2/27/2018

ΓΙ­Α­Ν­ΝΗΣ ΠΑ­ΤΙ­ΛΗΣ (YANIS PATILIS)- 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)



Νεοελληνική ποίηση της γενιάς του ’70
(Poesía neogriega de la generación de los ’70)

ΓΙ­Α­Ν­ΝΗΣ ΠΑ­ΤΙ­ΛΗΣ
(YANIS PATILIS)

Μετάφραση Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)


Σπού­δα­σε Νο­μι­κά και Νε­ο­ε­λ­λη­νι­κή Φι­λο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών. Ερ­γάστηκε ως φι­λό­λο­γος στη Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε εννέα συ­λ­λο­γές ποι­η­μά­των και δύο συγκεντρωτικές. Τελευταία ποιητικ συλλογή του: Εικόνες από μια νέα (Gutenberg, Α­θή­να, 2015). Ε­πι­με­λή­θη­κε την έ­κ­δο­ση: Άγ­γε­λου Θ. Ση­μη­ρι­ώ­τη, Τα Ποι­ή­μα­τα [1893-1943], Τό­μοι Α΄+Β΄ (με την Έλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου, Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο Νέ­ας Ι­ω­νί­ας Ατ­τι­κής, Νέ­α Ι­ω­νία 1995) και δημοσίευσε τέσσερις τόμους δοκιμίου-κριτικής. Υπήρ­ξε συ­νι­δρυ­τής του πε­ριο­δι­κού Το Δέν­τρο (1978), συ­νε­κ­δό­της των πε­ριο­δι­κών Νή­σος, Μου­σι­κή και Ποίη­ση (1983-85) και Κρι­τι­κή και Κεί­με­να (1984-85), και εκδότης του περιοδικού Πλα­νό­δι­ο­ν (1986-2012). Τον  Α­πρί­λιο του 2010 ιδρυσε τον ιστό­τοπο για το μι­κρό δι­ή­γη­μα Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τον οποίο συνδιευ­θύ­νει με την Ηρώ Νικοπούλου.

Yanis Patilis es uno de los mejores poetas de la generación de los 70. Ha nacido en Atenas el 1947 donde vive. Ha estudiado Derecho y filología neogriega en Atenas. Ha trabajado como profesor en la secundaria. Es vicepresidente de la Fundación Takis Sinopulos. Como editor y director de la revista literaria Planodion ha intervenido los últimos treinta años en el ámbito de la literatura y cultura neogriega reciente con poemas, ensayos y traducciones de prestigiosos poetas y ensayistas neogriegos y extranjeros. Ha publicado nueve colecciones de poemas y cuatro volumenes de ensayos y críticas literarias. Fue coeditor de las revistas literarias El Arbol, Isla y Crìtica y Textos. El abril del año 2010 ha fundado con la pintora y poeta Iro Nikopulu la revista digital Historia Bonzai publicando cuentos e historias cortas. Su poesía se ha traducido en varios idiomas. En inglés el 1997 ha salido traducida por Stathis Gourgouris una colección de poemas con el título Selected Poems (1970-1990), publicada en Quarterly Review of Literature, en Princeton.


ΖΕΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

[1]

Ζ, ρα γράφω.
Πές τα στίχους.
Πές τα μικρ ντίο πρς τ ζω
ν ναμον
Το θανάτου.

CÁLIDO MEDIODÍA

[1]

Vivo, luego escribo.
Dílo en versos.
Di los pequeños adios a la vida
A la espera
De la muerte

[2]

Ζεστ μεσημέρι
Κάνεις ν περννε παρατήρητα
Πράγματα πο δίχως σένα
Θ μοιάζανε συνταραχτικά.
Πέρασα δίπλα τους. φυγα. Ταξίδεψα.
Πγα μακρι μέσα στν δια πόλη.
πομακρύνθηκα π’ ,τι λαχταροσα ν συναντήσω.
Τυλιγμένος στν καφετι μαντόρλα το νέφους.
Μ τ μυαλό μου γεμάτο σάρκα δροσερ
Πο τίποτα δν ννοοσε ν καταλάβει.
Εναι ἡ ἀπόσταση πο φέρνει τς συναντήσεις.
Κι ὁ ἄνθρωπος πάντα γαπ
Ατ πο λιγότερο καταλαβαίνει.
Γιατ ατ πο καταλαβαίνει
Εναι λιγότερο π τν νθρωπο.
Κα δν ξίζει ν τὸ ἀγαπ.


[2]

Cálido mediodía.
Nadie pasa. Inadvertidas
Cosas que sin ti
Parecerían emotivas.
Pasé a su lado. Me marché. Viajé.
Me fui lejos dentro de la misma ciudad.
Me alejé de cuanto deseaba encontrarme.
Envuelto en la almendra color café de la nube.
Con mi cerebro lleno de carne fresca
Que nada aspiraba a comprender.
Es la distancia la que trae los encuentros.
Y el hombre ama siempre
Lo que menos comprende.
Porque lo que entiende
Es menos que el hombre.
Y no merece la pena amarlo.


[3]

Δν βλέπω γιατί ν φύγω.
Ν πάω πο;
Πο θά ’βρω τόσα ρείπια.
Τόσα κομμάτια τοῦ ὁλόκληρου.
Καλύτερα δ.
νάμεσα στὰ ἐρείπια το χθς
Κα σ’ ατ ποὺ ἔρχονται.
Μόνος. Σ’ ατος τος δειους δρόμους.
νας ποιοσδήποτε.
Πο περπατάει
Παραπατάει
Κοιτάει
Τ μακάριο φς τοῦ ἥλιου.
Τ μακάβριο.


[3]

No veo por qué huir.
¿Ir a dónde?
¿Dónde encontraré tantas ruinas?
Tantos trozos del todo.
Mejor aquí.
Entre las ruinas del ayer
Y las que van a venir.
Solo. En estas calles vacías.
Uno cualquiera.
Que camina
Resbala
Mira
La dichosa luz del sol.
La macabra.


[7]

Τ ξανασκέφτηκα πλάι
Σ’ ατ τ σπασμένο μάρμαρο
Τ περικυκλωμένο π τς πολυκατοικίες.
Λίγα δέντρα, δυ τρες γλάστρες
να μικρ κιγκλίδωμα.
Τ φς πεφτε λοξ
Στ βιτρίνα το φαρμακείου.
χι, δν πρέπει ν’ νακατεύω
Τς καθημερινές μου φαιρέσεις
Μ τν νυπαρξία.
Τ ξανασκέφτηκα κάποτε
Παρατηρώντας τ πράσινα νερ
Τοῦ Ἐρύμανθου.
Τ ξανασκέφτομαι τώρα
Κοιτάζοντας τν κόκκινο σταυρ
Το φαρμακείου.
Σ’ ατν τν δεια πλατεία.
Πλάι στ μάρμαρο πο μο ψιθύριζε:
σ’ τα λα!
Τ σπασμένο
Εναι πιὸ ἀνθεκτικό.


[7]

Lo he vuelto a pensar
En este mármol roto
Rodeado por edificios de viviendas.
Escasos árboles, dos o tres macetas
Una pequeña reja.
La luz caía oblicuamente
En el escaparate de la farmacia.
No, no debo mezclar
Mis restas diarias
Con la inexistencia.
Lo he vuelto a pensar una vez
Observando las verdes aguas
Del Erimanto.
Lo vuelvo a pensar ahora
Al mirar la cruz roja
De la farmacia.
En esta plaza vacía.
Junto al mármol que me murmuraba:
¡Déjalo todo!
Lo roto
Es más tenaz.


[15]

Δν ξέρεις σ τί κάνεις.
ριμάζεις μέσα στν πι χυδαία τελειότητα
Διαπράττοντας να
Κατ τς μετριότητος γκλημα.
Εσαι πολ πρν ποιοδήποτε Σ' γαπ.
Κα στοιχειώδης πνευματικότητα
Δν μοῦ ἐπιτρέπει ν μιλήσω
Γι μηρος στήθια.
Δν ξέρεις σ τί κάνεις.
κόμη κι ν σο διαβάζαν ατ τ ποίημα
σ δν θ καταλάβαινες τίποτα.
Εσαι κόμη γν
Μπαίνεις στ λεωφορεα κα ζες μ φίλες.
σ μιὰ ἀσυνείδητη νάρκη
Πο περιμένει νήξερη
Ατν πο θ τν πατήσει.


[15]

No sabes lo que haces.
Maduras en la más vulgar perfección
Realizando un delito
Contra la mediocridad.
Estás mucho antes de cualquier Te amo.
Pero la elemental espiritualidad
No me permite hablar
De muslos y pechos.
No sabes lo que haces.
Incluso si te leyeran este poema
No entenderías nada.
Eres pura aún
Entras en los autobuses y vives con amigas.
Tú eres un entumecimiento inconsciente
Que espera, ignorante,
A quien lo pisotee.


[29]

πλες τς λέξεις πο συναντ
Παρακολουθ τς πι μορφες.
Τς πι λεπτές, τς πι σφιχτς
Τς πι νέες.
Τς φαντάζομαι γυμνές, κυριολεκτικές.
Δίχως πίθετα κα σαχλαμάρες.
Τς περιμένω ργ τ μεσημέρι.
ταν πιστρέφουν
νέμελες κα ξεμοναχιασμένες.
Κα τος ρίχνομαι κε.
Στν εσοδο τς πολυκατοικίας
πλάι στ περίπτερο.
Μόλις νιώσουν τ τράνταγμα π’ τ μαλλι
Τ μάτια τους λάμπουν σν στρα.
Ποτέ τους δν φωνάζουν, δν κλανε.
Γιατ κι ατς κατ βάθος
Ποθονε τν βιασμό.
Ποθονε ν ξαπλώσουν
Στ ποίημα.


[29]

De todas las palabras que me encuentro
Sigo las más hermosas.
Las más delicadas, las más apretadas,
Las más nuevas.
Las imagino desnudas, exactas.
Sin adjetivos ni sabores insípidos.
Las espero tranquilamente al mediodía.
Cuando regresan
Despreocupadas y aisladas
Y las arrojo por allí.
A la entrada del bloque
O al lado del quiosco.
Apenas sienten la sacudida de los cabellos
Sus ojos brillan como estrellas.
Jamás gritan ni lloran.
Porque ellas también, en el fondo,
Desean la violencia.
Desean tenderse
En el poema.