5/30/2018

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ -3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (STAVROS GUIRGUENIS -3 POEMAS)


Stavros Guirguenis

Traducción de José Antonio Moreno Jurado

   Stavros Guirguenis nació en Tesalónica en 1972. Obtuvo, en 2009, el doctorado en Filología Clásica con su estudio sobre la tragedia de Esquilo. Ha publicado dos libros de poemas: La esperada, en 2012, y Mágadis (flauta lidia) en 2017. Desde 1998, ha editado 15 volúmenes con traducciones anotadas de escritores clásicos, desde Hesíodo a Demócrito y a Filón el Judío. Es colaborador en revistas como Filosofeín, Erato y Nóima. En la actualidad prepara una edición de poesía erótica de Tamil y poemas de Clark Ashton Smith y del poeta mejicano Homero Aridjis.

Η φυγή

«Μη φεύγετε!»
Σας φώναζα την ώρα 
που στο δίχτυ του ωκεανού πιασμένος
τρέμει υγρός ο αλιαετός του Σείριου.
Στάζουν οι Υάδες μελάνι βροχής
στον αρχέγονο κώδικα της νύχτας.

Μη φεύγετε!
Η ψυχή μου ακόμη δεν άναψε την ηχώ της
στις πρωινές φρυκτωρίες των βουνών
και το πνεύμα μου
δεν έδεσε το τέρας της μνήμης
στο κατάρτι του λυκαυγούς.
 
Μα εσείς φεύγατε.
Στα έγκατα του κέδρου πίσω απ’ αρώματα κρυμμένες,
θυμίαμα στο άγιο της ελάτου κοντάκιο, 
στην παλάμη του Θεού κλωστή 
που την παίρνει η αγέλη των άστρων 
και κεντά
ακτινοβόλα την έλικα του γαλαξία.

Πρώτες ελπίδες, οράσεις αστραπής, 
μ’ εγκαταλείψατε·
τώρα που ωρίμασα
κι η καρδιά μου δεν αντέχει 
το διάφανο βάρος του κεραυνού
στο παλάτι της.

LA HUIDA

«¡No huyáis!»
os grité en el instante
en que atrapado en la red del océano
tiembla húmeda el águila marina de Sirio.
Gotean las Hiades tinta de lluvia
en el códice primitivo de la noche.

«¡No huyáis!»
Mi alma no encendió aún su estruendo
en las mañaneras señales luminosas de las montañas
y mi espíritu
no ató al monstruo del recuerdo
en el mástil de la alborada.

Pero vosotros os fuisteis.
Escondidas en las profundidades del cedro tras los aromas,
Incienso en el santo kontakio del abeto,
hilo en la palma de la mano de Dios
que toma el rebaño de las estrellas
y borda
radiantemente la hélice de la Vía Láctea.

Primeras esperanzas, visiones del relámpago,
me habéis abandonado;
ahora, cuando he madurado,
y mi corazón no resiste
el peso diáfano del rayo
en su palacio.

5/29/2018

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, 3 Σονέτα (STELIOS KARAYANNIS, 3 Sonetos)

Stelios Karayannis

Traducción de José Antonio Moreno Jurado


   Stelios Karayanis nació en la isla de Samos en 1956. Poeta, ensayista y traductor, es Doctor en Filosofía por la Universidad de Yoanina con su tesis La crisis de la modernidad: cultura, tecnología y razón histórica en José Ortega y Gasset, en 2002, y, en 2005, Doctor por la Universidad de Granada con su tesis La evasión de Dédalo. Teoría y usos poéticos de la metáfora en José Ortega y Gasset, Juan Ramón Jiménez y Yorgos Seferis. En 1992 obtuvo el Premio de Poesía Nikiforos Vretakos del Ayuntamiento de Atenas. Algunos de sus ensayos se han editado en revistas como El Fingidor, Estudios Orteguianos, Diálogo Filosófico, etc. Ha traducido libros de literatura infantil, dos obras teatrales, poemas de Jorge Luis Borges, Juan Ramón Jiménez, Francisco de Quevedo y de algunos poetas andaluces contemporáneos.
   Es consejero en el Ministerio de Educación Griego e imparte clases de Literatura Española Moderna en la Universidad abierta de Grecia. Finalmente, es miembro de la Asociación de hispanistas griegos, del Pen Club, de la Asociación Nacional de Escritores Griegos y académico correspondiente en Atenas de la Academia de Buenas Letras de Granada. En la actualidad dirige la revista Erato.


