3/19/2018

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ (VANGELIS TASIOPULOS) - 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ
(VANGELIS TASIOPULOS)

Μετάφραση Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)


Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και συγγραφέας βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1959 στο Μελιγαλά της Πελοποννήσου. Ζει στη Θεσσαλονίκη όπου εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και νεοελληνικό πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Διδάσκει δημιουργική γραφή σε ένα πρόγραμμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα δημοσίευσε έξι ποιητικές συλλογές και εννιά βιβλία παιδικής λογοτεχνίας. Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες της γενιάς του ’80 και σε περιοδικά. Είναι μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο του βιβλίο με πεζά κυρίως ποιήματα τίτλο Οι μπαλάντες των Εύχρηστων Πραγμάτων  κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ρώμη.

Vangelis Tasiopulos es poeta, ensayista y escritor de literature infantil. Ha nacido el año 1959 en Meligalàs de Peloponeso. Vive en Tesalònica donde trabaja como maestro en la educación primaria. Ha estudiado pedagogìa en la universidad Aristóteles de Tesalònica  y cultura neogriega en la  Universidad Abierta de Grecia. Imparte clases de literatura creativa en unn programa de tercer ciclo de la universidad Aristóteles. Desde la década de los80 hasta hoy ha publicado seis colecciones de poemas y nueve libros de literatura infantil. Los poemas de su última colección publicados por Romi Publisching el año 2017 son poemas en prosa. Su poesìa se incluye en revistas literarias y en antologías de la generación del80.


ΟΙ  ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΥΧΡΗΣΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Εύκολα λες ειδήσεις για τα πράγματα                                                                    
μιλάς για την ποιότητα των υλικών                                                                                      
τις επιστρώσεις του μετάλλου                                                                                         
το άχρηστο μέρος των αισθήσεων.                                                                                             
Η αδεξιότητά σου φυσικά περιορίζεται                                                                        
σε κάθε απόπειρα του νου να φανταστεί                                                                             
και μένει αξόδευτη                                                                                                     
ώσπου να τρέξουν τα φουγάρα μαύρη λάσπη                                                              
κι οι εορτοφόροι αθίγγανοι                                                                                                
να υποψιαστούν της ιστορίας το τέλος.
Έτσι λοιπόν
τις μέρες που ξεχνούσανε τα σύννεφα                                                        
οι σαλτιμπάγκοι αρπάζαν τα σκοινιά
κι ασκούνταν στη σιωπή   
ανέβαιναν τις κλίμακες της μουσικής με τις μπαλάντες τους 
αντάλλασσαν οιμωγές και χάχανα ενίοτε.                                                                    
Το πλήθος τους επευφημούσε -πόσο κοντά
η χαρά κι ο θάνατος-                      
όσα σκαρφίζονταν  παράτολμα  για λίγη δόξα.                                                                  
Ύστερα τρύπωναν στα σπίτια τους                                                                      
έπαιρναν θέση στο τραπέζι και πριν αρχίσει καν η προσευχή αποκαλύπτονταν. 
Ρουφούσαν το κρασί των θεατών τους
κατασπάραζαν τα πλούσια ελέη τους                                                                 
μοιράζονταν τον πλούτο τους για λίγο κίνδυνο.                                          
Ικανοποίηση πουλούσαν ακριβά
στο αποτρόπαιο μέλλον τους                                            
με βασκανίες και θαύματα
κέρδιζαν το ψωμί τους.                                         
Ήξεραν πια οι προμηθευτές                                                                                                
πως ό,τι ζητήσουν θες από φόβο                                                                                     
θες από ντροπή θα τους το δώσουν.                                                                   
Θλιμμένοι αστακοί οι ονειροβάτες
δόξαζαν πάντοτε την ευτυχία της στιγμής,
κυρίως για τους άλλους,            
εφόδιό τους η ηδονή                                                                                                     
σε ό,τι αντίκειται στη φύση των πραγμάτων.


LAS  BALADAS  DE  LAS COSAS  ÚTILES

Fácilmente das noticias sobre cosas
hablas de la calidad de los materiales
de los revestimientos del metal
la parte inservible de los sentidos.
Tu torpeza se limita naturalmente
a cada intento tuyo de imaginar
y se mantiene íntegro
hasta que corren las chimeneas fangonegro
hasta que los festivos gitanos
sospechen el final de la historia

Así entonces
los días que olvidaban las nubes
los saltimbanquis agarraban las sogas
y hacían ejercicios en silencio
subían las escaleras de la música
con sus baladas
intercambiaban lamentos y a veces carcajadas.
La multitud los aclamaba -tan cerca
la alegría y la muerte-
cuanto entendían arriesgado por un poco de gloria.
Después, se metían en sus casas
cogían sitio en la mesa y antes incluso de que comenzara la oración,
se descubrían.
Sorbían el vino de sus espectadores
desgarraban su rica piedad  
repartían sus riquezas por un peligro pequeño.
Vendían bastante cara la satisfacción
en su futuro abominable
con hechizos y prodigios
ganabansupan.
Los proveedores ya sabían
que lo que piden sea por miedo
sea por vergüenza se lo darán.
Tristes cangrejos los sonámbulos
glorificaban siempre la felicidad del instante,
principalmente para los otros,
sus recursos el placer
en lo que se opone a la naturaleza de las cosas.



ΦΑΙΔΡΑ

Στο υπόγειο ψιλικατζίδικο βαθαίνει τις ρυτίδες της. Το πλαδαρό κορμί της ανασαίνει με βία. Έχει μια συνήθεια: χλευάζει τους περαστικούς και τους νεκρούς. Από έρωτα, σχολίασαν κάποτε οι τακτικοί πελάτες κι έκτοτε ξεχάστηκε το γεγονός. Σήμερα αύριο ποιος ξέρει -το έχει πάντως κατά νου- θα χάσει το κλειδί και ικέτισσα θα προσπέσει στην οργή του Επαμεινώνδα. Η δολιότητα θα την ενηλικιώσει. Εκεί στα όμορα νησιά θα επιδοθεί σε ακολασίες μήπως και καταφέρει το ποθητό αποτέλεσμα. Έστω με την επισημότητα που επιβάλλει η στιγμή, γυμνή να είναι και να βλέπει τους διάττοντες, καθώς τα θαύματα διαρκούν ελάχιστα. Πολλά τα χρόνια του ευειδούς. Εξέλειπαν οι λόγοι της παραχώρησης αυτής, όμως άλλο ο έρωτας, άλλο η προσευχή. Έχει θεσμοθετηθεί η διαφορά στο ανταλλακτήριο κι όποιες τριβές ανούσιες. Γι’ αυτό η Φαίδρα αναστατώνεται, φορά λινά ανάλαφρα κι αφήνει το κλειδί σαν μυτερό εξάνθημα στου ταβερνείου το τραπέζι. Στρίβει αυγουστιάτικα μπασμά βαρύ και παραγγέλνει ούζο. Μίλα μου για τις δικές σου συνήθειες ήρωα τώρα που το φεγγάρι αργεί και οι νεκροί μου σε ατέλειωτη ευθεία. Τα λόγια της χωρίς ανταμοιβή: στιλπνά κορμιά, μυθεύματα και ίχνη ακολασίας. Τα βράδια πάντοτε ανάβει το καντήλι και πέφτει γυμνή στο λήθαργο. Στο υγρό υπόγειό της συνοψίζεται ό,τι υπάρχει.

FEDRA

Hunde sus arrugas en le mercería subterránea. Su flácido cuerpo respira con violencia. Tiene una costumbre: ridiculiza a ambulantes y a muertos. Por amor, comentaron una vez los clientes regulares y, a partir de ahí, se olvidó el asunto. Hoy, mañana, quién sabe, -siempre lo tiene en el pensamiento- perderá la llave y, suplicante, caerá en la ira de Epaminondas. El fraude la hará mayor de edad. Allí, en las islas limítrofes se entregará a desenfrenos por si consigue el resultado deseado. Aunque sea con la solemnidad que impone el instante, estando desnuda y viendo las estrellas fugaces, cuando transcurren poquísimos prodigios. Muchossonlosañosdelhermoso. Faltaban por completo las razones de esa cesión, sin embargo, otro era el amor, otra, la plegaria. Estaba legislada la diferencia en la tienda de repuestos y cualesquiera desgastes desagradables. Por eso, Fedra se trastornó, viste linos ligerísimos y deja la llave como grano agudo en la mesa de la taberna. Retuerce pesadamente agosteño algodón y pide utzo.Háblame sobre tus propias costumbres, héroe, ahora que la luna tarda y mis muertos están en una línea recta interminable. Sus palabras no tuvieron respuesta: cuerpos relucientes, mitologizaciones y huellas de desenfrenos. Por las noches, siempre enciende el candil y cae desnuda en el letargo. En su húmedo subterráneo se resume lo que existe.



ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Σχεδόν μικρή αφίσα θαμπωμένη στην εξαντλητική πορεία του καιρού και δυο παιδιά κρυμμένα στην εσοχή για μια ταχύρρυθμη αγάπη. (το σκηνικό)
Προσωρινή μου μέρα, έλεγε και ζωγράφιζε την ικανοποίησή του με χέρι αδικαίωτο· βουτούσε πάντοτε στο μαύρο πριν αρχίσει να μελετά τον ενθουσιασμό των ευκαιριακών μοντέλων. Κάποτε σφάδαζε απ’ τους πόνους ενώ λαχταρούσε έναν έρωτα. Παιδί κι αυτός που ενδιαφέρθηκε ως θύμα εξιλαστήριο να βεβαιώσει πως αύτανδρο βυθίστηκε το πλοίο. Δεν είχε τις αναστολές του ειδήμονα γι’ αυτό επιβράδυνε την τελευταία πινελιά. Αναζητούσε στη διάρκειά της ό,τι λησμόνησε ή πώς τέλος πάντων εκείνος ως αφέτης κι αθλητής δεν περιελήφθη στ’ απαραίτητα. Κάτω από τη θαμπωμένη ζωγραφιά της αφίσας ένα κάλεσμα πολυκαιρινό για μια μάχη που εντέλει ματαιώθηκε, χρόνια τώρα επιμένει να συνθέτει ιστορίες να σκιάζει τα προσήκοντα και ν’ αμφιβάλλει. Κοιτάζει πάντοτε τη θλιμμένη ανατολή. Αιώνες αυτεξούσιους χαράζει τα σύνορα των γυναικών που ίδρυσε, βασίλεια που στους κοιτώνες τους διαπομπεύτηκε το ιερό του χρέος. Και τώρα αναβοσβήνει σε κάθε αυγή τις υλακές και τ’ άφιλτρα σαν το λευκό που κακοφόρμισε στου μαύρου την ευγένεια. Ασπάζεται την ξεφτισμένη εικόνα του ευνούχου κι ακούει το σάρωθρο του πρωινού καθαριστή που πλησιάζει και υποκλίνεται: Η ομορφιά παρελαύνει και δεδικαίωται. 


PINTOR DE LA CALLE

Un afiche casi pequeño empañado en la inagotable marcha del tiempo y dos niños ocultos en un entrante hacia un amor de rápido ritmo. (lo escénico)
Provisional día mío, decía y pintaba su satisfacción con mano injustificada; siempre hundía en el negro antes de comenzar a estudiar el entusiasmo de los modelos oportunos. Una vez se agitó por los dolores mientras deseaba un amor. Niño también él, que se interesó, como víctima expiatoria, en asegurar que hundió el barco con hombres incluidos. No tenía las prórrogas del especialista y por ello demoraba la última pincelada. Buscaba en su duración lo que olvidó, o que, al final de todo, él, como árbitro o atleta, no quedó envuelto en lo imprescindible. Bajo la pintura empañada del afiche, una llamada antigua a un combate que se frustró por completo, hace años que insiste en componer historias para ensombrecer lo conveniente y dudar. Mira a veces el oriente entristecido. Durante siglos independientes, raya las fronteras de las mujeres que construyó, reinos que, en sus dormitorios, fue difamado su deber sagrado. Y ahora enciende y apaga en cada amanecer los ladrillos y antihumedades como el blanco que inflamó en la nobleza del negro. Se abraza a la imagen destruida del eunuco y escucha la escoba del limpiador mañanero que se acerca y se inclina. La belleza desfila y no tiene apelación judicial.



ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ

Κατάλοιπο σε βρήκα, ευπατρίδη, τα σπόρια να μοιράζεις στα πουλιά
τις εύκρατες ημέρες των Ηλείων,
καθώς την εθνική σήκωναν τρακτέρ και ημίονοι,
οι θυγατρικές απαιτούσαν προσαρμογή και
εγκαρτέρηση.
Κανείς δεν σκέφτηκε ποιοι μένουν στις καλύβες,
ποιος θάνατος τούς έχει χρεωθεί
κι ο δίγαμος εταίρος αδημονεί για το φαιδρόν της εικασίας.      
Οι λουτροπόλεις άδειασαν.
Φύγανε απρόσμενα οι ιθύνοντες κι άφησαν μόνα τα παιδιά.
Κάρπισε η γη, εξόρυξε ό,τι είχε και ηττημένη  αποχώρησε.
Ο τελευταίος συρμός αναχωρεί κι αυτός για τα Γαυγάμηλα.
Θα πιω καφέ μαζί σου όταν πρέπει.
Όταν κάποτε η λαιμητόμος θα στομώσει κι ο δήμιος θ’ αναγκαστεί
να διακόψει τη σφαγή.
Τότε η πρόσκαιρη σιωπή που λίγο έλειψε…
το μένος των θεατών απ’ τους εξώστες να
συμμεριστεί:
Ακέφαλοι με το σημείωμα δεμένο στο μεγάλο δάχτυλο για αναγνώριση.
Τότε ασφαλώς,
πίνοντας διπλό εσπρέσο σε πορσελάνινο φλιτζάνι
με ψυχραιμία και κέρδη 
θα εξετάζουμε ενδελεχώς της εικασίας την
αλήθεια.

NOBLE

Te encontré como deshecho, noble, repartiendo semillas a las aves
durante los días suaves de los Ileos,
cuando levantaban la bandera nacional tractor y mulos,
las hermandades de hermanas exigían aplicación y
fortaleza.
Nadie pensó quiénes permanecen en las chozas,
qué muerte se les debe
y el compañero bígamo se atormenta por lo alegre de la conjetura.
Las ciudades de aguas termales se vaciaron.
Los gobernantes salieron sin esperarlo y dejaron solos a los niños.
La tierra fructificó, cavaron lo que había y se alejó derrotada.
El último tren sale también para Gaugamela.
Cuandovengabien, tomaré café contigo.
Cuando un día la guillotina guillotine y el verdugo se vea obligado
adetenerlamatanza.
Entonces, elsilencioprovisionalquepocofaltó…
para que la furia de los espectadoresse compartiera
desde los balcones:
Sin cabezas con la nota atada al dedo grande para reconocimiento.
Entonces, con seguridad,
bebiendo un expreso doble en una taza de porcelana
con sangre fría y ganancias
examinaremos sin descanso la verdad de la presunción.

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες με τους μελανοχίτωνες αγγέλους να διακορεύουν τις θάλλουσες πικροδάφνες, εκπαιδεύοντας υποτελείς, νεροφαγώματα να συγκρατούν και συνουσίες -ποιος θα το πίστευε πως εκεί που το έθνος ανασυγκροτούνταν του οπλοφόρου η μόνιμη απειλή θα γοήτευε τις νεαρές μοδίστρες πίσω από το διακριτικά τραβηγμένο κουρτινάκι. Στα νυχτερινά μου βήματα βρίσκω ξανά την εποχή της μυαλγίας. Τον τρόπο του ανεπίτρεπτου έρωτα και το ρευστό της ιστορίας καθώς οι δράκοι πρόγονοι μου αφηγούνταν τον θάνατο σαν να ’ταν σε πανηγύρι αυγουστιάτικο. Καπεταναίοι στα λευκά τους άτια να περνούν ανακατεύοντας τη στάχτη και τις κόρες να διαλέγουν. Στις παλιές φωτογραφίες πάντοτε έφιπποι οι πρόγονοί μου κοινωνούσαν ζωσμένοι τ’ άρματα αποφάσιζαν. Είχαν μερίδιο του θεού στον προσωρινό τους χρόνο και υπολόγιζαν αλλιώς. Άπλωναν τους γκράδες στην αυλή, ξεχώριζαν τα φυσεκλίκια και λεύκαιναν τ’ ασπρόρουχα στον ήλιο. Όταν βάραινε ο μέγας μάγιστρος κι έπαιρνε η νύχτα τη σειρά της, γέμιζαν τα λαγήνια με κρασί κι αφήνανε το γιασεμί να κάνει τη δουλειά του. Ο καπετάνιος αποφάσιζε, εκείνος απαιτούσε, εκείνος θα έληγε την ολονυχτία. Όσο τα όργανα ευτυχούσαν τόσο ουρλιάζαν τα τσακάλια. Κρύβονταν τότε οι νοικοκυρές σκέπαζαν στα λίκνα τα μωρά τους οι μανάδες  και οι φθονεροί γειτόνοι λούφαζαν στα συλημένα σπιτικά τους. Είναι φορές που αναζητώ τις κάργιες στα χαλάσματα τις μνήμες ν’ αναιρέσουνε ή να προσθέσουν κάτι από τα τόσα. Κι αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατό εγώ από παιδί να γράφω ποιήματα και να μισώ τους δράκους με τα κόκκινα φτερά και τα γαλάζια μάτια που φτύνουν φωτιές και λαίλαπες σ’ όσους μου μοιάζουν;

LAS  VIEJAS  FOTOGRAFÍAS

Miro las viejas fotografías con los ángeles de negras túnicas desflorando las adelfas florecidas, educando vasallos, refrenando huecos de agua y actos conyugales -quién creería que allí, en donde la naciónse restablecía para que la amenaza persistente encantara a las jóvenes modistas detrás de la cortinilla prudentemente estirada. En mis pasos nocturnos encuentro de nuevo la época de la mialgia. A la manera del amor no permitido y lo líquido de la historia cuando los dragones antecesores míos narraban la muerte como si estuvieran en un festejo de agosto. Capitanes con sus blancos corceles pasan mezclando las cenizas y eligiendo muchachas. En las viejas fotografías siempre a caballo mis antepasados comulgaban con las armas ceñidas decidían. Tenían parte de dios en sus tiempos transitorios y calculaban de otra manera. Tendían sus fusiles en el patio, apartaban las cartucheras y blanqueaban sus brillantes ropas al sol. Cuando se hacía pesado el Gran Maestre y la noche tomaba la vez, llenaban los cazos de madera con vino y dejaban que el jazmín hiciera su trabajo. El capitán decidía, uno exigiría, otro diría la vigilia. Cuanto los instrumentos prosperaban tanto aullaban los chacales. Entonces, se ocultaban las amas de casa, las madres cubrían en las cunas a sus pequeños y los vecinos envidiosos se quedaban tranquilos en sus casas saqueadas. Hay veces que busco los cuervos en las demoliciones para que anulen los recuerdos o para que añadan algo de tanto y tanto. Y me pregunto cómo es possible que, desde niño, esté escribiendo poemas y odiando a los dragones de alas rojas y a los ojos azules que escupen llamas y huracanes a cuantos se me parecen.



ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Παλιά, το πανηγύρι ήταν όλο άνθρωποι και ζώα. Ανακατεμένες μυρωδιές με προεξάρχουσα εκείνη της τσίκνας. Είχαν εφεύρει τρόπους να υποσκάπτουν την ασέβεια και να χωρούν εμπρόθεσμα στην εκκλησιά για το αντίδωρο. Με τα πολλά άνοιγαν οι κρουνοί κι έβλεπες τις βιαστικές συναλλαγές και τα αιφνίδια νεύματα στο αλλόκοτο της απρονοησίας. Τότε τα κύμβαλα έπαιρναν φωτιά μήπως κάτι διασώσουν. Οι άρχοντες περιέφεραν το σκοτάδι τους ανάμεσα στους πιστούς κι έτειναν χείρα φιλίας στα εμβρόντητα θύματά τους. Ευκάλυπτοι, σιωπή και γαλάζιο εγώ. Εξέταζα τις ξέχειλες γούβες, τις γράνες, τα απόρρητα της ευημερίας. Αιώνες πριν κρατούσε η προίκα· η βεβαιότητα για την αναφυλαξία ήταν πιο πρόσφατη, δημιούργημα των καιρών. Ο ασβέστης έκρυβε τα ίχνη απ’ τις θυσίες κι ήταν ρητή η απαγόρευση: πατάς, αφού στεγνώσει.
Κι όλο να μένει στο λευκό η ιδέα
Να θέλεις να ξύσεις μήπως βρεις
Το χάος και την αμφιθυμία
Αυτό που γίνεται κι όχι ό,τι φτιάχνεις
Όπως τα σκυλάκια στις ρωγμές ανάμεσα στις πέτρες
−Στους τοίχους έβρισκα πάντοτε με την αφή
Το παρελθόν μου και το μέλλον.
(Πανηγύρι λοιπόν, εωθινή ανάμνηση.
Ο λίβας ακούστηκε πως έρχεται
Μετανοιωμένος στην ηδυπαθή του άπνοια.)

LA FIESTA

Antiguamente, la fiesta era nada más hombres y animales. Aromas confundidos con el que sale primero de la chamusquina. Habían encontrado maneras de socavar la impiedad y de que cupiesen plazos en la iglesia como compensación. Como mucho se abrían las fuentes y veías los cambios apresurados y las súbitas señales de cabeza en lo extraño de la imprudencia. Entonces, los címbalos llamearon por si salvaban algo. Los jefes hacían circular sus sombras entre los fieles y tendían mano de amistad a sus aterradas víctimas. Eucaliptos, silencio y yo azul. Inspeccionaba los fosos desbordados, las cosas misteriosas de la prosperidad. Siglos antes la dote se mantenía. La seguridad por la excesiva sensibilidad era más reciente, creación de los tiempos. La cal ocultaba las huellas de los sacrificios y la prohibición era concisa: pisa, puesto que se seca.
Y la idea queda en blanco por completo
Que quieras rasgar no sea que encuentres
El caos y la ambivalencia
Lo que sucede y no lo que construyes
Como los cachorros en las hendiduras de las piedras
-         En las paredes encontré siempre con el tacto
Mi pasado y el futuro.
(Fiesta, entonces, recuerdo matutino.
Se escuchó llegar el viento del sudoeste
Arrepentido en su calma voluptuosa.)