4/14/2018

Sándor Kányádi, Lőrinc Szabó, Endre Ady -3 HUNGARIAN POETS



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ/TRANSLATION
ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ/STAVROS GIRGENIS

Sándor Kányádi

Ο αιώνιος ποιμένας
(Στον Ρουμάνο ποιητή Zaharia Sancu)
Σε βάλανε αρχηγό σ’ ένα μαυροντυμένο
ποίμνιο, darie,*** αιώνιε ποιμένα.
Κάθεσαι στου μεγάλου ποταμού
την άλλη όχθη, όπως κάποτε έκανες
στο πλάι του θορυβώδη Δούναβη,
ακούγοντας με τα μάτια σου κλειστά,
και στο εξής πορεύεσαι για πάντα
με γυμνά τα πόδια, όπως σαν ήσουνα παιδί,
βαδίζοντας αργά από τον ένα σου βοηθό στον άλλο,
από κοπάδι σε κοπάδι συνεχίζεις ν’ αντηχείς
τον μελαγχολικό των κουδουνιών τον ήχο.

Εσύ κι οι σύντροφοί σου μηνύματα εξακολουθούν να στέλνουν,
με κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε πανσελήνου ανατολή,
σ' αυτούς που ασχολούνται ακόμη να ποιμαίνουν σε τούτη εδώ την όχθη.

[*** Ρουμανική λέξη στο ουγγρικό πρωτότυπο, δηλώνει το ψειρόχορτο, είδος πόας]

The Eternal Shepherd

(In memoriam Zaharia Sancu, Romanian poet)

they’ve put you in charge of a black-suited
herd darie eternal shepherd
you sit on the other side
of the great river like you did at one time
by the purling Danube
listening with eyes closed
and from now on you go forever
barefoot just as you did as a child
limping to one or another of your helpers
from herd to herd you keep reporting
by the melancholy sound of cowbells

you and your fellows keep sending messages
with every sunset and with every
rise of a full moon
to those still busy shepherding on this side

Ανάμεσα σε δύο λεύκες
Ανάμεσα σε δύο λευκές, στον λόφο επάνω,
τώρα ο ήλιος λέει τον αποχαιρετισμό του.
Ακόμη καλοκαίρι είναι, ωστόσο φοβισμένα φύλλα
μοιάζουν να νιώθουν πως πλησιάζει η ώρα να πεθάνουν
και τρέμει στη σκιά αδύναμη η βουνίσια χλόη.
Το δειλινό, χρωματισμένο σαν το μύρτιλο,
φέρνει μονάχα έναν παγωμένο τάπητα
σαν πέφτει η νύχτα - αυτό ήταν!
Ο ήλιος μπορεί να έχει φως ακόμη για να δώσει,
όμως ετούτο δω το δειλινό, φονιά του θέρους
θα το ’χω εντός μου όσο ζω.

Between Two Poplars


Between two poplars, on the hill,
now the sun is saying its goodbye.
It’s still summer but skittish leaves
seem to feel they’re about to die,
and in the shade emaciated
mountain grass is shivering:
the huckleberry-flavored dusk
has but frost carpeting to bring
with nightfall – and then that’s it!
The sun may have some light to give,
but I’ll have this summer-killing
dusk in me as long as I live.



Lőrinc Szabó

Μιας και δεν είσαι πουθενά
Μιας και δεν είσαι πουθενά, παντού σε ψάχνω.
Στον ήλιο, στους αγρούς. Το φόρεμά σου μπορεί και να ’ναι ένα σύννεφο.
Ο κόσμος εξακολουθεί να σ’ εμφανίζει, εξακολουθεί την ύπαρξή σου
να κατέχει, ακόμη και στον τρόπο που το βλέμμα μου
αποτυγχάνει προβλέψιμα να σε συλλάβει.
Το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, του γρύλλου ο ήχος
μπορούνε της φωνής σου τον κυματισμό να αποδώσουν.
Η φαντασία πάντοτε βρίσκει ένα ίχνος σου.
Σε βλέπω και δεν σε βλέπω, το αγαπημένο σου όνομα
στην καρδιά μου παντοτινά αντηχεί.
Κι όμως κάθε στιγμή μου στερεί τις αξιώσεις μου.
Ανοίγω τον εαυτό μου στ’ άστρα, την ακοή μου προσηλώνω,
αλλά καθώς θηρεύω εσένα, ο κυνηγός γητεύεται 
και μπαίνει μες στον τάφο του, στον εαυτό του μέσα εξαφανίζεται.

Since You’re Nowhere


Since you’re nowhere, I seek you everywhere,
the sun, the fields; a cloud can be your dress,
the world keeps showing you, continues to possess
your essence, even in the way my stare
predictably fails to capture you;
the play of light and shadow, cricket noise
can reproduce the tinkling of your voice,
imagination can always find a clue:
I see you and I don’t, your dear name
in my heart always echoes yours,
yet every moment robs me of my claim:
I open myself to the stars and prick my ears,
but while chasing you, this predator is lured
into your grave; into himself he disappears.

