Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

JOSÉ JULIO CABANILLAS -6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)




Ισπανική ποίηση της γενιάς του ’80
(Poesía española de la generación de los ’80)

JOSÉ JULIO CABANILLAS
(Granada, 1958)

Μετάφραση: Aννα Στεργίου
(Traducción: Ana Steryíu)

Licenciado en Historia, actualmente imparte clases como Profesor de Lengua Castellana y Literatura en el IPEP Sevilla,(Sevilla). Αutor de muchos libros de poesía aparece en varias antologías y revistas literarias. Muchos de sus poemas están publicados en antologías junto a los de otros poetas contemporáneos, como Eloy Sánchez Rosillo, Luis Alberto de Cuenca, Antonio Colinas, Andrés Trapiello, Víctor Jiménez y María Victoria Atencia, entre otros nombres representativos de la poesía actual.

          Ο Χοσέ Χούλιο Καμπανίγιας γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1958. Διδάσκει στη Σεβίλλη σε ένα Ινστιτούτο (IPEP) Ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων ποίησης. Ποιήματά του δημοσιεύονται από τη δεκαετία του ’80 έως σήμερα σε διάφορες ανθολογίες και γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά μαζί με τα ποιήματα των ποιητών Eloy Sánchez Rosillo, Luis Alberto de Cuenca, Antonio Colinas, Andrés Trapiello, Víctor Jiménez y María Victoria Atencia.

ULISES

Nada debo.
Tras de mi puerta una mujer, dos hijos,
cada vez más recuerdos.
Con fría claridad me devuelve el espejo
un rostro que ya empieza a no ser joven.
Al menos he labrado con trabajo constante
mi fortuna y mi nombre: nada, nadie.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Τίποτα δεν οφείλω.
Πίσω απ’ την πόρτα μου μια γυναίκα, δυο παιδιά,
κάθε φορά περισσότερες αναμνήσεις.
Με κρύα καθαρότητα μου επιστρέφει ο καθρέφτης
ένα πρόσωπο που ήδη αρχίζει να μην είναι νέο.
Τουλάχιστον καλλιέργησα με σταθερή εργασία
τη μοίρα μου και τ’ όνομα μου: τίποτα, κανένας.

EDAD DE ORO

En los siglos felices que dioses y gigantes
hablaban con los hombres en un bosque cercano,
se incendiaba el otoño en granadas abiertas
y era luz el invierno sembrada por la aurora...

Si allá pudiera huir sin llevarme conmigo.

XΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ

Στους ευτυχισμένους αιώνες που θεοί και γίγαντες
συνομιλούσαν με τους ανθρώπους σ’ ένα κοντινό δάσος,
φλέγονταν το φθινόπωρο σε ανοιχτά ρόδα
κι ήταν φως ο χειμώνας σπαρμένο απ’ τη χαραυγή…

Μακάρι να μπορούσα να δραπετεύσω εκεί χωρίς να με πάρω μαζί μου.

PLAZA BIB RAMBLA

Muros manchados. Frío.
Yo sé que aquí acamparon escuadrones de lluvia.
Una a una recuerdo las tardes que de niño
me senté en estos bancos.
Con un jirón de nubes se cubría
la desnuda caricia de este cielo.
A menudo pensaba en una perla gris
ajada en un estuche de terciopelo roto.
Quisieron, una tarde,
crucificar la luz en esta plaza.

ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΒ ΡΑΜΠΛΑ

Τοίχοι λερωμένοι. Κρύο.
Εγώ ξέρω ότι εδώ στρατοπέδευσαν ίλες βροχής.
Ένα προς ένα θυμάμαι τ’ απογεύματα που σαν παιδί
καθόμουν σ’ αυτά τα παγκάκια.
Με ένα κομματάκι από σύννεφα σκεπάζονταν
το γυμνό χάδι αυτού τ’ ουρανού.
Συχνά σκεφτόμουν μια γκρίζα πέρλα
μαραμένη σε μια θήκη από φθαρμένο βελούδο.
Ήθελαν, ένα απόγευμα,
να σταυρώσουν το φως σ’ αυτή τη πλατεία.

ENERO

Jano de enero vuelve sus dos caras.
La una hacia los meses que ya han muerto.
La otra al porvenir de un tiempo incierto.
Viene y se va volviendo y no se para.
El gozne del planeta da en su frente.
Mientras, los hombres siembran en el barro.
Mientras, las Osas pasan en su carro.
Pasan la luna sabia, el sol ardiente.
Loco enero de pelo en remolino
de tanta vuelta, ¿es ése tu destino?
De tanto ir y venir, ¿qué has aprendido?
Tal vez llevo en la espalda a Dios prendido
igual que un monigote de papel.
Por eso el mundo gira en busca de Él.

ΓΕΝΑΡΗΣ

Ο Ιανός του Γενάρη τα δυο του πρόσωπα στρέφει.
Το ένα προς τους μήνες τους ήδη πια νεκρούς.
Το άλλο προς του μέλλοντος τους αβέβαιους καιρούς.
Έρχεται και φεύγει και δε σταματά να επιστρέφει.

Οι μεντεσέδες του πλανήτη στο μέτωπό του χτυπούν.
Ενώ, οι άνθρωποι στη λάσπη σπέρνουν.
Ενώ, οι Άρκτοι με την άμαξά τους διαβαίνουν.
Φλεγόμενος ο ήλιος και σοφό το φεγγάρι περνούν.

Τρελέ Γενάρη από μαλλί στροβιλισμένο
απ’ τη τόση γύρα, αυτό είναι το δικό σου πεπρωμένο;
Απ’ τα τόσα πήγαινε-έλα, τι έχεις μαθημένο?

Ίσως φέρω στη πλάτη τον Θεό δεμένο
ίδιο με μια μαριονέτα από χαρτί.
Γι’ αυτό ο κόσμος γυρνά και Τον αναζητεί.

PAISAJE DISPERSO

Bajo el peso de la noche los párpados se cierran.
Lentamente abrimos nuestros cuerpos
en un ritual de gemidos y desorden.
Porque una soledad no basta
para vivir en la frialdad de nuestras almas.
Tu mirada estrellándose en la imperfección de los objetos
y algunos cuerpos destruidos
por el abatimiento y el furor.
Despierto en esta mañana consumido por el cansancio
y este espacio abrumado por viejos trajines
me conduce a la desesperación de siglos y edades infructuosas.
Todo primer encuentro retorna a la memoria
a la fascinación por las palabras que amamos
y sentimos como nuestras.
Bajo el peso de la noche los párpados se cierran.
Y estas palabras no nacen del silencio
sino de lentas agonías y esperanzas
alimentadas por el espanto y la desesperación de estos años
que son nuestro destino.

ΣΚΟΡΠΙΟ ΤΟΠΙΟ

Κάτω απ’ το βάρος της νύχτας τα βλέφαρα κλείνουν.
Σιγά-σιγά ξανοίγουμε τα κορμιά μας
σε μια τελετουργία από γογγυτά και ταραχή.
Γιατί μια μοναξιά δεν αρκεί
για να ζήσουμε στην παγερότητα των ψυχών μας.
Η ματιά σου συντρίβεται στην ατέλεια των αντικειμένων
και κάποια κορμιά κατεστραμμένα είναι
απ’ τη κατήφεια και την οργή.
Ξυπνάω αυτό το πρωινό εξαντλημένος απ’ την κόπωση
κι αυτός ο χώρος κατακλυσμένος απ’ τα παλιά πήγαινε -έλα με οδηγεί στην απελπισία άκαρπων αιώνων κι εποχών.
Κάθε πρώτη συνάντηση επαναφέρει στη μνήμη
την γοητεία για τις λέξεις που αγαπάμε
κι αισθανόμαστε σαν δικές μας.
Kάτω απ’ το βάρος της νύχτας τα βλέφαρα κλείνουν.
Κι αυτές οι λέξεις δεν γεννιούνται από τη σιωπή
αλλά από αργές αγωνίες κι ελπίδες
θρεμμένες απ’ τον τρόμο και την απελπισία αυτών των χρόνων
που είναι το πεπρωμένο μας.

DESDE SIEMPRE

De tiempo en tiempo recorro profundos bosques.
En silencio van mis pasos
entre espesos follajes y árboles desconocidos.
Y retorno a las raíces de la vida, al soplo mismo de la vida
que trasciende mis sentidos y lo vuelve insignificante.
¿De qué naturaleza estoy hecho para escribir estas cosas?
¿De qué fuerza secreta hablan mis palabras
cuando cada tarde vuelvo a recorrer el mundo
y hallo la paz en las hojas del otoño
que duermen en la tierra húmeda?
En este viento maravilloso que me recuerda que estoy vivo
que aún dormido puedo hallar la vida entre estos árboles
que me hablan, que me cantan cada noche
a solas mientras te busco infinita en la extensión de mi palabra,
mientras intento imaginar lo que un día seré, lo que un día fuimos
en un viaje sin retorno, eternamente solo en la nada y sin memoria
acompañado de un vuelo intenso de pájaros fugaces
y vientos fuertes que me transportan de raíces a la nada
de donde un día salí y ahora retorno,
al sonido maravilloso de un beso profundo que me despierta.

ANEKAΘΕΝ

Κατά καιρούς διασχίζω βαθιά δάση.
Σιωπηλά πάνε τα βήματά μου
ανάμεσα σε πυκνά φυλλώματα  κι άγνωστα δέντρα.
Κι επιστρέφω στις ρίζες της ζωής, στην ίδια την πνοή της ζωής
που υπερβαίνει τα αισθήματα μου και όλα τα κάνει ασήμαντα.
Από ποια ύλη είμαι φτιαγμένος ώστε να γράφω αυτά τα πράγματα?
Για ποια μυστική δύναμη μιλούν οι λέξεις μου
όταν κάθε απόγευμα διασχίζω ξανά τον κόσμο
και βρίσκω την ειρήνη στα φθινοπωρινά φύλλα
που κοιμούνται στην υγρή γη;
Σ’ αυτό το θαυμάσιο άνεμο που μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανός
που ακόμα και κοιμισμένος μπορώ να βρίσκω τη ζωή ανάμεσα σ’ αυτά τα δέντρα
που μου μιλούν, που μου τραγουδούν κάθε νύχτα
καθώς μόνος μου σε αναζητώ απέραντη στην προέκταση της λέξης μου,
καθώς προσπαθώ να φανταστώ αυτό που θα είμαι μια μέρα, αυτό που ήμασταν μια μέρα
σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, αιωνίως μόνος στο τίποτα και δίχως μνήμη
συνοδευμένος από μια έντονη πτήση από διαβατάρικα πουλιά
και ισχυρούς ανέμους που με μεταφέρουν από τις ρίζες στο τίποτα
απ’ όπου μια μέρα βγήκα και τώρα επιστρέφω,
στον θαυμάσιο ήχο ενός βαθιού φιλιού που με αφυπνίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου