2/27/2018

ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΚΟΣ (TASOS FALKOS) -12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (12 POEMAS)



ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΚΟΣ
(TASOS FALKOS)

Μετάφραση Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

Ο Αναστάσιος Αρβανιτάκης, γνωστός στο λογοτεχνικό χώρο ως Τάσος Φάλκος, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937 και υπηρέτησε ως καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας μέχρι το 2004. Εξέδωσε πλειάδα πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, αλλά από πολύ νωρίς ασχολήθηκε και με την πεζογραφία, το θέατρο και την ποίηση. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1993 για το έργο του Αγών: ο αθλητισμός σαν βασική εκδήλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που επανεκδόθηκε το 1995 και το 2003 αναπλασμένο και σημαντικά εκτεταμένο με τον τίτλο Ο Ελληνικός Αθλητισμός.

Anastasios Arvanitakis conocido en el mundo de las letras neogriegas como Tasos Falcos ha nacido en Tesalònica el 1937, ha estudiado filosofìa y ha trabajado como profesor de filosofìa en la Universidad Aristóteles hasta el año 2004. Ha publicado numerosos libros universitarios, cuatro colecciones de poesía y ocho obras de prosa y de teatro. Tambièn publicò un libro de ensayos literarios. Es fundador y dirige con su esposa la fundación Ydria de Tesalònica
 
ΚΥΚΛΟΙ

Είναι πολλοί που γλίστρησαν
και πέσανε βαθιά μες στ’ όνειρό τους
Καθένας έγινε μονάρχης του εαυτού του
κύκλος αυτόφωτος κι αυτάρκης

Ανάμεσα σε ταραχή και κρότους
πάνω τους πέφταν κι άλλοι κύκλοι
σκουντιόνταν και λακτίζονταν
πετιόνταν στο χαντάκι

Συχνά τα βράδια μες στο λήθαργο
οι ρημαγμένοι κύκλοι κάνουν έρωτα
Ενώνονται τα δυο μηδέν
γεννιώνται τα μικρά μηδενικά

CÍRCULOS

Son muchos los que se deslizaron
y cayeron profundamente en sus sueños
Cada uno se hizo soberano de sí mismo
círculo de luz propia y autárquico

Entre turbación y alborotos
cayeron también sobre ellos otros círculos
se empujaban y se pateaban
salían volando a la zanja

A menudo por las noches en el letargo
los círculos devastados hacen el amor
dos se unen en nada
nacen las pequeñas nadas

ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΘΟΛΟΣ

Μάταια προσπάθησαν να την αιχμαλωτίσουν
Η νύχτα την αυγή μάζευε τα κουρέλια της
περνούσε σαν καπνός μες απ’ τα δίχτυα τους
Έτσι μέναν ακάλυπτοι
και δεν μπορούσαν ν’ ανεχτούν τις πράξεις τους

Τότε σοφίστηκαν να φτιάξουν έναν θόλο τεχνητό
κόλλησαν φόβους τρόμους και παγίδες
τρύπωσαν και στεγάστηκαν
κάτω απ’ τον ιδιωτικό τους ουρανό

Περνάει απέξω η νύχτα σκεφτική
και δεν μπορεί να επιθεωρήσει
ούτε τις πράξεις που της αποδίδουν

NOCHE Y BÓVEDA

En vano intentaron encarcelarla
La noche al alba recogía sus harapos
pasaba como humo entre sus redes
Así quedaron descubiertos
y no podían tolerar sus actos

Entonces imaginaron que creaban una bóveda artificial
pegaron miedos temores cepos
taladraron y techaron
bajo su cielo particular

Pasa por fuera la noche pensativa
y no puede examinar
ni siquiera los actos que le restituyen

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

Τι όμορφα που κάψαμε
Τα ιδανικά μας τα φτερά μας
τέλεια καμένα τέλεια
Μείναν μες στην καρδιά μας λάκκοι με νερό
να καθρεφτίζονται τ’ αγρίμια
και τ’ αγριεμένα τα σπουργίτια
Πόση ομορφιά σε τούτο το τοπίο
το καταματωμένο
Πόση ομορφιά στο δειλινό
το καταματωμένο

