Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ (STAVROS GUIRGUENIS) -7 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (7 POEMAS)


Νεοελληνική ποίηση της γενιάς του 2000
(Poesía neogriega de la generación de los 2000)

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ
(STAVROS GUIRGUENIS)

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση. Είναι διδάκτορας φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα της διατριβής του την πολιτική στην τραγωδία του Αισχύλου. Από το 1998 έχει μεταφράσει 15 υπομνηματισμένους τόμους έργων της αρχαίας γραμματείας, από τον Δημόκριτο και τον Ησίοδο ως τους ορφικούς και το απόκρυφο ευαγγέλιο του Θωμά.
Είναι συνεργάτης του  φιλοσοφικού περιοδικού Φιλοσοφείν, του δίγλωσσου περιοδικού (ελληνικά-ισπανικά) Ερατώ, ενώ εκδίδει με συνεργάτες το  δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα.  Το 2012 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Η Αναμενομένη και το 2017 την δεύτερη με τον τίτλο Μάγαδις. Στο επόμενο χρονικό διάστημα θα εκδώσει μια ανθολογία μεταφρασμένων ποιημάτων του μεξικανού ποιητή Homero Aridjis, μια ανθολογία αρχαίας ερωτικής ποίησης του λαού των Ταμίλ, καθώς και έναν τόμο με μεταφρασμένα ποιήματα του αμερικανού συγγραφέα του φανταστικού Clark Ashton Smith.

El poeta, ensayista y traductor Stavros Guirguenis ha nacido el 1972 en Tesalónica donde vive trabajando como profesor de filología neogriega en la secundaria. Ha estudiado filología clásica en la Universidad Aristóteles de Tesalónica y se doctoró por la misma universidad con una tesis sobre la política  en las tragedias de Esquilo. Desde el año 1998 ha traducido quince volumenes de obras de literatura clásica. Colabora como ensayista y traductor con revistas filosóficas y literarias y publica con otros colaboradores la revista Noema. El año 2012 ha pubicado su primera colección de poemas y la segunda el año 2017. En proxima edición saldrán en traducciones suyas por Romi Publisching los poemas del mexicano poeta Homero Aridjis y los poemas del norteamericano escritor Clark Ashton Smith.


ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως κοιτάζει ένα άλλο φως;
Ποιες νότες ανταλλάσσονται από διόδους μυστικές
σαν τη χορδή που κιθαρίζει τη μουσική του χρόνου;
Κάποτε μεγαλώνεις κι αναζητάς τα δευτερόλεπτα που ξόδεψες
χωρίς να αγοράσεις κάτι απ' την πραμάτεια των ονείρων σου.
Κι όμως ήταν εκεί, απλωμένη σαν ερωμένη που δίνεται ολάκερη, 
αλλά εσύ διαλέγεις πάντα κάτι το λιγότερο,
το μισοφέγγαρο, αντί για την πανσέληνο,
το ένα χρώμα, αντί για όλο το ουράνιο τόξο.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φεγγάρι συναντά ένα άλλο;
Ποιοι θρύλοι να ξυπνούν σαν ξεκινάει να χτυπά η καρδιά της νύχτας;
Οι δράκοι κάποτε γερνούν κι εξημερώνονται 
κι εσύ ακόμη αναζητάς το κάστρο 
που δεν εκπόρθησε ποτέ ο δισταγμός κι η αναβλητικότητά σου.
Κι όμως η πύλη του ήταν ανοιχτή, 
κόρη ενός ματιού που διαστέλλεται ολάκερο
για να δεχτεί το αγαπημένο σχήμα εντός του.
Αλλά εσύ διαλέγεις πάντα το μισόκλειστο παράθυρο,
τη χαραμάδα αντί για τη βαθιά ρωγμή,
το σχίσιμο στο πέπλο αντί για το γυμνό κορμί του αγάλματος.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως δεν αντέχει να κοιτάζει ένα άλλο φως;  
Όταν ένα βλέμμα σβήνει για να μην δει το άλλο;
Όταν το πεντάγραμμο αδειάζει από τις νότες του,
όλη αυτή η χαμένη μουσική πού να πηγαίνει;

LUNA LLENA

¿Qué sucede cuando una luz mira a otra luz?
¿Qué notas se intercambian por vías secretas
como la cuerda que guitarrea la música del tiempo?
Aveces creces y buscas los segundos que gastaste
sin comprar nada de la mercancía de tus sueños.
Y, sin embargo, estaba allí, tendida como amante que se da por completo,
Pero tú eliges siempre lo más pequeño,
lo medio luminoso, en vez de la luna llena,
un color, en vez de todo el arcoíris.

¿Qué sucede cuando una luna se encuentra con otra?
¿Qué leyendas se despiertan cuando comienza a golpear el corazón de la noche?
Los dragones a veces vuelven y se amansan
Y tú buscas incluso la fortaleza que jamás saquearon tu duda y tu contemporización.
Y, sin embargo, la puerta estaba abierta,
muchacha de un ojo que se dilata por completo
para mostrar la forma amada de tu interior.
Pero tú eliges siempre la ventana medio cerrada,
la hendidura en vez de la grieta profunda,
el rasgón en el velo en vez del cuerpo desnudo de la estatua.

¿Qué sucede cuando una luz no resiste mirar a otra luz,
cuando una mirada se desvanece para no ver a la otra?
Cuando el pentagrama se vacía de sus notas,
¿a dónde va toda esa música perdida?

Η ΣΤΕΓΗ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ

Σε μια στέγη κυριευμένη απ’ το ρυθμό του χρόνου
για καιρό κατοικεί το άγρυπνο βλέμμα μου.
Αμέτρητες φορές εκτυφλωτική την οκτάβα του ήλιου
ανάμεσα σε νέφη μελωδίας αντίκρισα
και σελήνης αμετάφραστη γλωσσολαλιά
στο ψιθύρισμα του σκότους διέκρινα.
Τον εσμό των στιγμών που φεύγουνε φωτεινές
και χάνονται μέσα στο δάσος
τον θαύμασα στα πυρωμένα μάτια των λύκων σαν άστρα.

Αν και πολλές φορές υποπτεύθηκα πως τίποτε,
ούτε το σκισμένο με κύματα χειρόγραφο της θάλασσας,
ούτε το ρεύμα που σπρώχνει τη μοίρα να βρει μιαν ακτή
θα φέρει πίσω στο Άργος τον άνακτα.
Δεν είναι μόνο ένα Αιγαίο που χωρίζει τις ηπείρους,
δεν αρκεί ένα διάτρητος τάπητας νησιών να γεφυρώσει αποστάσεις
όσων έχουνε φύγει κι έχουν αφήσει πίσω τους
κειμήλιο ξεχασμένο στο σεντούκι της λησμονιάς
τη ζωή τους.

EL TECHO DE LOS ATRIDAS

En un techo dominado por el ritmo del tiempo
vive desde antiguo mi mirada vigilante.
Innumerables veces vi de frente la cegadora octava del sol
entre nubes de melodía
y distinguí el intraducible don de lenguas de la luna
en el murmullo de la oscuridad.
Admiré la multitud de instantes luminosos que se fueron
y se pierden por el bosque
en los ojos ardientescomo estrellas de los lobos.

Aunque muchas veces sospeché que nada,
ni el manuscrito del mar rasgado de olas
ni la corriente que empuja al destino a encontrar una playa
devolverá el rey a Argos.
No es sólo un Egeo lo que divide los continentes,
no basta una alfombra perforada de islas para puentear las distancias
de cuantos se han marchado y han dejado tras ellos
un tesoro abandonado en el cofre del olvido,
susvidas.