Η νεκροπομπή

Με τον καιρό κι η τύψη μας θεριεύει
βρίσκει ένα χώρο ιδανικό για να θραφεί
μες στου κορμιού μας το σκοτάδι το βαθύ,
που ανέκφραστο, την ηδονή γυρεύει.

Με το μελάνι, η πλήξη λιγοστεύει
αλλά δεν είναι βολετό να νικηθεί
με στίχους που έχουν ήδη προγραφεί,
που αδιάφορος ο χρόνος τούς κηδεύει.

Κι όπως το σώμα γέρνει ευλαβικά,
μες στης ψυχής το τέμενος να προσκυνήσει,
των στίχων βλέπει την νεκροπομπή να αργοπερνά

Α. τι άδοξα που η ποίηση πεθαίνει τελικά,
Κι η τύψη, πώς θεριεύει στης γραφής τη δύση,
ακούγεται σαν ένας ψίθυρος από κοντά.

EL SEPELIO

Con el tiempo se enfurece también nuestro remordimiento,
encuentra un espacio ideal para instalarse
en la profunda oscuridad de nuestro cuerpo,
que, inexpresable, busca el placer.

Con la tinta, empequeñece el aburrimiento
pero no es posible vencerlo
con versos que ya fueron escritos,
que el tiempo indiferente los entierra.

Y como el cuerpo se ladea piadosamente
prosternándose en el templo del alma,
ve pasar despacio el sepelio de los versos.

Ah, al final, qué vulgarmente muere la poesía.
Y nuestro remordimiento, enfurecido en el occidente de la escritura,
se escucha como un murmullo cercano.


Η γάτα που το μήνυμα θα λάβει Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο τού θανάτου, έξω απ’ την κάμαρή μας ν’ αντηχεί ένα βράδυ, κι αν τη ζωή δεν έχουμε προλάβει, μην πούμε «τι ανώφελα που ζήσαμε εδώ κάτου». Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο τού θανάτου, στων αναμνήσεων το τελευταίο βράδυ, στην κάμαρή μας θα ‘χει πέσει το σκοτάδι κι η γάτα θ’ αφουγκράζεται τα βήματά του. Η γάτα που αγαπήσαμε θα έχει καταλάβει στο βλέμμα μας τα από καιρό γραμμένα και θα ‘ρθει και θα μας αγγίξει μ’ ένα χάδι! Κι ίσως να πούμε τότε «άραγε, ποιος να ‘ναι τόσο βράδυ» το χάδι ανταποδίδοντας στη γάτα κουρασμένα, στη γάτα, που το μήνυμα θα λάβει. LA GATA QUE RECIBIRÁ EL MENSAJE Cuando oigamos la aldaba de la muerte resonando una noche en nuestra habitación, aunque no hayamos tenido tiempo de vivir, no digamos «qué inútilmente hemos vivido hasta aquí». Cuando oigamos la aldaba de la muerte en la última noche de los recuerdos habrá caído la sombra en nuestra habitación y la gata escuchará sus pasos atentamente. La gata que amamos habrá comprendido lo escrito desde hace tiempo en nuestra mirada y vendrá a tocarnos con una caricia. Quizás digamos entonces «¿quién es tan tarde?», devolviendo la caricia a la gata cansada, a la gata, que recibirá el mensaje.
Ορέστης και Πυλάδης Είμαι ο Ορέστης. Η ενοχή με συντρίβει. στα κουρασμένα μάτια μου καμιά παρηγορία∙ πυκνό το χιόνι της ψυχής τη μοίρα μου ορίζει η μισερή του Απόλλωνα η δίκαιη Ερινύα. Στου Άργους τα βασίλεια ο θάνατος θερίζει∙ στους πύργους στα παράθυρα στα μάρμαρα τα κρύα∙ κι είναι ένα βράδυ θλιβερό κι ένα σκυλί γαυγίζει του φονικού του ανόσιου την ιεροσυλία. Πώς να μη φταίω Πυλάδη μου αφού το θείο φθονεί κι αφού η δική μας Νέμεσις πληρώνεται με φόνο μονάχος φεύγω μα έλα πίσω μου πιστό σκυλί μου εσύ. Απ’ του Θυέστη τη γενιά ως και του Αγαμέμνονα το θρόνο τραγούδησε ω Πυλάδη μου τη δίκαιη ενοχή, τα δάκρυά μου σκούπισε κι απάλυνε τον πόνο. ORESTES Y PÍLADES Soy Orestes. La culpa me corroe. No hay consuelo en mis ojos cansados. La densa nieve del alma define mi destino, la mísera, la justa Erinia de Apolo. La muerte hace su cosecha en los reinos de Argos, en las torres, en las ventanas, en los fríos mármoles. Hace una tarde triste y ladra un perro el sacrilegio del impío asesino. Cómo no tengo la culpa, Pílades mío, si lo divino siente envidia, y, puesto que nuestra Némesis se paga con muerte, me marcho solo, pero ven detrás de mí, tú, fiel perro mío. Desde la generación de Tieste hasta el trono de Agamenón  canta, oh Pílades mío, la justa culpabilidad, barre mis lágrimas y calma el dolor.

5/22/2018

ROGER WOLFE - 5 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (5 POEMAS)


Ισπανική ποίηση της γενιάς του ’80
(Poesía española de la generación de los ’80)

ROGER WOLFE

 Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
(Traducción: Stelios Karayanis)

Ο  Roger Wolfe γεννήθηκε στην Αγγλία το 1962 και το 1967 μετακόμισε με την οικογένειά του στο Alicante, όπου έκανε τις πρώτες του σπουδές. Το 1980 θα επιστρέψει στην Αγγλία, για να σπουδάσει στο West Kent College, αγγλική λογοτεχνία και γαλλικά. Από το 1986 ως σήμερα έχει δημοσιεύσει πάνω από 25 βιβλία ποίησης, πρόζας και κριτικής, που εγκωμιάζονται από τους ειδικούς και από διακεκριμένους συναδέλφους του της γενιάς του ’70, όπως ο Luis Alberto de Cuenca.
Το έργο του αποκαλύπτει μια ποιητική προσωπικότητα πολυεδρική και αυθεντική. Αν και διακρίνουμε κάποιες χτυπητές συγγένειες με την ποίηση των Bohem του τέλους του 19ου αιώνα, που είχαν επανέλθει στη μόδα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στην Ισπανία, η κριτική του ματιά, η πικρή αποστασιοποίησή του από την κοινωνία της αφθονίας και ο υπονομευτικός -για όλες τις αστικές αξίες- ποιητικός του λόγος τον κατατάσσουν, ως μια μοναδική λογοτεχνική μορφή, στο πλαίσιο του κινήματος της ποίησης της εμπειρίας (poesìa de la experiencia).

Nacido en Inglaterra se trasladó con su familia a España en 1967, específicamente a Alicante, donde hizo sus primeros estudios. En 1980 regresa a su país natal para estudiar, en el West Kent College, lengua y literatura inglesa, así como francés. Su producción literaria se inicia, formalmente, en 1986 con la publicación de su primer libro Diecisiete poemas. Desde entonces ha continuado con la creación, no solamente poética, sino que también ha incursionado en la narrativa y el ensayo.