LA TARDE

Qué hermosamente quemamos
nuestros ideales nuestras alas
perfectamente quemados perfectamente
Quedaron en nuestros corazones fosos de agua
reflejando las fieras salvajes
y los gorriones enfurecidos
Cuánta belleza en este paisaje
totalmente ensangrentado
Cuánta belleza en la tarde
totalmente ensangrentada

Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ

Από νωρίς βγήκαμε στους αγρούς και περιμέναμε
Θα ’ρχόταν λέει ο άγγελος
ν’ αναταράξει τα νερά της κολυμβήθρας
Τον περιμέναμε με το μυαλό
με το στομάχι μας με τ’ άντερά μας
Το δειλινό
κάποιος δοκίμασε και να προσευχηθεί
Τα λόγια του πέφταν σαν χόρτα μαραμένα
Το βράδυ πέρασε ένας κυνηγός
ρωτούσε για τους ποντικούς του τόπου
Μετά πέρασε ο φονιάς του κυνηγού
Τον άγγελο κανείς τους δεν τον είχε δει
Έπειτα ο ουρανός σκοτείνιασε
αρχίνησε να βρέχει
πλημμύρισε κι η κολυμβήθρα
τα πτώματα βγήκαν στην επιφάνεια
τα μέτωπά μας στάζανε φαρμάκι
ήμασταν έξαλλοι χειρονομούσαμε
Γυρίσαμε στα σπίτια μας γδυθήκαμε
πέσαμε σε μια τρύπα δίχως τέλος

LA PISCINA

Muy temprano salimos a los campos y esperábamos
Vendrán, dice el ángel
removiendo el agua de la piscina
Lo esperábamos con nuestro cerebro
con nuestro estómago con nuestras entrañas
Por la tarde
alguien probó a rezar
Sus palabras caían en la hierba ajada
Por la noche pasó un cazador
preguntaba por las ratas del lugar
Después pasó el asesino del cazador
Ninguno de ellos había visto al ángel
Después el cielo se oscureció
comenzó a llover
incluso se inundó la piscina
los cadáveres salían a la superficie
nuestras frentes goteaban veneno
estábamos enloquecidos gesticulábamos
Regresamos a nuestras casas nos desnudamos
caímos en un agujero sin fon

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Α­νά­με­σα στους δυο
κυλούσε το πλατύ ποτάμι
με κρότους και μαρμαρυγές, πνιγμένους
σάπιες μαούνες φορτωμένες νικητές

Τότε ο ένας πήρε να φωνάζει κάτι
κι ο άλλος άρχισε κι αυτός να ξεφωνίζει
βέβαιος πως δεν τον ακούνε
γιατί την ώρα εκείνη σκλήριζαν φανφάρες
και παρεμβάλλονταν πολλοί νεκροί

Αυτό έδινε νόημα στο παιχνίδι
κι αφοσιώθηκαν πολύ σ’ αυτό
Πίστεψαν πως ο άλλος έστελνε στ’ αλήθεια
κάποιο σπουδαίο μήνυμα
ή κάποιο σοβαρό χρησμό
πως έπρεπε να φυλαχτεί
και να μη πάει στην αγορά
στο καθημερινό σφαγείο

Κι ενώ ξεφώνιζε ο ένας
ο άλλος έδειχνε τ’ αυτιά του
σήμα πως δεν μπορεί ν’ ακούσει
πως τον ξεκούφαναν οι τόσοι κρότοι
πως τους χωρίζαν οι νεκροί

EL RÍO

Entre los dos
corría el ancho río
con ruidos y centelleos, ahogados
podridas chalanas cargadas de vencedores

Entonces uno se puso a gritar algo
y otro comenzó también a gritar
seguro de que nadie lo oía
porque en aquel momento se endurecieron las fanfarrias
e intervenían muchos muertos

Eso dio sentido al juego
y se entregaron bastante a él
Creyeron que el otro enviaba en verdad
algún interesante mensaje
o algún serio oráculo
de que debía cuidarse
y no ir al ágora
a la matanza diaria

Y mientras uno gritaba
el otro señalaba sus oídos
como señal de que no podía oír
que tantos ruidos lo habían ensordecido
y que los muertos los dividían

ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ

Γυρνώ σαν μανιακός στις κάμαρες
φράζοντας χαραμάδες
Δεν λογαριάζω πως οι τοίχοι είναι φτενοί
και σκίζονται
ούτε που σκέφτομαι
πως κάποιος θα μπει ξαφνικά
για να με κρίνει
σπάζοντας πόρτες και παράθυρα


HENDIDURAS

Doy vueltas por las habitaciones como un maníaco
tapando hendiduras
No cuento con que las paredes son delgadas
y se quiebran
ni siquiera pienso
que alguien entrará de pronto
para criticarme
por romper puertas y ventanas


ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Πέρασα χτες  απ’ την παλιά μου γειτονιά
το πατρικό μας σπίτι δεν υπάρχει πια
ένα παλιό κι όμορφο σπίτι
βαλκανικής αρχιτεκτονικής
Έγερνε απ’  τη μια πλευρά
αλλά δεν έλεγε να πέσει
ώσπου το κατεδάφισαν ως δήθεν επικίνδυνο
Τα πράγματα που αντέχουν τους φοβίζουν

Καθώς με βλέπουν να βαδίζω
διστακτικός κι ευάλωτος
τα μάτια τους πέφτουν επάνω μου σκληρά
με παρακολουθούν χαιρέκακα
μήπως με δουν να σταματώ
να πέφτω

Καρδιά, κάνε κουράγιο! Ακόμα κι αν λυγίσεις
στάσου τουλάχιστον ορθή
όπως παλιό ερείπιο

LA CASA

Pasé ayer por mi antiguo barrio
nuestra casa paterna ya no existe
una vieja y hermosa casa
de arquitectura balcánica
Se inclinaba por un lado
pero no iba a caerse
hasta que la demolieron quizás por peligrosa
Las cosas que resisten los asustan

Cuando me ven caminar
vacilante y fácil de conquistar
sus ojos caen sobre mí con dureza
me siguen malévolamente
por si me ven detenerme
caer
Corazón, ¡ánimo! Aunque te dobles
mantente en pie al menos
como una vieja ruina

Ο ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ

Στέκομαι εδώ κρυμμένος
μισός στο φως μισός μες στο σκοτάδι
Το φως φέρεται σαν ευαίσθητο πουλί
μυγιάγγιχτο και νευρασθενικό
Στα νιάτα του έπαιξε κι απάλυνε
ξεχώρισε και με πολέμησε
με γέμισε ντροπή

Τώρα βαρύνθηκε σιχάθηκε
ζει μέσα στην απόγνωση
κρύβεται μες στις κάμαρες και τα ντουλάπια
στέκεται πάνω στις πληγές
άμα τ’ αγγίξεις θα ουρλιάξει 

EL ESCONDIDO

Me quedo aquí escondido
mitad en la luz mitad en la oscuridad
La luz se comporta como ave sensible
impresionable y neurasténica
En su juventud jugaba y se ablandaba
se apartó y luchó contra mí
me llenó de vergüenza

Ahora se cansó se hartó
vive en la desesperanza
se oculta en las habitaciones en los armarios
se detiene sobre las heridas
si la tocas aullará

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ

Φίλε, δεν ξέρω να σου πω τι είναι φως
άμα δεν είδες άστρα μεθυσμένα
τον ήλιο να χαμογελά
και τη σελήνη να σου κλείνει μάτι
Δεν ξέρεις προπαντός τι είναι φως
αν δεν πληγώθηκες πολύ βαθιά
άμα δεν βρέθηκες ποτέ σ’ απόλυτο σκοτάδι

Μη μου μιλάς για μοίρες
Αν το σκοτάδι φαίνεται παντοτινό
παντοτινή κι η μοίρα του φωτός

A ALGUIEN QUE PREGUNTA QUÉ ES LUZ

Amigo, no sé decirte qué es luz
si no has visto estrellas embriagadas
al sol sonreírte
y a la luna guiñarte un ojo
No sabes especialmente qué es luz
si no te heriste muy profundamente
cuando no te encontraste jamás en la sombre absoluta

No me hables de destinos
Si la oscuridad parece eterna
Eterno es el destino de la luz

ΦΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Το φως που έκτισαν εδώ
πέτρα την πέτρα
το γκρέμισαν οι πρόγονοί μας και το ρήμαξαν
Γέμισε ο ουρανός μαύρες καπνιές

Και κάποια μέρα
μια ηλιακτίδα ελάχιστη
πέφτει επάνω στα σπασμένα μάρμαρα
αποκαλύπτοντας μια ομορφιά αβάστακτη
που μοιάζει να ’ρχεται απ’ την αθέατη πλευρά
του κόσμου

Τότε δυο-τρεις αισθάνονται βαθιά
το δάγκωμα της ενοχής

LUZ GRIEGA

La luz que construyeron aquí
piedra a piedra
la derrumbaron nuestros antepasados y la aniquilaron
El cielo se llenó de negras humaredas

Y cierto día
un pequeño rayo de sol
cae sobre los mármoles rotos
descubriendo una hermosura insoportable
que parece venir del lado invisible
del mundo

Entonces dos o tres sienten profundamente
el mordisco de la culpa

Ο ΚΑΦΕΣ

Καμιά φορά το βράδυ
η μάνα μου η νεκρή
μου ψήνει τον καφέ παρηγοριάς
για τα όνειρα που θάφτηκαν
«Τι ειρωνεία, λέει
εγώ που αγάπησα το φως
να πρέπει να παρηγορήσω
κάποιον που προτιμά το σκότος!»
«Μητέρα, λέω, βοήθα με
και μη με κατακρίνεις
Κι εγώ τ’ αγάπησα το φως
όμως απελπισμένα.»

EL CAFÉ

Cierta vez por la noche
mi madre muerta
me hace el café del consuelo
por los sueños que quedaron enterrados
“¡Qué ironía, dice,
yo que amé la luz
debo consolar
a alguien que prefiere la oscuridad!”
“Madre, digo, ayúdame
y no me censures
Yo también amé la luz
sin embargo, desesperadamente”.

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ

Στέκομαι εδώ ταιριάζοντας αταίριαστα κομμάτια

Μες στην απελπισία μου
παίρνω τον δρόμο για τον λόφο
απ’ όπου πρωταντίκρισα τη λιτανεία
Την βλέπω μπρος μου σα να ήταν χθες
Κινούσε από μεγάλα βάθη
και προχωρούσε αργά μέσα σε φως θλιμμένο
μια λιτανεία ανθρώπων και ψυχών
Και ξαφνικά
σαν κάποιος να ’δωσε το σύνθημα
υψώθηκαν φωνές δοξαστικές
σαν έκρηξη χιλίων μουσικών οργάνων
τα χρώματα φωτίστηκαν και δέσαν με τη μουσική
κι η γη φάνηκε ως μέρος του ουρανού
τα πάντα ενώθηκαν και γίναν
κρύσταλλο μουσικό
Για μια στιγμή -μόνο για μια στιγμή-
φαντάστηκα πως όλα δέναν μεταξύ τους
πως είχαν κάποιο νόημα
πως θα ’βρισκα το μυστικό τους
Πάνω σ’ αυτό πήρε να σκοτεινιάζει
θαμπώσανε τα χρώματα
και κάποιος πήρε να φωνάζει
με μια τρομαχτική φωνή
κλονίστηκε η πορεία
σκόρπισαν οι ψυχές σαν τα πουλιά
κι ο κόσμος έγινε ξανά παράταιρα κομμάτια

LA PROCESIÓN

Me quedo aquí juntando trozos inconexos

En mi desesperanza
tomo el camino hacia la colina
desde donde divisé por vez primera la procesión
La veo ante mí como si fuese ayer
Partía de inmensas profundidades
y avanzaba despacio en la triste luz
una procesión de hombres y almas
Y de pronto
como si alguien hubiese dado la señal
los colores se iluminaron y se ataron a la música
y la tierra apareció como parte del cielo
todo quedó unido y se volvió
cristal musical
Por un instante -sólo por un instante-
Imaginé que todo estaba atado entre sí
que tenía cierto sentido
que encontraría su secreto
Sobre todo eso empezó a oscurecer
se enturbiaron los colores
y alguien se puso a gritar
con una voz terrible
se terminó la marcha
las almas se esparcieron como las aves
y el mundo se volvió otra vez trozos desemparejados