3/02/2018

ALVARO GARCÍA -4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (4 POEMAS)



Ισπανική ποίηση της γενιάς του ’90
(Poesía española de la generación de los ’90)

ALVARO GARCÍA
(Málaga, 1965)

Μετάφραση:Στέλιος Καραγιάννης)
(Traducción: Stelios Karayanis)

Poeta, ensayista y traductor español nacido en Málaga en 1965.
Doctor en Teoría de la Literatura, es un gran exponente de la poesía española contemporánea.
Ηa traducido obras de, entre otros, Edward Lear, T. S. Eliot, W. H. Auden, Philip Larkin, Kenneth White, D. M. Thomas, Margaret Atwood, Lawrence Ferlinghetti, Gary Snyder y Ruth Padel.Obtuvo en 1989 el Premio Hiperión por su libro La noche junto al álbum, y en 2011 el Premio Internacional de Poesía Loewe en su edición XXIV por su libro Canción en blanco, compuesto por un canto al amor, la muerte y el paso del tiempo.

Ο Άλβαρο Γκαρθία γεννήθηκε το 1965 στη Μάλαγα. Είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διδάκτωρ της Θεωρίας της Λογοτεχνίας. Μετάφρασε ποίηση των Edward Lear, T. S. Eliot, W. H. Auden, Philip Larkin, Kenneth White, D. M. Thomas, Margaret Atwood, Lawrence Ferlinghetti, Gary Snyder y Ruth Padel. Βραβεύτηκε το 1989 με το βραβείο «Υπερίων» και το 2011 με το διεθνές βραβείο Loewe για το βιβλίο του «Τραγούδι σε λευκό», που αποτελεί σύνθεση τριών μερών με θεματικούς άξονες τον έρωτα, το θάνατο και το πέρασμα του χρόνου.

ÍCARO

La meta es como un túnel, se nutre de tiniebla.

Lo propio de las alas es quemarse
cinco minutos antes de llegar hasta el sol.

Toda meta es un túnel que te absorbe,
es una oscuridad que se alimenta
de tu propia sustancia y de tu olvido
y ese modo de muerte que es el conseguir.

Cuando uno logra un fin se queda triste.
La meta se lo traga.

Mejor ser el mejor sin beso de champán, sin aureola.
Y el sueño se ha quemado en su inminencia,
como sabiendo que vencer es chusco.

Tus sueños se han quemado de pura lucidez.

IKAΡΟΣ

Ο στόχος είναι σαν ένα τούνελ, τρέφεται απ’ το σκοτάδι.

Το χαρακτηριστικό των φτερών είναι να καίγονται
πέντε λεπτά πριν να φτάσεις ως τον ήλιο.

Κάθε στόχος είναι ένα τούνελ που σε απορροφά,
είναι μια σκοτεινιά που συντηρείται
από την ίδια σου την ουσία και τη λησμονιά σου
κι απ’ αυτόν τον τρόπο θανάτου που είναι το φτάσιμο.

Όταν κάποιος πετυχαίνει ένα στόχο πέφτει στη θλίψη.
Ο στόχος τον καταβροχθίζει.

Καλύτερα να είσαι ο καλύτερος δίχως θριαμβολογίες, δίχως φωτοστέφανο.
Και τ’ όνειρο κάηκε στην εγγύτητά του,
σαν να ‘ξερε ότι το να νικάς είναι αστείο.

Τα όνειρά σου κάηκαν στην απόλυτη διαύγεια.

MUERTE HABITADA

Tan raro este derecho
a habitar en la muerte del amigo,
si lo definitivo de la muerte
es lo que queda cuando ya se ha ido.

Un orden superior es la alegría.
Cómo desplaza el llanto al pensamiento
y qué secreto nos confía la lágrima:
con sólo verla estás en el secreto.

Todo lo que alguien logra permanece.
Puede que nos parezca innecesaria
la luz extensa de este amanecer.
En la bondad no se producen bajas.

Ausente es el que llora, no el ausente.
Ausente somos todos
cuando sospecho que morir consiste
en repartir tu espíritu entre otros.

O hacemos el esfuerzo
mientras alguien nos deja en pleno azul.

ΚΑΤΟΙΚΗΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Τόσο παράξενο αυτό το δικαίωμα
να εγκατοικήσεις στο θάνατο του φίλου,
αν το τελεσίδικο του θανάτου
είναι αυτό που απομένει όταν πια έχει φύγει.

Μια υπέρτατη τάξη είναι η χαρά.
Πως αντικαθιστά ο θρήνος τη σκέψη
και ποιο μυστικό μας εμπιστεύεται το δάκρυ:
μόνο που το βλέπεις είσαι στο μυστικό.

Όλα όσα κανείς κατορθώνει παραμένουν.
Μπορεί να μας φαίνεται περιττό
το άπλετο φως αυτής της χαραυγής.
Στην καλοσύνη δεν γίνονται εκπτώσεις.

Απών είναι αυτός που θρηνεί, όχι ο απών.
Απόντες είμαστε όλοι
όταν υποπτεύομαι ότι ο θάνατος συνίσταται
στο να μοιράζεσαι το πνεύμα σου με τους άλλους.

Ή κάνουμε την προσπάθεια
ενώ κάποιος μας αφήνει στο πλήρες γαλάζιο.

SABIOS MUDOS

La verdad se ha instalado en sus miradas
y ya no hay quién la saque.
No me refiero a la verdad que llega
a base de intentarlo.
La suya es la verdad hereditaria:
clérigos de sí mismos,
su historia se encapricha de destino
y en ellos la certeza
ha hecho un terco nido indemostrable.

Cabezas infestadas de verdad
como otras de piojos.
Afirmo todo esto con envidia:
son sabios que no escriben,
por contracción del estirado cuello,
por tortícolis mística.
Lo que en ellos es ágrafa heredad
busca uno con trabajo.
Los sabios mudos son indiscutibles.

ΑΛΑΛΟΙ ΣΟΦΟΙ

Η αλήθεια έχει εγκατασταθεί στα βλέμματά τους
και πια δεν υπάρχει κάποιος να την αφαιρέσει.
Δεν αναφέρομαι στην αλήθεια στην οποία φτάνει κανείς  
ύστερα από προσπάθεια.
Η δική τους είναι η κληρονομημένη αλήθεια:
κληρικοί του εαυτού τους,
η ιστορία τους εμμένει στο πεπρωμένο
και μέσα τους η βεβαιότητα
έχει κάνει μια επίμονη φωλιά αναπόδεικτη.

Κεφάλια τίγκα απ’ την αλήθεια
όπως άλλα είναι από τις ψείρες.
Τα διαβεβαιώνω όλα αυτά με ζήλια:
είναι σοφοί που δε γράφουν,
λόγω συστολής του τεντωμένου λαιμού τους,
λόγω μυστικιστικής αγκύλωσης
Αυτό που σε εκείνους είναι άγραφη κληρονομιά
κάποιος το αναζητά κοπιάζοντας.
Οι άλαλοι σοφοί είναι αδιαμφισβήτητοι.

REGRESO

Tocar un cuarzo ahumado, vítreo y negro,
como quien busca en su naturaleza indiferente
la reconciliación entre hombre y mundo.
Aprendemos a ser lo que ya somos,
y este trozo de piedra es un regreso.

La piedra, en su secreto, es armonía,
memoria silenciosa del planeta,
regalo de una luz que se ha hecho sólida.
Cuánta vida en lo inerte de este cuarzo
que es cristalización de los milenios.

El tacto es humildad.
Los dedos no conocen: reconocen;
comprueban un origen, se aseguran
de ser tan realidad como la roca.
Cuando los dedos rozan los sillares
en una catedral de umbría y siglos,
rozas casi al descuido los orígenes,
comulgas más que otros que comulgan.

Aquel niño buscaba con su cara
el frío intemporal del mármol frío.
Pegada su mejilla a la columna,
parecía escuchar en la pared
no el rumor que hay tras ella, sino a ella.

Sobre la mesa, el cuarzo, luz oscura,
su noticia que llega con retraso.
¿Cuántos siglos tendrá, tan silencioso,
tan delante de mí, tan en sí mismo?
Aprendo a ser lo que de hecho soy,
fugaz parte del mundo,
viendo el cuarzo.
Esta piedra secreta, antigua y súbita,
este trozo de mundo en la mañana.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Να αγγίζεις έναν σταχτί χαλαζία, υαλώδη και μαύρο,
σαν κάποιον που ψάχνει στην αδιάφορη φύση του
την συμφιλίωση μεταξύ ανθρώπου και κόσμου.
Μαθαίνουμε να είμαστε αυτό που ήδη είμαστε,
Κι αυτό το κομμάτι πέτρας είναι μια επιστροφή.
Η πέτρα, στο μυστικό της, είναι αρμονία,
μνήμη σιωπηλή του πλανήτη,
δώρο από ένα φως που έχει γίνει σταθερό.
Πόση ζωή στο αδρανές αυτού του χαλαζία
που είναι αποκρυστάλλωση των χιλιετιών.

Το άγγιγμα είναι ταπεινότητα.
Τα δάχτυλα δεν γνωρίζουν: αναγνωρίζουν·
Επιβεβαιώνουν μια προέλευση, σιγουρεύονται
να ’ναι τόσο πραγματικά όσο η πέτρα.
Όταν τα δάχτυλά σου ψηλαφίζουν τα αγκωνάρια
σε έναν πανάρχαιο σκιερό καθεδρικό ναό,
ψηλαφίζεις σχεδόν αμέριμνα τις απαρχές,
κοινωνείς περισσότερο απ’ αυτούς που κοινωνούν.

Εκείνο το παιδί αναζητούσε με το βλέμμα του
το άχρονο ψύχος στο παγωμένο μάρμαρο.
Με κολλημένο το μάγουλό του στη κολώνα,
φαινόταν να ακούει στον τοίχο
όχι τον ψίθυρο πίσω απ’ αυτήν, αλλά την ίδια.

Πάνω στο τραπέζι, ο χαλαζίας, φως σκοτεινό,
κι η είδησή του που φτάνει με καθυστέρηση.
Πόσων αιώνων να ’ναι, τόσο σιωπηλός,
τόσο παρών μπροστά μου, τόσο κλεισμένος στον εαυτό του;
Μαθαίνω να είμαι αυτό που πράγματι είμαι,
φευγαλέο κομμάτι του κόσμου,
βλέποντας τον χαλαζία.
Αυτή τη μυστική πέτρα, την απρόβλεπτη και πανάρχαια,
αυτό το κομμάτι κόσμου στο πρωινό.