3/02/2018

PEDRO SEVILLA -4 ποιηματα (4 Poemas)


PEDRO SEVILLA
(Cádiz, 1959)

Μετάφραση:Στελιος Καραγιάννης
(Traducción:Stelios Karayanis)


Nace en Arcos de la Frontera (Cádiz) en 1959 y estudia en el Colegio de La Salle, Fundación Moreno-Bachiller. Su propia obra empieza a aparecer entonces regularmente. En 1992, Septiembre negro en Renacimiento; en 1994, Sendero luminoso en «Cuadernos de la Moderna», colección dirigida por José Mateos; y en 1995, La luz con el tiempo dentro, que consigue un accésit del Premio Internacional de Poesía Rafael Alberti y es publicado al año siguiente de nuevo por Renacimiento, ya convertida en su "editorial de cabecera". Es columnista de prensa. Parte de su obra ha sido traducida al portugués y figura en distintas antologías.

Ο Πέδρο Σεβίγια γεννήθηκε στο Κάδιθ το 1959. Από το 1980 ως σήμερα δημοσιεύει ποίηση και διάφορα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ενα μέρος του έργου του μεταφράστηκε στα πορτογαλικά. Εργάζεται ως δημοσιογράφος. Είναι μια από της σημαντικότερες φωνές της πρόσφατης ανδαλουσιανής ποίησης.


VALOR DE LA POESÍA

Te preguntas, a veces, qué sentido
tiene escribir poemas, en renglones contados
ir fijando memoria y biografía
cuando el dolor es dueño de las calles
y plaza sin palomas.
¿No es empeño de humo esta acuciante
tarea de explicar una vida, la tuya,
mientras los otros mueren o malviven
en el ancho país de la injusticia?
Piensa que si estas cosas te planteas,
y el ajeno dolor no te resulta
indiferente, es algo debido a la poesía:
perseguir la belleza con palabras y ritmo
-que eso es un poema-
no arreglará una vida cruel e inexorable,
pero a ti te hace bueno, y triste, y misterioso,
tres cualidades que, si bien te fijas,
nacen de frecuentar a la hermosura.
Así que no lo dejes, persevera,
traza la cuchillada de luz de algunos versos
con los que a veces tiemblas y que hablan de ti.
Crearás un fantasma, el fantasma que eres.
Pero, eso sí, un fantasma cargado de moral.

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Αναρωτιέσαι, κάποτε, τι νόημα
έχει να γράφεις ποιήματα, σε αράδες μετρημένες
να επικεντρώνεσαι στη μνήμη και στη βιογραφία
όταν στους δρόμους βασιλεύει ο πόνος
κι είναι πλατεία δίχως περιστέρια.
Δεν είναι μια μάταιη προσπάθεια αυτή η φορτική
εργασία του να εξηγήσεις μια ζωή, τη δική σου,
ενώ οι άλλοι πεθαίνουν ή υποφέρουν
στην απέραντη χώρα της αδικίας?
Σκέψου ότι αν αυτά τα πράγματα σ’απασχολούν,
και ο ξένος πόνος δεν σου είναι
αδιάφορος, είναι κάτι που οφείλεται στην ποίηση:
να επιδιώκεις την ομορφιά με ρυθμό και λέξεις
-ότι αυτό είναι ένα ποίημα-
δεν θα τακτοποιήσει μια ζωή σκληρή και αμείλικτη,
αλλά  εσένα σε κάνει καλό, θλιμμένο και μυστηριώδη,
τρεις αξίες που, αν παρατηρήσεις καλά,
γεννιούνται  απ’ την εξοικείωσή σου με την ομορφιά.
Γι’ αυτό μην το αφήνεις, επίμενε,
τράβηξε τη μαχαιριά απ’ το φως κάποιων στίχων
με τους οποίους κάποτε τρέμεις και που μιλούν για σένα.
Θα δημιουργήσεις ένα φάντασμα, το φάντασμα που είσαι.
Αλλά, θα είναι σίγουρα ένα φάντασμα βεβαρημένο απ’ την ηθική.

ÉRAMOS VIOLENTOS

Éramos violentos y algo tristes.
El paraíso entonces
era besar tus labios,
ir contigo a los muros donde en tiempos de paz
se abrazan las parejas
como si cachearan al amor.

Era el setenta y siete.
Tenías veinte años y un temblor en el pecho
de palomas miedosas que acostumbraron pronto          
a probar la ternura de mis manos.
Éramos violentos: agentes de uniforme
saqueaban las aulas en busca de octavillas,
de libros prohibidos;
no comprendieron nunca que en los parques de octubre,
besándonos los labios,
fuimos más inquietantes, mucho más peligrosos,
que gritando en las calles mientras nos perseguían.

Tenías veinte años:
Recuerdo que en un muro,
bajo la sangre quieta de unas siglas,
hicimos el amor en pie de guerra.

ΗΜΑΣΤΑΝ ΒΙΑΙΟΙ

Ήμασταν βίαιοι και κάπως λυπημένοι.
Ο παράδεισος τότε
ήταν να φιλάω τα χείλη σου,
να πηγαίνω μαζί σου στα τείχη όπου εν καιρώ ειρήνης
αγκαλιάζονταν τα ζευγάρια
σαν να σκιρτούσαν από έρωτα.

Ήταν το εβδομήντα εφτά.
Ήσουν είκοσι χρονών κι είχες στο στήθος ένα τρεμούλιασμα
από φοβισμένα περιστέρια που συνήθισαν αμέσως
την τρυφερότητα των χεριών μου.

Ήμασταν βίαιοι: αστυνομικοί
λεηλατούσαν τις αίθουσες ψάχνοντας προκηρύξεις,
και απαγορευμένα βιβλία·
ποτέ δεν κατάλαβαν ότι στα πάρκα του Οκτώβρη,
καθώς φιλιόμασταν στα χείλη,
γινόμασταν πιο ταραξίες, πολύ πιο επικίνδυνοι,
παρά όταν κραυγάζαμε στους δρόμους καθώς μας καταδίωκαν.

Ήσουν είκοσι χρονών:
Θυμάμαι ότι σ’ ένα τοίχο,
κάτω απ το ήσυχο αίμα κάποιων ακρωνυμίων,
κάναμε έρωτα ετοιμοπόλεμοι.

AQUÍ MI PADRE

Cómo hubiese querido cederle a usted mi silla
en este cine de verano que hoy ha sido
el solar de un misterio, el espacio de un rito
donde un gitano turbio y orgulloso,
heredero forzoso de dolores antiguos,
ha estado buceando en los pozos del tiempo
para extraer la joya legítima del cante.

Sin duda
habría sido usted más digno oyente,
más legítimo,
porque también fue más cumplido en el dolor,
y el dolor ennoblece, y otorga esa elegancia
que a mí ya me asombraba cuando niño:
en el cine del pueblo, otros veranos,
o en las hondas tabernas,
le recuerdo muy serio, ensimismado,
mientras cantaba un hombre
cosas que el vino le llevaba a la memoria.

Lo he entendido, padre, entendí sus silencios,
el brillo de sus ojos que era pasión y vino,
y por eso he fumado despacio, como usted,
y he bebido
callado, misterioso, para más parecerme a su retrato.

Esta noche, en la voz de un gitano orgulloso,
he sabido el secreto que nos une:
un dolor transmitido,
una historia que viene de muy lejos,
una pasión que va más allá de la muerte.

ΕΔΩ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Πόσο θα ‘θελα να σου παραχωρήσω τη θέση μου
σ’ αυτό το θερινό σινεμά που σήμερα αποτελεί
τον τόπο ενός μυστηρίου, το χώρο μιας ιεροτελεστίας
όπου ένας τσιγγάνος θολωμένος και περήφανος,
νόμιμος κληρονόμος των πανάρχαιων παθών,
βυθίζεται στις πηγές του χρόνου
για να βγάλει την πολύτιμη πέτρα του τραγουδιού.

Χωρίς αμφιβολία
θα ήσουν πιο άξιος ακροατής,
πιο αυθεντικός,
γιατί ήσουν επίσης πιο εξοικειωμένος με τον πόνο,
κι ο πόνος εξευγενίζει, κι αποδίδει αυτή την κομψότητα
που εμένα με εξέπληττε όταν ήμουν παιδί:
στο σινεμά του χωριού, τ’ αλλοτινά καλοκαίρια,
ή στις υπόγειες ταβέρνες,
σε θυμάμαι πολύ σοβαρό και κλεισμένο στον εαυτό σου,
καθώς ένας άντρας τραγουδούσε
πράγματα που το κρασί του έφερνε στη μνήμη.

Το κατάλαβα, πατέρα, κατάλαβα τις σιωπές σου,
τη λάμψη των ματιών σου που ήταν πάθος και κρασί,
γι’ αυτό και καπνίζω αργά, όπως η αφεντιά σου,
και πίνω
σιωπηλός, μυστηριώδης, για να μοιάσω πιο πολύ στο πορτρέτο σου.

Απόψε, στη φωνή ενός περήφανου τσιγγάνου,
έμαθα το μυστικό που μας ενώνει:
ένας πόνος που μεταδίδεται,
μια ιστορία που έρχεται από πολύ μακριά,
ένα πάθος που πάει πέρα απ’ το θάνατο.

LA FÍSICA ES MENTIRA

La Física es mentira:
Pretende que me crea que el seno no es tu pecho
sino una línea fría que cruza por un arco;
quiere hacerme creer que el tiempo es el cociente
de partir el espacio por la velocidad...
cuando yo sé del tiempo sus tiranas maneras
deshojando rosales, adulterando besos
como el mejor anuncio de la Margarett Astor.
O mucho me equivoco o mister Newton
jamás supo las leyes de los álamos,
su sereno temblor, sus tardes de nostalgia,
el tenue movimiento de una sombra
que no volverá nunca a ser la misma.

Quizá yo diga esto porque es mayo
y va la primavera por la calle
desmintiendo teoremas,
pintándole a las niñas en cuadernos de ciencia
corazones con sangre de lapicero rojo.
Por eso cierro el libro
aunque me expongo a un cero en el control de B.U.P.

Ya volveré en septiembre...
cuando un otoño niño cuelgue de tus zarcillos
dos fanales gemelos,
dos gotitas iguales de luz entristecida,
misteriosa y menguante como la luna añeja.

H ΦΥΣΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ

Η Φυσική είναι ψέμα:
Περιμένει να πιστέψω ότι το στήθος δεν είναι το στήθος σου
αλλά μια κρύα γραμμή που περνά από ένα τόξο·
θέλει να με κάνει να πιστέψω ότι ο χρόνος είναι το πηλίκο
της διαίρεσης του χώρου με την ταχύτητα…
ενώ εγώ ξέρω του χρόνου τους τυραννικούς τρόπους
μαδώντας τριαντάφυλλα, νοθεύοντας φιλιά
σαν την καλύτερη διαφήμιση της Μάργκαρετ Άστoρ.
Ή εγώ πολύ λαθεύω ή ο κύριος Νεύτωνας
ποτέ δεν έμαθε τους νόμους των λεύκων,
το ήρεμό τους λίκνισμα, τα νοσταλγικά τους απογεύματα,
την απαλή κίνηση μιας σκιάς
που ποτέ ξανά δε θα είναι η ίδια.

Ίσως να το λέω αυτό επειδή είναι Μάης
κι η άνοιξη περνάει στο δρόμο
διαψεύδοντας θεωρήματα,
ζωγραφίζοντας στα τετράδια φυσικής των κοριτσιών
ματωμένες καρδιές με κόκκινο μολύβι.
Γι αυτό κλείνω το βιβλίο
αν και ρισκάρω να με μηδενίσουν στον έλεγχο της δευτεροβάθμιας.

Θα ξανάρθω το Σεπτέμβρη…
όταν ένα πρωτογέννητο φθινόπωρο κρεμάσει στα σκουλαρίκια σου
δυο δίδυμους φάρους,
δυο όμοιες σταγονίτσες από θλιμμένο φως,
που φθίνει όλο μυστήριο σαν την ώριμη σελήνη.