΑΦΡΕΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ούτε σαλεύει ούτε ξαγρυπνά
ούτε να θυμηθεί μπορεί
τους λόγους
που κάθε απόγευμα κουτσαίνει.

Κανένα πειθαναγκασμό
δε θα καταδεχόταν
κι ας έσφιγγε στα δόντια της
ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών
κι εκείνη τη μικρή κλωστή
που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί
ένα πουλόβερ από χιόνι.

Δυο τρεις φωτογραφίες κουνημένες
μια χούφτα δευτερόλεπτα
κι αμέτρητα γυαλιστερά καρφιά
ήτανε όλα κι όλα τα απαραίτητα
για το ταξείδι.


ΜΕΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ

Σπασμένα όλα τα φράγματα
κι η μόνη νίκη του νερού
να ομολογεί την ξηρασία του.

Ακίνητη και η όραση
στάχτη κι ανατολή ομίχλης
έξω απ’ την πόρτα
που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.

Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.

Όμως, που να βρεις έναν άνθρωπο
που να κρατά τον λόγο του
την κρίσιμη ώρα να μπορεί
να κάνει τον αδιάφορο
να κρύψει έστω ένα παιδί
κάτω από το τραπέζι.

Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά
η μια πίσω απ’ την άλλη
κλειδώνονται οι εξώπορτες
και λόγια πια παρηγοριάς
ούτε στη σκόνη γράφονται
ούτε και στα βιβλία.

Η ΦΥΣΗ

Ανέκαθεν η φύση μού ήταν απεχθής.
Για την ακρίβεια
η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς αυτάρκειας
μιας άνευ λόγου υπομονής
μιας εσωστρέφειας
κάτι σαν
γιατί ν’ αναρωτιόμαστε
-πανομοιότυπες σιωπές
καταβροχθίζουν το ξημέρωμα
κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε
λειωμένα ρούχα, χώματα
κι η στατική εναλλαγή πολύχρωμων λεκέδων
ενώ -όπως γνωρίζουμε- η ζωή
υπήρξε επινόηση ευφάνταστου αφηγητή
που πέθαινε τους ήρωες
μόλις ανακαλύπτανε
πως ούτε αυτός υπάρχει.
Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα
δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής
αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου
όπου βαθύτερα απ' το απρόβλεπτο
η νοσταλγία τεμαχίζει.


Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δε συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ’ απατά.
Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
-είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη-
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ’ άχρηστο κομποσκοίνι
-οι απελπισμένοι έρωτες το ’χαν να ζουν ασκητικά-
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.
Τίποτα δεν ωφέλησε.
Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει ο χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

ΒΕΛΟΝΕΣ

Όχι, ποτέ δεν ήμασταν
τελείως προετοιμασμένοι.
Γι’ αυτό και στο μεταλλικό
κουτί για τα μπισκότα
καιρό τώρα φυλάγαμε
όχι κλωστές και δαχτυλήθρες
αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.
Βελόνες του ραψίματος
-σχιζότανε ο μύθος σου
κι οι αποτρόπαιες ρωγμές
έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν-
βελόνες γραμμοφώνου
-παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές
και συστηματικά απουσίαζε
απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος-
βελόνες για ενέσεις
-έτσι, για την τιμή των όπλων
να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση
που η ελπίδα θα ’θελε
εμείς την αρνηθήκαμε-
ακόμα και πευκοβελόνες
εύφλεκτες και ολισθηρές
σε απειλούσανε με πυρκαγιά
ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο
και τρυπημένα χέρια
λαμπάδιαζαν και τότε
-ο σωθείς
γράφεται με ήτα, Ευτυχούλα;-
Όμως εγώ
μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά
κι αυτήν
όσο κι αν το παλέψαμε
στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.