4/23/2018

Κωνσταντίνος Μπούρας (Konstantinos Bouras) -8 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (POEMAS)



Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 33 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris IIILa nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Théâtrales). Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά. Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα και για την Κρίση έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Είναι δάσκαλος τού ρέικι και εισηγητής μιας καινούργιας μεθόδου αρχαιολογικού ρέικι με τίτλο «Αφθονία Μπουρέικ - Bhureik Abundance» (κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Momentum).

Konstantinos Bouras nació en Kalamata en 1962 y vive en Atenas desde 1977. Escritor de 33 libros editados, crítico de teatro y de libros. Es ingeniero mecánico titulado por la Universidad Nacional Técnica (1985), primera nota de la Sección de Estudios Teatrales de la Universidad de Atenas (1994) y poseedor del diploma de postgrado en teatrología en la Universidad francesa Paris III- La nouvelle Sorbonne (D. E. A. Etudes Théâtrales). Escribe artículos en periódicos y bastantes revistas literarias. Obras suyas teatrales, de temas clásicos y sobre la Crisis, se han representado en teatros de Grecia y del exterior. Es maestro de reiki e introductor de un nuevo método arqueológico llamado Bhureik Abundance (circula también en libro de ediciones Momentum).


[Από τις Είκοσι και πέντε “προσευχές” ταπεινών και αδύναμων όντων (το καθένα προς τον δικό του “θεό”)

ΑΘΗΝΑ 2016-2018
Veinticinco “oraciones” de seres humildes y débiles (cada uno a su propio dios)]

Traducción de
José Antonio Moreno Jurado


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

Τ' αδύνατά μου βάνω
να μην πτωχεύσει ποτέ
το κράτος, αφού μετά
πάνε χαμένες:
σύνταξη, περίθαλψη, κοινωνική
πρόνοια και τα όνειρα όλα
καπνός:
ανέφελα γηρατειά,
αραλίκι μέχρι τελικής
σήψεως...
Μα γιατί έκανα τόσες θυσίες
τόσα χρόνια, εποχή πάνω σ' άλλην
εποχή, για να ιδώ τους κόπους μου
να εξανεμίζονται
και τις λιγοστές ελπίδες
αποχαιρετώντας με;
Θα μού πείτε: “ε, καλά, δεν έσκαψες
κιόλας!”. Λάθος αγαπητοί μου, λάθος
αναμάρτητον. Μόχθησα να είμαι
καλός, ταπεινός κι ανεκτός,
να είμαι καθωσπρέπει κι αγαπητός,
να φέρομαι πολιτισμένα και πάντα
καλοσιδερωμένος. Θαρρείτε πως είναι
εύκολη δουλειά κάτι τέτοιο; Χειμώνας
μπαίνει, φθινόπωρο βγαίνει,
βρέξει-χιονίσει να είσαι τύπος και
υπογραμμός επιβάλλεται. Λίγο
σού φαίνεται εσένα αυτό;
Ν' αλλάζουν όλα γύρω σου
κι εσύ αναλλοίωτος να μένεις,
ευγενικός, καλοσυνάτος,
κομμάτι ψυχρός (όπου κι όταν
απαιτείται – με κανέναν δύσκολο
πελάτη, εννοείται...).
Να είσαι τίμιος κι αδιάφθορος,
αυτό είναι και το πιο δύσκολο.
Να βλέπεις μπροστά σου
το βάζο με το μέλι γεμάτο
και να μην βάζεις το δάχτυλο
μέσα. Να κρατάς και το πεπόνι
και το μαχαίρι και να μην τρως
ούτε μια μπουκιά. “Και κερατάς
και ζημιωμένος”. Να πρέπει “διαρκώς
ν' αποδεικνύεις ότι δεν είσαι ελέφαντας”
κι από πάνω να τ' ακούς κιόλας:
“η γυναίκα τού Καίσαρα πρέπει
να φαίνεται και τίμια!”. Βρε άι σιχτίρ!
Η γυναίκα τού Καίσαρα έτρωγε με
χρυσά κουτάλια κι εμείς “κάνουμε
το σκατό μας παξιμάδι”.
Δώσε θεέ μου να μην πτωχεύσει
το κράτος, γιατί τότε θα πάνε
θυσίες μιάς ολόκληρης ζωής
χαμένες. Κι εσύ δεν είσαι άδικος
θεός; Είσαι;

LA ORACIÓN DEL EMPLEADO PÚBLICO

Pongo mis flaquezas
para que no se empobrezca jamás
el gobierno, puesto que después
se perderán:
orden, asistencia, providencia
social y todos los sueños
serán humo:
vejez serena,
hendidura hasta la perfecta
podredumbre…
Pero ¿por qué hice tantos sacrificios
durante tantos años, época sobre
época, para ver mis esfuerzos
esfumarse
y las pocas esperanzas
despidiéndose de mí?
Me diréis: “¡Eh, bien, ya cavaste
bastante! Error, queridos míos, error
infalible. Me afané en ser
bueno, humilde y tolerable,
en ser también como se debe y amable,
en comportarme educadamente y siempre
allanador. ¿Creéis que es fácil
semejante tarea? Invierno
entra, otoño sale,
ha llovido-ha nevado manteniendo el tipo
e imponiéndome como modelo. ¿Poco
te parece a ti todo esto?
Que cambie todo a tu alrededor
y que tú permanezcas inmutable,
amable, bondadoso,
un poquito frío (donde y cuando
se debe – con algún cliente
difícil, se entiende…).
Ser honrado e indiferente
es lo más difícil.
Mirar ante ti
el vaso lleno de miel
y no meter el dedo
dentro. Sostener el melón
y el cuchillo y no comer
ni siquiera un bocado. “Y cornudo
y perjudicado”. Deber “continuamente
demostrar que no eres un elefante”
y encima, escuchar también:
“¡la mujer del César debe
parecer también honrada!”. Oye, ¡qué insulto!
La mujer del César comía con
cucharas de oro y nosotros “hacemos
de nuestra mierda bizcocho”.
Concédeme, dios mío, que no se empobrezca
el gobierno, porque se perderán
entonces los sacrificios de toda una vida.
¿Tú no eres un dios
injusto. ¿Lo eres?

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΉΣ ΧΑΡΤΟΡΙΧΤΡΑΣ

Ας μη μου λείψει ποτέ
η έμπνευση,
σταθερό το χέρι
κι ατσαλάκωτος ο λόγος.
Όταν χρειάζεται να τόν
σιδερώσεις μετά
ο πελάτης το καταλαβαίνει,
φεύγει και δεν ξαναέρχεται...

Δώσε θεέ μου ουρές
να περιμένουν στην αυλή
το κουδούνι να χτυπάει συνέχεια,
ο τηλεφωνητής να παίρνει φωτιά
και τα μηνύματα να δίνουν και να
παίρνουν.
Κάποια στιγμή θα χρειαστώ
γραμματέα.
“Δημιουργικός οραματισμός”,
έτσι δεν το λέτε εσείς οι γραμματισμένοι;


LA ORACIÓN DE LA ADIVINA DE CARTAS

Que no me falte nunca
la inspiración,
la mano firme
y la palabra sin arrugas.
Cuando es necesario
plancharlo después
el cliente lo comprende,
se va y no vuelve…

Dame, dios mío, colas
esperando en el patio
la campanilla sonando continuamente,
el telefonista echando chispas
y los mensajes dándose
y recibiéndose.
En algún momento necesitaré
secretario.
“Visión creativa”
¿no lo decís así los cultos?

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

Και ξαφνικά είδα χρώματα
                   πολλά
μέσα στη μαύρη νύχτα.
Κάνε θεέ μου
να μην τελειώσει ποτέ
το μαρτύριο αυτό.
Κι αν είναι πάλι να λάβει
κάποτε ένα τέλος,
ας γίνει τότε παμφωτοχυσία
λαμπρή
καθώς θ' ανέρχομαι
ορθόπλωρος στον ουρανό
και βροχή μετεωριτών
δεν θα με τρομάζει.

Για την ακρίβεια, δεν με
σκιάζει πια φοβέρα καμιά
εξόν να γίνω λογικός
σαν τους κοινούς ανθρώπους.

LA ORACIÓN DEL LOCO

Y de pronto vi muchos
          colores
en la negra noche.
Haz, dios mío,
que no termine nunca
este martirio.
Y si tiene que alcanzar
cualquier día un final,
que sea entonces una completa luminosidad
brillante
cuando suba
con recta proa al cielo
y no me asustará
la lluvia de meteoritos.

Para más exactitud, no me
ensombrece ya ningún temor
excepto el de convertirme en ser lógico
como el común de los hombres.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Μούσα Ερατώ,
δώσε στον εργάτη σου τον πιστό
φτηνό υλικό για τις
εμπνεύσεις του,
δώστου υπομονή
και θυμό καλό
να γράφει τα ωραία
ποιηματάκια του,
κανέναν να μην ενοχλεί,
ιδιαίτερα τις εξουσίες
αυτού τού κόσμου
που φρικιούν και τρομάσσουν
με κάθε ελεύθερη φωνή
κάθε προσπάθεια
καταδολιεύσεως
τής επισήμου χρήσεως
τού γλωσσικού κώδικος.
Βλέπεις εμείς είμεθα
σκαπανείς
ενός κόσμου άλλου
στα σύνορα τής φυλακής
που κάποιοι έφτιαξαν εδώ
και μετονόμασαν σέ
“Κοιλάδα τού Θανάτου”.
Μέσα στα δάκρυα και τούς λυγμούς
εμείς στην άκρη τών χειλιών
τού κάθε αιχμαλώτου
κάνουμε να σκάσει
χαμόγελο κρυφό
κι ανθυπομειδιώμεν
όλοι μαζί
στην ανάμνηση τών πυλών
που οδηγούν έξω από εδώ
στον καθαρόν και άπλετον
και ξάστερον αιθέρα.
Κι οι δεσμοφύλακες μαζί
κάνουν πως τάχατες δεν
βλέπουν τα παιδιακίσια
καμώματά μας. Κανένας
δεν απειλήθηκε ποτέ
από έναν ταλαίπωρο ποιητή,
εξόν οι εξουσίες οι κοσμικές
που καλώς γνωρίζουν
πως κάτω από το καλοκάγαθο
ύφος, τις ατυχείς ομοιοκαταληξίες
και τις παμπόνηρες παρηχήσεις
κάποια μηχανορραφία εξυφαίνεται
εις βάρος τού καθεστώτος.
Δώσε μούσα Ερατώ
να γίνει Ποίηση Υψηλή
αυτό το ξερατό
και να σπαρθούν τα πέλαγα
απαξάπαντα
με ανεμώνες...

LA ORACIÓN DEL POETA DESGRACIADO

Musa Erato,
concede a tu fiel trabajador
un material barato para sus
inspiraciones,
dale paciencia
y buen ánimo
para escribir sus hermosos
poemitas,
para que no moleste a nadie
particularmente a los poderes
de este mundo
que se estremecen y atemorizan
con toda voz libre
con todo intento
de fraude
de utilidad oficial
del código lingüístico.
Ves que nosotros somos
zapadores
de otro mundo
en las fronteras de la cárcel
que algunos construyeron aquí
y le cambiaron el nombre por
“Valle de la muerte”.
Entre lágrimas y sollozos
nosotros en la punta de los labios
de cada prisionero
hacemos que estalle
una sonrisa secreta
y sonreímos con disimulo
todos juntos
en recuerdo de las puertas
que conducen fuera de aquí
al éter puro,
inmenso y sereno.
Y los guardianes juntos
hacen como que no ven
nuestros actos
infantiles. Nadie
fue nunca amenazado
por un poeta desgraciado,
salvo los poderes universales
que saben bien
que bajo el estilo bello y
bueno, las desafortunadas rimas
y las malignas asonancias,
se urde cierta maquinación
en perjuicio del régimen.
Concede, musa Erato,
que se convierta en Alta Poesía
este vómito
y que se vigoricen los mares
todos
con anémonas…

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΑΚΡΙΔΑΣ

Έξω από τα σύνορα
και μέσα στο παχνί
πέφτουμε θύματα
τής λαιμαργίας μας
έτσι που οι άνθρωποι
να μάς θεωρούν μάστιγα
και κακό οιωνό,
μέχρι και στις επτά πληγές
τού φαραώ
μάς συμπεριέλαβαν
οι άφρονες, οι ανιστόρητοι,
οι άσχετοι! Τι φταίμε εμείς
αν δεν έβγαζε η γης χορτάρι
τον αμαρτωλό βασιλιά
για να τιμωρήσει;
Τι φταίμε εμείς
τα ταλαίπωρα ζωντανά
που πετάμε λοξά
και γέρνουμε σαν χωλά,
όρθια κοιμόμαστε
από την κούραση
και πάλι στην βιοπάλη
ριχνόμαστε
με ζέση περισσή.
Ακόμα και τον μισό ζήλο
δι' εργασίαν
να επεδείκνυαν οι άνθρωποι
κούκλα θα ήταν ο πλανήτης
και τροφή για όλους
άφθονη θα υπήρχε,
θα μούχλιαζε στα υποστατικά.
Αλλά βέβαια, έτσι είν' αυτά
τα πράγματα. Για τη δικιά μας
τεμπελιά κάποιος άλλος
πάντα φταίει.
Δώσε θεέ τών ακριδών
να χαρακτηριστούμε
έντομα με ειδικές αξιώσεις,
προνοιακό επίδομα
να εισπράττουμε
“μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει”
και ν' απολαμβάνομε όλα τ' αγαθά
“αβρόχοις ποσί”.
Να δούμε τότε ποιος θα
ξεχορταριάζει τα χωράφια
τών αχρείων ανθρώπων.
Οι κατσικούλες; Χα, ας γελάσω!
Μα αυτές δεν ξέρουν να πετούνε
και μάλιστα λοξά
σαν τον Ερμή που του έφυγε
ένα σανδάλι
τρέχοντας να εκτελέσει
εντολές κατεπείγουσες
τού Λοξία!!!

LA ORACIÓN DE LA LANGOSTA

Fuera de las fronteras
y dentro del pesebre
caemos víctimas
de nuestra gula
de forma que los hombres
nos consideran látigo
y mal agüero,
¡incluso en las siete plagas
del faraón
nos incluían
los insensatos, los sin historia,
los independientes! ¿Qué culpa teníamos
de que la tierra no tuviese hierba
para castigar
al rey pecador?
¿Qué culpa teníamos nosotros
desgraciados seres vivos
que volamos oblicuamente
y nos inclinamos como cojos,
dormimos de pie
por el cansancio
y nos lanzamos
de nuevo a la lucha por la vida
con inmenso ardor.
Incluso si la mitad del celo
por el trabajo
mostrasen los hombres,
el planeta sería una muñeca
y habría bastante
alimento para todos,
crecería moho en los campos.
Pero, seguramente, así son
estas cosas. De nuestra
pereza algún otro
tiene la culpa.
Concede, dios de las langostas,
que nos caractericen como
insectos con pretensiones particulares,
para cobrar
subvenciones privilegiadas
“mes entra, mes sale”
y gustemos de todos los bienes
“con pies secos”.
Veremos entonces quién
quitará la mala hierba de los campos
de los inútiles hombres.
¿Las cabritas? ¡Ja, me reiré!
¡Pero ésas no saben volar
oblicuamente también
como Hermes al que se le salió
una sandalia
cuando corría a cumplir
órdenes urgentes
del Oblicuo!!!

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΎ ΓΛΑΡΟΥ

Δώσε θεέ μου να ορθοφτερουγίζω
κάθε φορά που προσεγγίζω
το λιωμένο σμάλτο τού νερού
για να ψαρέψω
για να καθρεφτισθώ στη θάλασσα
για να βρέξω τα φτερά μου
τόσο όσο χρειάζεται για να μη
βουλιάξω στο αχάριστο υγρό
στοιχείο για πάντα...
και τότε πια θα σκέφτομαι
με όρους κοραλλιού
μετρώντας τα σύννεφα
και τους άλλους γλάρους
που θα ψαρεύουν αφρόψαρα.
Θα τους χαιρετώ μα εκείνοι
δεν θα ανταποδίδουν το χαιρε-
τισμό μου. Τι δεν θα έχω πια
μήτε βλέφαρα μήτε μάτια
κι οι κόρες φωλιές ψαριών
που θα εκδικούνται τήν
αρπακτικότητά μου.
Δικαιοσύνη. Όπως και να το πεις,
η ουσία πάντα ίδια μένει: ο παθός
δεν γίνεται πάντα μαθός, όχι πριν
να είναι δυστυχώς πια πολύ
                                      αργά
για δάκρυα και συχώρεση.

LA ORACIÓN DE LA GAVIOTA

Concédeme, dios mío, aletear correctamente
cada vez que me acerque
al líquido esmalte del agua
para pescar
para reflejarme en el mar
para mojar mis alas
tanto como se necesita para no
hundirme en el ingrato y húmedo
elemento para siempre…
y entonces ya pensaré
en términos de coral
midiendo las nubes
y las otras gaviotas
que pescarán peces de espumas.
Las saludaré, pero ellas
no me devolverán mi
saludo. No tendré ya
ni párpados ni ojos
y las muchachas nidos de peces
condenarán mi
rapacidad.
Justicia. Como quiera que lo digas,
la esencia siempre es la misma: la pasión
no se vuelve siempre experiencia, no antes
de ser desgraciadamente demasiado
                                                           tarde
para lágrimas y perdón.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΜΙΔΙΟΥ

Γιατί υπάρχουν κι αγαθοδαίμονες,
λάτρεις τής καθαριότητος, τής τάξης
και τής αρχοντιάς... Δώσε θεέ τών
σαμιαμιδιών να μην μάς σκοτώνουν
οι νοικοκυρές, πάντα θα υπάρχουν
έντομα που δεν τα φτάνουν οι
σκούπες στις γωνίες, στα ταβάνια,
ανάμεσα στα κεραμίδια, πάντα θα
χρειάζεται ένα αγαθό σαυράκι
για να ξεπαστρεύει όλα τα παθο-
γόνα σκουλήκια κι έντομα
και – δόξα τώ θεώ – άπειρα
υπάρχουν ακόμα και στα πιο
παστρικά νοικοκυριά.
Γάτες οι χειρότεροι εχθροί μας,
φυλετικό μίσος,
αρχετυπική έχθρα,
δεν ξέρω από πού και πότε
ξεκίνησε αυτή η βεντέτα.
Λες να υπήρχε και σ' εμάς
μιά Ελένη τής Σπάρτης
που προκάλεσε ολόκληρο
Τρωϊκό Πόλεμο; Δεν το πιστεύω.
Οι γάτες είναι θηλαστικά
κι εμείς γεννάμε αυγά.
Δεν υπήρχε περίπτωση
να είναι μια γυναίκα
και θηλαστικό και σαυροειδές.
Υπήρχε; Αν και πολλά
ακούγονται τελευταία.
Δε βαριέσαι. Μυθολογήματα
ανδρών και γυναικών
που ψάχνουν πάντα
κάποια κρυφήν αιτία
για τα πάθη τους.
Δώσε θεέ μου
να μην μάς λιώνει
σκούπα τής νοικοκυράς
και μουστάκια γάτου
να μην αγγίζουν
την πλατούλα μας.

LA ORACIÓN DE LA SALAMANQUESA

Porque existen los demonios buenos,
adoradores de la limpieza, del orden
y del señorío… Concede, dios de las
salamanquesas, que no nos maten
los amos de casa, siempre existirán
insectos a los que no lleguen las
escobas en los rincones, en los techos,
entre las vasijas, siempre se
necesitará un buen lagartito
para hacer desaparecer todos los pa-
tógenos gusanos e insectos
y -gloria a Dios- todavía
existen infinitos en los más
aseados ajuares.
Nuestros peores enemigos, los gatos,
odio racial,
enemistad arquetípica,
no sé de dónde y cuándo
vino esa vendetta.
¿Podría decirse que hubo entre nosotros
una Helena de Esparta
que provocó una completa
Guerra de Troya? No lo creo.
Los gatos son mamíferos
y nosotros nacemos de huevos.
No podía darse el caso
de que una mujer fuera
mamífera y tuviera forma de lagarto.
¿Podía? Aunque muchas cosas
se oyen últimamente.
No te aflijas. Fábulas
de hombres y mujeres
que siempre buscan
una oculta razón
para sus sufrimientos.
Concede, dios mío,
que no nos mate
escoba de señora
y que los bigotes del gato
no toquen
nuestra espaldita.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ

Ξύπνησα με ένα κεχριμπαρένιο
μωρό ελεφαντάκι και δεν ξέρω τί
να το κάνω. Πώς το θηλάζεις; Πώς
τού μαθαίνεις να κολυμπάει; Πώς θα
βγει για κυνήγι; Τρώγει άραγε τα
ψάρια κακαβιά; Ή μήπως τα προτι-
μάει ωμά; Κι αν θέλει μόνο μπανάνες
πού να τις βρω στη μέση τού πελάγου;
Κι αν εξοκείλω σε παραλία τροπικού
νησιού, σαν εκείνες τις ρεζιλεμένες
φάλαινες που φωτογραφίζουν οι
τουρίστες και τίς ανεβάζουν στα
“μέσα κοινωνικής δικτύωσης”; Έτσι
δεν τα λένε; Αχ, πώς γίνεται να είσαι
καλή μάνα όταν έχεις αλλόμορφο
παιδάκι; Θεέ μου, όταν σού ζήτησα
να δοκιμάσω τις χαρές τής μητρότητος
πάση θυσία, ακόμα κι αν ήταν να υπερβώ
το κάρμα μου, ακόμα κι αν ήταν να πληρώσω
με χρυσάφι την αποκοτιά μου αυτή, δεν περί-
μενα τέτοιο πράγμα φριχτό κι αλλόκοτο:
φάλαινα να αναθρέφει ελεφαντάκι.
Κι αν πάλι πρόκειται για τον Ganesh, τον
ινδικό θεό τής Αφθονίας; Πώς θα μού κάνει
καρδιά να τον πνίξω σε μια γουλιά νερό
για να απαλλαγώ από αυτόν και τα καμώ-
ματά του; Ήδη παραξενιές πολλές εμφάνισε
το τέρας. Όμως ζωάκι δεν είναι κι αυτό;
Τρυφερό κι ανυπεράσπιστο. Πήρα τη μεγάλη
απόφαση: θα το μεγαλώσω. Κι ό,τι θέλει
ας γενεί. Όμως Θεέ μου, Εσύ ψηλά στόν
ουρανό, Εσύ που είσαι σοφός, την επόμενη
φορά που θα εισακούσεις τις προσευχές μου,
δος μου, Πανάγαθε, όχι αυτά που ζητώ αλλά
εκείνα που Εσύ θεωρείς χρήσιμα, σκόπιμα
για μένα. Σε παρακαλώ να δώσεις ιδιαίτερη
προσοχή και σημασία στην ικεσία μου αυτή.

LA ORACIÓN DE LA BALLENA

Desperté con un pequeño elefantito
de ámbar y no sé qué
hacerle. ¿Cómo lo amamantas? ¿Cómo
le enseñas a nadar? ¿Cómo saldrá
de caza? ¿Cómo entonces
los peces en sopa? ¿O quizás los
prefiere crudos? Y si sólo quiere bananas
¿dónde voy a encontrarlas en medio del mar?
¿Y si encallo en la playa de una isla
tropical como aquellas ridículas
ballenas que fotografían los
turistas y las suben a las
“redes sociales”? ¿No las llaman
así? Ah, ¿cómo puedes ser
una buena madre cuando tienes un niñito
con otra forma? Dios mío, cuando te pedí
probar las gracias de la maternidad
todo sacrificio, aunque tuviera incluso que sobrepasar
mi carma, aunque tuviera incluso que pagar
con oro esta audacia mía, no esperaba
semejante cosa terrible e insólita:
que una ballena crie a un elefantito.
Y ¿aunque se trate de Ganesh, el dios
hindú de la Abundancia? ¿Cómo tendré
corazón para ahogarlo en una gota de agua,
para desembarazarme de él y de sus
acciones? Ya ha mostrado muchas extrañezas
el monstruo. Sin embargo, ¿no es un ser vivo?
Tierno e indefenso. Tomé la gran
decisión: lo criaré. Y que sea
lo que quiera. Sin embargo, dios mío, Tú, arriba,
en el cielo, Tú que eres sabio, la próxima
vez que atiendas a mis súplicas,
dame, Buenísimo, no lo que te pida sino
lo que Tú consideres útil, oportuno
para mí. Te pido por favor que pongas particular
cuidado y des importancia a mi ruego