Τίποτε άλλο
Καθώς τίποτε απ’ αυτήν δεν έχει απομείνει,
λατρεύω όλα αυτά που γύρω της κάποτε κατείχε,
το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν, το βραχιόλι,
πράγματα ορφανά που μείναν μόνα,
το κλειδί που μ’ οδηγούσε κάποτε σ’ αυτήν,
δάση απόμακρα και πόλεις, του ταξιδιού την σκόνη
που σηκώναμε μαζί και το χαμόγελο
που ανέβαινε με μια ριπή απ’ την καρδιά στα μάτια της,
όταν καθόταν να της φτιάξουν το πορτρέτο - όχι κανένα υποκατάστατο,
όλος ο κόσμος είναι γεμάτος απ’ αυτά
και είναι αυτά που τώρα οξυδερκή με κάνουν:
η γη κι ουρανός και όλα τα υπόλοιπα είν’ ένα μονοπάτι
και οδηγούν σ’ αυτήν. Πρέπει να μάθω ν’ αγαπώ τις σκέψεις μου για κείνη,
καθώς τίποτε άλλο πια απ’ αυτήν δεν έχει μείνει.

Nothing Else


Since there’s no part of her left
I love all that she used to own
around her, the pillow for her rest,
the bracelet, orphaned objects left alone,
the key that used to lead me to her,
distant forests, cities, the travel dust
we stirred up together, the smile that
ran up from her heart to her eyes in a gust
when sitting for a portrait: — no substitute
but the whole world is filled with them,
and it’s only now they make me astute:
the sky and earth and all else are a lane
to her: I have to love my thoughts of her
for no other parts of her remain.


Endre Ady

Η κραυγή μου
Μην κλαις, εάν για σένα κλαίω.
Τάφο μην σκάβεις, αν είσαι σοφός.
Του κοιμητηρίου είμαι ο βασιλιάς
και οι κραυγές μου είναι παντοδύναμες κραυγές.

Όταν θρηνώ, και η ζωή θρηνεί μαζί μου-
θάνατος, αποτυχία, συντριβή, κατάρες κι αναστεναγμοί.
Η ειμαρμένη αντηχεί,
όταν κραυγάζω με πονεμένη την κραυγή.

Μπορώ μονάχα δάκρυα να δανείσω
και βάσανα σε κείνους που αγαπώ πολύ.
Γι’ αυτούς που βγάζω την κραυγή στεφάνι θα πλεχτεί
από δάφνες, ακόμη και βαθιά μέσα στην κόλαση.

My Crying

Don’t you cry if I cry for you,
Don’t dig a grave if you’re wise:
I am the cemetery king,
My cries are almighty cries.

When I weep, Life too weeps,
Death, failure, crash, curses and sigh.
Predestination reverberates
When I cry out with a painful cry.

I can only loan out tears and
Torture to those I love too well.
Those I cry for will be wreathed
In laurels even deep in hell.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ
Ετούτη η πραγματικότητα, γεμάτη με φιλιά, τρελό με κάνει,
αυτή η μεγάλη εκπλήρωση,
αυτή η παράδοση, ετούτη η καλοσύνη πάλι και πάλι.

Με δακρυσμένο πρόσωπο στα γόνατά σου, σου δίνω το δεξί μου χέρι
και σε παρακαλώ, κυρά μου, με την πιο μεγάλη ειλικρίνεια:
διώξε με, στείλε με μακριά μέσα στη νύχτα.

Όταν τα χείλη μου αγγίζουν της φωτιάς την κορυφή,
άφηνε τα δικά σου στέρεα να παγώνουν
και ποδοπάτα με, γέλασε με τον πόθο μου.

Οι ζωντανοί οι πόθοι είναι σκληροί εκτελεστές.
Σ’ αφήνω, διότι σε ποθώ τόσο πολύ
και είναι μια κατάρα το παρόν, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές του.

Άσε το σώμα σου στην ηδονή για πάντα να διαρκέσει,
άσε με να το δω να γίνεται κατακτητής
στα αρωματισμένα στρώματα του παρελθόντος.

Επάνω σου θέλω να προσκολληθώ με τόση δύναμη
που τελικά διαλέγω έναν χωρισμό που οικοδομεί
την έλξη, της ομορφιάς σου ο προστάτης να ’ναι.

Πάντοτε θέλω να υλοποιείς το όνειρό μου
για μια γυναίκα που με τέχνη μ’ αγαπά
και παραμένει αιώνια η ύψιστή μου αγαπημένη.

I Want to Hold on to You


This kiss-filled reality drives me insane,
this great big fulfillment,
this surrender, this goodness again and again.

With tearful face in your lap, I give you the right
and beg you my lady most earnestly:
kick me out, send me off into the night.

When my lips reach their peak of fire,
let yours freeze up rigid
and trample on me, laugh at my desire.

Desires alive are cruel executioners,
I’m leaving you because I want you too much,
the present even at its best is a curse.

Let your body in joy forever last,
let me see it conquering
on the scented cushions of the past.

I want to hold on to you so hard
that I choose attraction-building
separation as your beauty’s guard.

I want you always to act out my dream
of a woman who artfully loves me
and remains forever my love supreme


ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Ο Sándor Kányádi (1929) είναι ο διασημότερος σύγχρονος Ούγγρος ποιητής. Γεννήθηκε στη Ρουμανία.
Ο Lőrinc Szabó (1900-1957) έγραψε και σε μοντέρνο και σε παραδοσιακό στίχο. Υπήρξε γνωστός μεταφραστής ευρωπαϊκής ποίησης στα ουγγρικά.
Ο Endre Ady (1877-1919) γεννήθηκε στην Ουγγαρία των Αψβούργων και είδε τη διάλυσή της με τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπηρέτησε τον συμβολισμό και υπήρξε ανανεωτής της ουγγρικής ποίησης της εποχής του.

Η αγγλική μετάφραση του ουγγρικού πρωτοτύπου οφείλεται στον Paul Sohar. Μετανάστης από τα εφηβικά του χρόνια στις ΗΠΑ είναι ποιητής και μεταφραστής.

[Σταύρος Γκιργκένης]