ΣΤΟΝ ΘΟΛΟ ΤΟΥΣ

Προς τη νύχτα το χέρι σου απλώνεις.
Με των δαχτύλων την άκρη ένα-ένα
μετακινείς στο θόλο τους τ’ άστρα,
αναδιατάσσοντας αρχαίους χάρτες,
παραπλανώντας αστρολάβους
και μάτια που ζητούν να βρουν
ένα νόημα κρυμμένο στο φως της αβύσσου.
Κι εγώ, ες αεί δεμένος στο πλάι σου,
αναρωτιέμαι όπως πάντα εντός μου
ποιον απ’ όλους τους ήλιους
θα διαλέξεις ν’ αφαιρέσεις απόψε
απ’ τον ουρανό.

EN SU BÓVEDA

 A la noche extiendes tu mano.
Con la punta de los dedos, uno a uno,
trasladas las estrellas en la bóveda,
reordenando mapas antiguos
engañando astrolabios
y ojos que piden encontrar
un sentido oculto en la luz del abismo.
Y yo, atado por siempre a tu lado,
me pregunto como siempre dentro de mí
a cuál de todos los soles
elegirás para quitarlo esta noche
del cielo.

ΣΕΠΤΟ ΤΟΠΙΟ

Σεπτό τοπίο γεμάτο στίγματα δέντρων απογυμνωμένων.
Τα συναισθήματα, σκόρπια στο έδαφος φύλλα.
Το κρύο σκεβρώνει τις λέξεις.
Ο χειμώνας ακόμη διυλίζει το αίμα μου.
Ο ήλιος μόλις που προλαβαίνει
να ματώσει μια τροχιά στον ουρανό
πριν υποκύψει στο βάρος του.
Το μάτι μου, όμως, αρκείται σ’ αυτό το λίγο και έλκεται.
Η καμπύλη της ζωής μου μια παραβολή ανοιχτή προς το φως.

VENERABLE LUGAR

Venerable lugar lleno de estigmas de árboles desnudos.
Las sensaciones, hojas esparcidas en el suelo.
El frío ladea las palabras.
El invierno filtra aún mi sangre.
El sol apenas alcanza
a ensangrentar una órbita en el cielo
antes de ceder a su peso.
Mi ojo, sin embargo, se basta con poco y se deja llevar.
La curva de mi vida, una parábola abierta a la luz.

ΝΕΣΤΟΡΟΣ ΠΟΤΗΡΙΟ

Το δύσποτο τούτο ποτήριο
μόνο εγώ μπορώ να το σηκώσω
σαν το Νέστορα μόνο εγώ μπορώ να το πιω.
Όμως δε θα το κάνω.
Όχι προτού συμφωνήσω με την ψυχή μου να με προδώσει.
Τότε θα παραδοθώ ο ίδιος
και ο ίδιος θα ετοιμάσω το κώνειο:
όποιος θέλει να λέγεται ελεύθερος
πρέπει να είναι κύριος ακόμη και της προδοσίας του.

LA COPA DE NÉSTOR

Esta copa difícil de beber
sólo yo puedo levantarla,
sólo yo puedo beberla como Néstor.
Sin embargo, no lo haré.
No, antes de acordar con mi alma que me traicione.
Nunca me detendré yo mismo
Y yo mismo prepararé la cicuta:
Quien quiere llamarse libre
debe ser señor incluso de su traición.

ΣΚΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

I

Ένα νόημα χάνεται, όταν ένα άλλο γεννιέται.
Ένας δρόμος τελειώνει στο σταυροδρόμι που ξεκινά ο επόμενος.
Το λουλούδι του ήλιου σκίζει το ουράνιο ύφασμα για ν’ ανθίσει στη μέρα του,
μα η ρίζα του στα νερά της νύχτας πατά.

II

Την παλάμη σου τεντώνεις προς το σκοτάδι.
Σε κάθε ακροδάχτυλό σου μια φλόγα μικρή ανατέλλει.
Κι αναρωτιέμαι, όπως πάντα, εντός μου
ποια άστρα θ’ ανάψεις απόψε στον ουρανό.

III

Η βροχή ερμηνεύει τις σκέψεις χιλιάδων ανθρώπων.
Ο κάθε της χτύπος μια φωνή που δεν βρήκε απάντηση και μιλά ρυθμικά με τη γη.
Μαζί της φτάνουν σταγόνες από τη μοναξιά ψυχών μακρινών,
μα το βήμα τους μες στο δικό σου ακριβώς χωρά.

IV

Αλλότριοι εφιάλτες περιπλανιούνται στον ύπνο μου.
Εισβολείς ασυνειδήτων και νοσηρών αρχετύπων.
Δικό μου είναι μονάχα το σταχτί τοπίο,
το καμένο πεύκο και η σκιά.

V

Η επιλογή δεν είναι επιλεκτική.
Η επιλογή επιλέγεται.
Η επιλογή είναι ένας επίλογος χωρίς λόγο.
Αλλά αυτός που επιλέγει είναι ο πάντα έλλογος -εσύ.


SOMBRAS EN LAS CUATRO PAREDES

I

Un sentido se pierde cuando otro nace.
Un camino termina en el cruce de donde parte el siguiente.
La flor del sol rasga el tejido celeste para florecer en sudía,
pero su raíz resiste en las aguas de la noche.

II

Tiendes la palma de tu mano hacia la sombra.
En cada punta de tus dedos brilla una llama pequeña.
Y me pregunto, como siempre, en mi interior,
qué estrella sencenderás esta noche en el cielo.

III

La lluvia interpreta los pensamientos de millares de hombres.
Cada golpe suyo es una voz que no encontróres puesta y habla rítmicamente con la tierra.
Con ella llegan gotas de soledad de almas lejanas,
pero sus pasos caben exactamente en el tuyo.

IV

Pesadillas extrañas vagan en mis sueños.
Irrupciones de arquetipos inconscientes y mórbidos.
Ünicamente mío es el paisaje ceniza,
el pino quemado y la sombra.

V

La elección no es selectiva.
La elección se elige.
La elección es un epílogo sin razón,
pero quien la elige es siempre rezonable, tú.


ΕΙΚΟΣΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη είναι το κύμα όπου συναντιούνται δυο πουλιά,
αφού γυρίσανε όλο τον κόσμο αναζητώντας το ένα τ’ άλλο.
Η αγάπη είναι το αγνοημένο φύλλο
που γλίστρησε μέσα σου σε καλοκαιρινή βροχή και δεν το πρόσεξες.
Η αγάπη είναι το βουνό που υψώνεται,
για να ακούσει τη φωνή της αστραπής σου καθάρια σαν γεννιέται.
Η αγάπη είναι το σπήλαιο που κατεβαίνει ως την καρδιά σου,
για να βρει το μέταλλο που αγνοείς πως έχεις θησαυρίσει μέσα σου.
Η αγάπη είναι δυο δρόμοι που ενώνονται στη γη,
έχοντας ξεκινήσει από τα σύννεφα ή τα τάρταρα.
Η αγάπη είναι το δίχτυ που εγκλωβίζει στα σκοινιά του δυο ζωές,
μα τους παραχωρεί απέραντο τον χώρο του έρωτα.
Η αγάπη είναι η λάμψη που εγκυμονεί η νύχτα,
όταν σκορπά το αίμα του γαλαξία στα σκοτεινά σκεπάσματά της.  
Η αγάπη είναι το νησί που αναδύεται,
κάθε φορά που υποχωρεί η άμπωτη της μοναξιάς.
Η αγάπη είναι το ρήγμα στο φλοιό της ύπαρξής σου,
ο μόνος σεισμός που λαχταράς να σε καταποντίσει.
Η αγάπη είναι ο λαχνός που αμφισβητεί όλες τις πιθανότητες,
γιατί στον διάλεξε η μοίρα πριν από την αρχή του χρόνου.

Η αγάπη είναι το μοναχικό κερί που τρεμοσβήνει στο τραπέζι σου
και στον καπνό του βλέπεις να σε κοιτά η μορφή που τρυφερά τη συλλογίζεσαι.
Η αγάπη είναι ο διάδρομος που ξεκινά από το πουθενά
και καταλήγει απροσδόκητα στην πόρτα του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το ακριβό ποτήρι που ίσως έσπασε,
μα το φυλάς ανάμεσα στ’ ασημικά των αναμνήσεών σου.
Η αγάπη είναι το ιχνογράφημα επάνω στα σεντόνια
από τη θέρμη σώματος που φλόγισες με τη λαχτάρα σου.
Η αγάπη είναι η στάλα που επιμένει να διαβρώνει το ταβάνι σου,
ακόμη κι όταν προσπαθείς να κλείσεις όλες τις διόδους στη βροχή.
Η αγάπη είναι η αράχνη που με πείσμα ξαναφτιάχνει τον ιστό της,
κάθε φορά που με μανία τον χαλάς στη γωνιά του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το βιβλίο που παράτησες στη μέση,
μα οι σελίδες του συνεχίζουν να γυρνούν σαν δεν κοιτάς.
Η αγάπη είναι το ρολόι που θέλεις να αγνοείς και το άφησες ξεκούρδιστο,
κι εκείνο όλο και γρηγορότερα χτυπά συντονισμένο σε μυστικούς παλμούς.
Η αγάπη είναι τα ρούχα τα ακατάστατα που δοκιμάζεις
για μια συνάντηση, που κι αν δεν γίνει, για σένα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Η αγάπη είναι ο τρόπος που κοιτάς τα πράγματα, στο δωμάτιο ή στον κόσμο,
η απάντησή σου στο ερώτημα που αγνοείς ότι σου έχει υποβληθεί.



VEINTE DEFINICIONES PARA EL AMOR

El cariño es la ola en la que se encuentran dos aves,
puesto que recorrieron todo el mundo buscándose la una a la otra.
El cariño es la hoja desconocida
que se deslizó dentro de ti en una lluvia veraniega sin darte cuenta.
El cariño es la montaña que se eleva
para escuchar limpiamente la voz de tu relámpago cuando nace.
El cariño es la cueva que desciende hasta tu corazón
para encontrar el metal que no sabes que has atesorado en ti.
El cariño es dos caminos que se unen en la tierra,
tras haber partido de las nubes o del tártaro.
El cariño es la red que enreda entre sus cuerdas dos vidas
pero las abandonaen el terreno infinito del amor.
El cariño es el resplandor que lleva en su seno la noche
cuando esparce la sangre de la vía láctea en sus cubiertas oscuras.
El cariño es la isla que emerge
cada vez que retrocede la marea de la soledad.
El cariño es la rotura en la corteza de tu existencia,
el único seísmo que deseas que te haga naufragar.
El cariño es la suerte que pone en duda todas las posibilidades,
porque te lo eligió el destino antes del principio del tiempo.

El cariño es la vela solitaria que se apaga con temblores en tu mesa
y en su humo ves que te mira la figura en la que tiernamente piensas.
El cariño es el corredor que parte de ningún sitio
y acaba inesperadamente en la puerta de tu habitación.
El cariño es el vaso caro que quizás se rompió
pero lo guardas en la vajilla de plata de tus recuerdos.
El cariño es el boceto sobre las sábanas
del calor del cuerpo que incendiaste con tu deseo.
El cariño es la gota que insiste en taladrar tu techo,
incluso cuando intentas cerrar todos los pasos a la lluvia.
El cariño es la araña que con obstinación vuelve a hacer su tela
cada vez que con locura la arrancas del rincón de tu cuarto.
El cariño es el libro que dejaste en el centro
pero sus páginas continúan pasando cuando no miras.
El cariño es el reloj que quieres ignorar y lo dejas sin cuerda
pero golpea cada vez más rápidamente sintonizado con latidos secretos.
El cariño es la ropa desordenada que te pruebas
para una cita que, si no se da, ya se ha realizado para ti.
El cariño es la forma de mirar las cosas, en la habitación o en el mundo,
tu respuesta a la pregunta que ignoras que te han hecho.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου