4/09/2018

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΑΥΡΑΚΗ -7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ELEFTHERIA STAVRAKI -7 POEMAS)




Η Ελευθερία Σταυράκη γεννήθηκε στο Βόλο. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως φιλόλογος σε σχολεία της δυτικής Αττικής. Έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: «Ιθαγένεια» (Απόπειρα, 2016) και «Modus Vivendi» (υπό έκδοση). Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και ηλεκτρονικά).  

Eleftheria Stavraki nació en Volos. Ha estudiado en la Universidad de Atenas donde vive y trabaja como profesora de Filología neogriega  en la secundaria educación. Ha publicado dos colecciones de poesía y sus poemas se publicaron en varias revistas de poesía.

(Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο)

(Traducción:  José Antonio Moreno Jurado)


Ασφαλής συμβίωση

Ένας γάτος
στο τραπεζάκι το βιβλίο
κι εγώ
κάπου στο βάθος
του κίτρινου Αυγούστου
Ποζάρουμε
με ήλιο και φεγγάρι
κατ’ ανάγκη συγγενείς
οι τρεις
ορίζουμε επίπεδο
ασφαλούς συμβίωσης
Ο γάτος κυνηγάει την ουρά του
ο συγγραφέας τις  σκιές
κι εγώ το είδωλό μου
-χάρτινο θλιμμένο ύφος-
στον καθρέφτη τους

Convivencia Segura

Un gato
en la mesita el libro
y yo
en algun sitio al fondo
del amarillo agosto
Presumimos
con sol y luna
familiares por pura necesidad
los tres
definimos el plano
de una convivencia segura
El gato persigue su cola
el escritor las sombras
y yo mi imagen
-estilo triste y de papel-
cada uno en su espejo


Επίγνωση

Μάζευα πεταλούδες
Τις έκοβα από τα δέντρα
Τα φτερά τους μάτωναν
Έπλεκα φρέσκα μπουκέτα κόκκινα

Μάζευα μέρες
στην παλιά πόλη
όσο κι αν ήταν βροχερές
Πάνω τους καρφίτσωνα τις πεταλούδες

Οι μέρες κόκκινες ανέβαιναν
στους τοίχους του σπιτιού
που παρίσταναν τους πληγωμένους
κι όμως στον ήλιο  χόρευαν
μέσα τους 
κατακόκκινη εγώ,
από ντροπή ή πάθος,
να ξέρω πως
για να ζήσω
χρειάζομαι
τόσες πεταλούδες νεκρές
τόσο κόκκινο

 Percatation

Recogía mariposas
Las cortaba de los árboles
Sus alas sangraban
Tejía frescos ramilletes rojos

Recogía días
en la vieja ciudad
a pesar de que eran lluviosos
Colgaba sobre ellos las mariposas

Los días rojos subían
por las paredes de la casa
y simulaban heridos
aunque bailaban al sol
dentro de ellos
rojiza yo
por verguenza o passion
de saber cómo
para vivir
necesito
tantas mariposas muertas
tanto rojo

Mήδεια Ι

Καημένη μάνα
Ώρες ώρες απορώ μαζί σου. Τόσο αδύναμη, εσύ, που κάποτε το έσκασες απ’ το παλάτι του πατέρα σου μαζί με το χρυσάφι του. Για τα μάτια ενός ωραίου Έλληνα ταξιδευτή.
Τόσο απρόβλεπτη. Σ’ αγαπώ. Και σε λυπάμαι.
Οργώνεις τα δωμάτια σαν τρελή, τραβάς τα μαλλιά σου, γδέρνεσαι. Κι έπειτα στολίζεις όπως όπως την ασχήμια σου -μην τάχα κι έρθει εκείνος.
Μάταια. Ο πατέρας όπου να ΄ναι φέρνει τη νέα γυναίκα του, από βασιλική γενιά και τούτη. Σε διατάζει να τη σέβεσαι -αλλιώς σε διώχνει αμέσως. Δεν έχει το θεό του – σε τρελαίνει.
Κι εσύ τον απειλείς τάχα με ύβρεις και κατάρες, πως θα του κόψεις το κορμί με το πιο ακριβό μαχαίρι.
Καημένη, μάνα. Αφού τον αγαπάς ακόμη. Ποτέ σου δε θα σήκωνες χέρι επάνω του. Όλα τα χρυσάφια γύρω μας εσύ του χάρισες με την καρδιά σου. Απόμεινες πάμφτωχη.
Μοναδική περιουσία σου, εμείς εγώ και ο αδελφός μου. Αρκέσου στην αγάπη μας, πιο πλούσια να γίνεις. Ή, αν αντέχεις, φύγε. Θα σε ακολουθήσουμε.
Δύστυχη, και τη ζωή μου θα ’δινα για σένα.
Άλλη επιλογή δεν έχεις. Η τύχη και η δόξα σου εμείς,
εγώ και ο αδελφός μου.

Medea I

Pobre madre
Durante horas no sé que hacer contigo. Tan frágil, tú, que escapaste un día del palacio de tu padre con su oro. Por los ojos de un hermoso viajero griego.
Tan poco previsora. Te quiero. Y me da pena de ti.
Corres por las habitaciones como loca, mesas tus cabellos, te golpeas. Y, después, adornas un poco tu fealdad, por si él regresa.
En vano. El padre, donde esté, lleva a su joven esposa, también de noble linaje. Te ordena que la respetes, y, si no, te expulsará de inmediato. No lo pone en duda, y te enloquece.
Y tú lo amenazas con insultos y maldiciones, que le clavarás en su cuerpo el más afilado cuchillo.
Pobre madre. Porque lo amas todavía. Nunca le pondrás la mano encima. Todo el oro de nuestro alrededor se lo regalaste con tu corazón. Te quedaste sin nada.
Tu única posesión, nosotros, yo y mi hermano. Ten bastante con nuestro amor para ser más rica. Y, si lo resistes, vete. Te seguiremos.
Desgraciada, daría mi vida por ti.
No tienes otra elección. Tu suerte y tu gloria somos nosotros, yo y mi hermano.

Μήδεια ΙΙ

Τα παιδιά μου έρχονται συχνά στο σπίτι
Παίζουμε το παιχνίδι
που αγαπούνε περισσότερο
Τις νύχτες κοιταζόμαστε
μάτια κόκκινα αμίλητα
κυνηγούν το παραμύθι
χαμένο μέσα μου
Τα ξεγελάω
με λόγια ξύλινα γλυκά
Απ’ τα σπασμένα στόματα
ηχούνε οι ανάσες 
κοροϊδία
Όταν βαριούνται
χορεύουνε πιασμένα χέρι χέρι
Με βάζουνε στη μέση
αδύναμη μικρή
πάνω μου ξερνάνε
ουρλιαχτά και όνειρα
φωνάζω -ησυχία επιτέλους!-
βιάζομαι να συγυρίσω
κάθε απόδειξη της ύπαρξής τους
Ποιον κοροϊδεύω άραγε;
Δεν ξέρω από παιδιά
Πανηγυρίζουν κρεμασμένα
στις τεντωμένες μου χορδές 
ενώ τους εξηγώ
όσο πιο απλά μπορώ
ότι δε φταίω
που δεν αγάπησα ποτέ κανέναν
ούτε τον εαυτό μου
και τίποτε δικό μου
πριν κινδυνεύσω να το χάσω
-ή αφού το έχασα
Τους αρέσουνε οι δικαιολογίες
τις βρίσκουνε αστείες
τις αρπάζουν παίζουνε μαζί τους
τις σπάνε τις χαλάνε
για να διασκεδάσουν
Λίγο μόνο ησυχάζουν
Έπειτα ζητάνε κι άλλες

Medea II

Mis hijos vienen con frecuencia a casa
Jugamos al juego
que más les gusta
De noche, nos miramos
ojos rojos silenciosos
persiguen la leyenda
perdida dentro de mí
Los seduzco
con palabras firmes dulces
Por sus bocas rotas
suenan las respiraciones
burla
Cuando se cansan
bailan cogidos de las manos
Me lanzan al medio
débil pequeña
vomitan sobre mí
aullidos y sueños
grito - ¡tranquilidad al fin! –
me apresuro a ordenar
cualquier muestra de sus existencias
¿De quién me burlaré entonces?
No sé, desde niños
Hacen fiestas colgados
de mis cuerdas extendidas
mientras les explico
lo más sencillamente que puedo
que no tengo la culpa
que nunca amé a nadie
ni a mí misma
ni a nada mío
antes de arriesgarme a tenerlo o cuando lo perdí
Les gustan las justificaciones
las consideran graciosas
las cogen juegan con ellas
las quiebran las estropean
para divertirse
Sólo cuando se tranquilizan un poco
piden otras

Πρώτη δασκάλα

Στο δρόμο της για το χωριό
ίσως φορούσε το μαύρο ταγεράκι
χλωμό μπλουζάκι χαμογελαστό,
τα μαλλιά σε σχήμα φωτοστέφανου

Μας άφησε στα δύσκολα
ανορθόγραφους
όσο μαθαίναμε τους χρόνους
της οριστικής απώλειας
Παρηγοριά μας
τα πρόσωπα αμέτρητα
του ρήματος θυμάμαι
φωνής παθητικής, μας έλεγε
Λάθος
Θυμάμαι
ρήμα φύσης ενεργητικής,
θα πει δημιουργώ αμύθητη
προσωπική περιουσία κεκτημένου χρόνου
Παραδείγματος χάριν
τη θυμάμαι
σκυμμένη στα τετράδια μιας ζωής
να σημειώνει τις  παραφωνίες
να εντοπίζει τ’ αγεφύρωτα κενά
στα διαλείμματα
να πίνει τον καφέ πικρό
απαρηγόρητη
να φεύγει
χωρίς προειδοποίηση,
τη θυμάμαι
ένα σπασμένο πόδι
πίσω της να σέρνει,
κάτι σαν ντροπή
σαν δικαιολογία.

Primera maestra

En su camino al pueblo
vestiría quizás una toca negra
una pálida blusilla risueña
su cabello en forma de corona de luz

Nos dejó entre dificultades
sin saber ortografía
mientras aprendíamos los años
de la destrucción definitiva
Nuestro consuelo
las personas innumerables
del verbo, lo recuerdo,
de la voz pasiva, nos decía
Error
Recuerdo
verbo de naturaleza activa
querrá decir amaso una inmensa
fortuna personal de tiempo poseído
Por ejemplo
la recuerdo
inclinada sobre los cuadernos de una vida
señalando las disonancias
localizando vacíos sin puentes
en los recreos
bebiendo café amargo
inconsolable
saliendo
sin previo aviso,
la recuerdo
arrastrando tras ella
una pierna rota
algo como vergüenza
como justificación.

Το μυστικό παιδί
               
Ο πατέρας δεν υπήρξε γενναιόδωρος
κρατούσε στις ντουλάπες του
πανάκριβα κρυμμένα χάδια
λέξεις βαρύτιμες αγάπης
στα σεντούκια
κλείδωνε τις σκέψεις του

Τα βράδια κάπνιζε πολύ
και έπινε
Θα ΄ταν καλύτερα
αν μας άφηνε
να πάρουμε το φόβο του μια βόλτα
απ’ το χέρι    
σαν τον μικρό μας αδελφό

Κι όμως αν μας έβλεπε
θα θύμωνε ο πατέρας
θα προσπαθούσε να μας απειλήσει
με όπλα ενηλίκου
να μας αιχμαλωτίσει
δεμένους χειροπόδαρα
με το καθήκον μας
να παριστάνουμε παιδιά
ενήλικων γονέων
  
El niño secreto

El padre no fue generoso
guardaba en sus armarios
carísimas joyas ocultas
palabras valiosas de amor
en los baúles
encerraba sus pensamientos

Por las tardes fumaba mucho
y bebía
Sería mejor
que nos dejara
llevar a su miedo de la mano
a dar una vuelta
como si fuese nuestro hermano pequeño

Y, sin embargo, si nos mirara,
el padre se enfadaría
intentaría amenazarnos
con armas de mayores
haciéndonos prisioneros
atados de pies y manos
a nuestro deber
representando hijos
de padres mayores

Γελωτοποιός

Τα κουδουνάκια με ειδοποιούσαν πάντα πως ερχόταν
Δυο δυο σε κάθε του μανίκι
Κι ακόμη ένα μεγαλύτερο –στην άκρη στο καπέλο
Αμίλητη φασαρία πολύχρωμη
κόκκινο κίτρινο και μαύρο
πορτοκαλί με πράσινο. Και λίγο μαύρο
Πάντα υπήρχε λίγο μαύρο:
όσο δοκίμαζε τις πόζες του
άνοιγε τα σαγόνια
κατάπινε τους ώμους, τα πόδια, το καπέλο
τα χρώματα που έλιωναν στο στόμα
τέλος το λευκασμένο πρόσωπο
με το ζωγραφιστό χαμόγελο
Δεν ήθελα να τον κοιτάζω πια
να σπάσω μόνο ήθελα το επίμονο χαμόγελο
Ας σπάραζε
Θα ήταν πιο παρήγορο
Θα σήμαινε τουλάχιστον
Πως κάποτε οι ματιές μας
Πιασμένες χέρι χέρι
Μίλησαν για τον πόνο

Τα κουδουνάκια απομακρύνονταν πάντα τελευταία 

Μέσ’ το μυαλό μου τα ακούω να ηχούν ακόμη
σαν απειλή
Δεν ξέρω αν είναι από φόβο
ή από μια συνήθεια απλή
Ακόμα τον περιμένω

Payaso

Las campanillas me anuncian siempre su llegada
De dos en dos en cada manga suya
E incluso una mayor, en el extremo, en el sombrero
Mudo cortejo multicolor
rojo amarillo negro
naranja con verde. Y un poco más de negro
Siempre hubo un poco más de negro:
mientras probaba sus poses
abría las mandíbulas
engullía los hombros, las piernas, el sombrero
los colores que se hacían pasta en la boca
finalmente el rostro blanqueado
con una sonrisa pintada
Ya no quería mirarlo
sólo romper la persistente sonrisa
Que pataleara
Sería más consolador
Significaría al menos
Que nuestras miradas un día
Cogidas de la mano
Hablaron del dolor

Al fin las campanillas siempre se alejaban

Las oigo sonar en mi mente todavía
como amenaza
No sé si por miedo
o por sencilla costumbre
lo espero todavía.