LAS PALABRAS

Las palabras son inútiles, tercas, retorcidas
como tornillos que no entran rectos.
Y me cansan. Pero son lo único que tengo.
Los juguetes de un niño pobre.
Yacen destripadas a mi alrededor.
Todo su encanto se derrama por sus vientres abiertos.
El mecanismo hace tiempo que dejó de resultar
intrigante o atractivo.
No hay desafío. No hay chispa. No hay color.
El mundo es tan gris como mi asco.
Las palabras son los puntales de mi abulia.
Pero son -lo he dicho, lo repito- lo único que tengo.


ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις είναι ανώφελες, επίμονες, περίπλοκες
σαν βίδες που δεν μπαίνουν στην τρύπα.
Και με κουράζουν. Αλλά είναι το μόνο που έχω.
Τα παιχνίδια ενός φτωχού παιδιού.
Κείτονται ξεκοιλιασμένες γύρω μου.
Όλη η γοητεία τους πηγάζει απ’ τις ανοιχτές κοιλιές τους.
Ο μηχανισμός τους πάει καιρός που έπαψε να είναι
ραδιούργος ή ελκυστικός.
Δεν υπάρχει η πρόκληση. Δεν υπάρχει ο σπινθήρας. Δεν υπάρχει χρώμα.
Ο κόσμος είναι τόσο γκρίζος όπως η αηδία μου.
Οι λέξεις είναι οι κολώνες της βαρεμάρας μου.
Αλλά είναι -το έχω πει, το επαναλαμβάνω- το μόνο που έχω.

5/21/2018

Rubén Darío - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)




Νικαραγουανή ποίηση (Poesía nicaragüense)    

 Rubén Darío  

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
(Traducción: Stelios Karayanis)

 Ο Φέλιξ Ρουμπέν Γκαρσία Σαρμιέντο (Félix Rubén García Sarmiento), γνωστός ως Ρουμπέν Νταρίο (1867-1916) ήταν Νικαραγουανός ποιητής που εγκαινίασε το λογοτεχνικό ρεύμα του μοντερνισμού (modernismo). Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους ισπανόφωνους ποιητές και είναι γνωστός με το προσωνύμιο «πρίγκιπας των ισπανικών γραμμάτων». Η επιρροή του στην ισπανόφωνη και ισπανική ποίηση υπήρξε καθοριστική. Ο Νερούδα και ο Λόρκα αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του και τις οφειλές τους στη μυθική μορφή τού ισπανόφωνου μοντερνισμού.
Από μικρός θεωρήθηκε παιδί-θαύμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι από τριών χρονών ήξερε να διαβάζει, ενώ δημοσίευσε το πρώτο του σονέτο στα δεκατρία. Τις πρώτες του λογοτεχνικές επιρροές αποτέλεσαν οι Ισπανοί ποιητές της εποχής (Χοσέ Θορρίγια, Ραμόν ντε Καμποαμόρ, Γκασπάρ Νούνιεθ ντε Άρθε) και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Σημαντικότατη υπήρξε και η επίδραση του Πολ Βερλαίν.

Félix Rubén García Sarmiento, conocido como Rubén Darío (1867-1916), fue un poeta, periodista y diplomático nicaragüense, máximo representante del modernismo literario en lengua española. Es, posiblemente, el poeta que ha tenido una mayor y más duradera influencia en la poesía del siglo XX en el ámbito hispánico. Es llamado príncipe de las letras castellanas.
Para la formación poética de Rubén Darío fue determinante la influencia de la poesía francesa. En primer lugar, los románticos, y muy especialmente Víctor Hugo. Εl propio Darío sintetiza sus principales influencias afirmando que fue "con Hugo fuerte y con Verlaine ambiguo".

5/20/2018

6 ΟΛΛΑΝΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 DUTCH POETS - 6 POEMS)



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ
TRANSLATION: STAVROS GIRGENIS

[Η ελληνική μετάφραση στηρίζεται στην αγγλική απόδοση του Cliff Crego]


1.GERRIT ACHTERBERG (1905-1962)

SONG TO DEATH

That I may perish,
death, make me sweet;
I am a body without name,
take it, when you must;
the one who has gone before me,
possesses my blood

Death, make that the earth is good,
where she lies;
give us the same kind of weight,
so that I might be pardoned,
and with her matter in equipoise
when rising;
we were together but one poem,
do it because of this delusion,
do it with eyes closed.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Για να χαθώ, Θάνατε,
κάνε με να είμαι γλυκός.
Είμαι ένα σώμα δίχως όνομα-
πάρε το, όταν πρέπει.
Εκείνη που χάθηκε πριν από μένα
κατέχει το αίμα μου.

Θάνατε, κάνε να είναι καλή η γη
όπου κείτεται.
Τo ίδιo δώσε μας βάρος-
να εξιλεωθώ-
και με την ύλη της αντίβαρο
κατά την έγερση.
Μαζί δεν ήμασταν παρά ένα ποίημα.
Κάνε το γι’ αυτή την ψευδαίσθηση.
Κάνε το με τα μάτια κλειστά. 

2.JAN HANLO (1912-1969)

SO I BELIEVE THAT ALSO YOU ARE

like the coolness of night upon lilies and roses
like white coral and pearls deep in the sea
like something beautiful peacefully hides
yet is radiant when I wish to look
so I believe that also you are
like milk
like loam
and the pale red of faded stones
or porcelain
like the way that what is far is close
and is long forgotten before it's old
like a wax candle and a skylight
and an old book and a smile
and what is unexpected and soft in the beginning
and what is shy and full of longing and generously
bestows but is fragile
so I believe that also you are

ΈΤΣΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΠΙΣΗΣ

σαν τη δροσιά της νύχτας πάνω στα κρίνα και τα τριαντάφυλλα,
ωσάν λευκό κοράλλι και μαργαριτάρια βαθιά μέσα στη θάλασσα,
σαν κάτι όμορφο που κρύβεται ειρηνικά,
μα είναι ακτινοβόλο, όταν ποθώ να το κοιτάξω,
έτσι πιστεύω ότι είσαι επίσης
σαν το γάλα
σαν πηλός
και το χλωμό το κόκκινο ξεθωριασμένων λίθων
ή πορσελάνης,
με τον τρόπο που ό,τι απέχει πολύ είναι κοντά
και έχει ξεχαστεί καιρό προτού γεράσει,
σαν ένα κερί και ένα φεγγίτη
κι ένα παλιό βιβλίο κι ένα χαμόγελο,
σαν κάτι που στην αρχή είναι απροσδόκητο και μαλακό
σαν κάτι που είναι ντροπαλό κι όλο λαχτάρα και γενναιόδωρα
παραχωρεί, αλλά είναι εύθραυστο
έτσι πιστεύω ότι είσαι επίσης...

3. ED. HOORNIK (1910-1970)

TO LOVE A WOMAN...

To love a woman is to escape death,
to be torn away from this earthly existence,
like flashes of lightning in each other's souls,
to lay together, listening and dreaming,

to gently rock with trees at night,
kiss each other and have at each other,
in a blink of the eye to stand together in hardship,
to go under and come back up amazed.

"Asleep already?" I ask, but she doesn't answer;
speechless, we lie thinking about each other:
two souls filled to the brim with sadness.

Far away is the world, that cannot touch us,
close are the stars, that enchant as they sparkle.
It is as if I am dead and have left her behind.

ΤΟ Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ...

Το ν’ αγαπάς μια γυναίκα είναι να ξεφεύγεις από το θάνατο,
ν’ αποσπάσαι από τούτη τη γήινη ύπαρξη-
σαν λάμψεις κεραυνών ο ένας μες στην ψυχή του άλλου,
να είστε ξαπλωμένοι μαζί, να ακούτε και να ονειρεύεστε,

να λικνίζεστε απαλά με τα δέντρα τη νύχτα,
να φιλάτε ο ένας τον άλλον και να ορμάτε ο ένας στον άλλο,
σ’ ένα βλεφάρισμα του ματιού να στέκεστε ο ένας πλάι στον άλλο στις δυσκολίες,
να πέφτετε και ν’ ανασηκώνεστε έκπληκτοι.

«Κοιμάσαι ήδη;» ρωτώ, αλλά δεν απαντά.
Άφωνοι, ξαπλωμένοι σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον:
δυο ψυχές γεμάτες ως το χείλος με θλίψη.

Μακριά είναι ο κόσμος, που δεν μπορεί να μας αγγίξει,
κοντά είναι τ’ αστέρια, που γητεύουν στη λάμψη τους.
Είναι σαν να ’μαι νεκρός και να την έχω πίσω αφήσει.

4.H. MARSMAN (1899-1940)

LEX BARBARORUM

Give me a knife.
I want to cut this sick black
spot out of my body.

I have slowly turned myself upright.

I have heard, what I have said
in a hesitating, dark trembling:
I recognise but one law:
life.

all who waste away with sadness
betray it and I don't want that.

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Δώσε μου ένα μαχαίρι.
Θέλω να αποκόψω αυτό το άρρωστο μαύρο
σημάδι απ' το σώμα μου.

Έχω σηκώσει αργά όρθιο τον εαυτό μου.

Έχω ακούσει αυτό που είπα
μ’ ένα διστακτικό σκοτεινό τρέμουλο:
δεν αναγνωρίζω παρά μόνο έναν νόμο,
τη ζωή.

Όλοι όσοι αναλώνονται με τη θλίψη
την προδίδουν και δεν το θέλω.


5.POL DE MONT (1857-1931)

THE BREAKER OF STONES

With a sack on the bent-over back, clothes
frayed, torn, neither beard nor hair combed,
stands, next to a pile of stones, in the burning sun,
an old man. With rigid hands he swings
the iron hammer, that with a thud
rebounds from the block of rock, splinters crackling
as they scatter. With his shirt sleeve the hoary man
wipes the sweat that on his forehead gleams,
and slaves away, blow upon dull blow,
crushing the rough boulders, shard by shard.
And with each swing of the hands is heard
a hoarse sound, —the rattling of one who is dying,—
out of an old throat, by no drink refreshed....

Higher, up in the mountains, above people and cliffs,
yellow slashed and ripe, the winegrape on its stake.

Ο ΛΑΤΟΜΟΣ

Μ’ έναν σάκο στη σκυμμένη του πλάτη, ρούχα
σχισμένα, διαλυμένα, με αχτένιστα γένια και μαλλιά,
στέκει, δίπλα σ’ έναν σωρό από πέτρες, στον φλεγόμενο ήλιο,
ένας γέρος. Με χέρια σκληρά ταλαντεύει
το σιδερένιο σφυρί που με γδούπο
αναπηδά από τη μάζα του βράχου -θραύσματα κροτούν
καθώς διασκορπίζονται. Με το μανίκι του πουκαμίσου του ο ηλικιωμένος
σκουπίζει τον ιδρώτα που λαμπυρίζει στο μέτωπό του
και μοχθεί, χτύπημα πάνω στο πνιχτό χτύπημα,
συντρίβοντας τους άγριους βράχους, τεμάχιο με τεμάχιο.
Και με κάθε ταλάντωση του χεριού του ακούγεται
ένας ήχος τραχύς -ο ρόγχος κάποιου που πεθαίνει-
από έναν γέρικο λαιμό που δεν αναζωογονήθηκε από κάποιο ποτό.

Ψηλότερα, πάνω στα βουνά, πάνω από ανθρώπους και γκρεμούς,
κίτρινο, σχισμένο και ώριμο, το αμπέλι πάνω στη βέργα του.

6.IDA GERHARDT  (1905-1997)

THE DEATH NOTICE

Slowly I see them go,
those that I had still with me,
around the turn of the path.
A bit of gold translucent cloth,
then the garden becomes
more quiet than it was before.
Most dearly beloveds. -One by one.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τους βλέπω αργά να φεύγουν,
αυτούς που ακόμη είχα μαζί μου,
κοντά στου μονοπατιού το γύρισμα.
Ένα τεμάχιο από χρυσό διάφανο ένδυμα,
κατόπιν ο κήπος γίνεται
πιο ήσυχος από ό,τι ήταν πριν.
Οι πλέον πολυαγαπημένοι. -Ένας-ένας.

Μάνος Μιχαηλίδης -7 ποιήματα



Ο Μάνος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε μάρκετινγκ. Ποιήματά του απέσπασαν διακρίσεις από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) και τον Ιωνικό Σύνδεσμο. Συμμετέχει στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έργα του:
Καμιά διαταγή (ιδιωτική έκδοση - 2006)
Είδα μέρα μόνο με πλήθος (Γαβριηλίδης - 2012)

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ

ένα παγάκι που λιώνει στον ήλιο
το τίναγμα του κεφαλιού πίσω
το μέταλλο μέσα στο πόδι σου
μια λαβή
τα μυστικά του ημερολογίου
ασπρόμαυρα πλακάκια τοποθετημένα εναλλάξ
μια μπάλα από αλουμινόχαρτο που την κλωτσάω
ο πλανήτης με τους δύο ήλιους
πεταλούδες που ψάχνουν φλέβες να καθίσουν
μηρυκαστικό γεννητικών οργάνων
μια εξέταση που πας μισοδιαβασμένος

5/16/2018

Κωνσταντίνος Μπούρας -7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ


Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 33 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Είναι δάσκαλος τού ρέικι και εισηγητής μιας καινούργιας μεθόδου αρχαιολογικού ρέικι με τίτλο «Αφθονία Μπουρέικ - Bhureik Abundance» (κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Momentum).

Τα επτά ποιήματα τού Κωνσταντίνου Μπούρα που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στον τόμο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γρηγόρη με τίτλο ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΣ.

Ἀποτροπαϊκὸν

Ὁμοιώματα κορακιῶν στὸ μπαλκόνι
Ἀποδιώχνουν τὰ περιστέρια.
Μὰ πῶς μποροῦν νὰ ζοῦν οἱ γειτόνοι
Μέσα σὲ τόση μαυρίλα;

Θλίψη

Ἡ θλίψη εἶναι δύναμη,
Ἕνα ἐλατήριο ποὺ γυρίζει
Τὰ μέσα-ἔξω.
Ὅπως καὶ πάνω ἔτσι καὶ κάτω.
Συννεφιὰ σήμερα.
Ὁ δίδυμος γιὸς
Κι ἀδελφὸς τοῦ Οἰδίποδα
Λυσσομανάει κατὰ τοῦ ὁμογάλακτου…
Τὴν Ἰοκάστη κανεὶς δὲν τὴν προσβάλλει.
Εἶναι ἡ Γῆ, ἕρμαιο
Στὶς ἰδιοτροπίες τ’ Οὐρανοῦ.
Ξέρει μόνο νὰ ὑπομένει.
Κι ὅταν δὲν μπορεῖ πιά,
Φεύγει
Αὐτὸ εἶν’ ὅλο. Τόσο ἁπλό.
Ἀναχώρηση.
Γιὰ ἄλλους Μεσημβρινούς.
Μὲ τὴ θλίψη γιὰ σημαία.
Καὶ τὸ φῶς μουντὸ
Μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
Τὴν ἀρρώστεια τῆς ὕπαρξης, πῶς νὰ τὴ γιατρέψεις;
Μὲ ὀρτανσίες καὶ βεγγαλικὰ
Αὐγὰ δὲν βάφονται