Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ (STAVROS ZAFIRIU) -6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (6 POEMAS)





Νεοελληνική ποίηση της γενιάς του ’80
(Poesía neogriega de la generación de los ’80)


ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ
(STAVROS ZAFIRIU)

Μετάφραση Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)

Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, μία νουβέλα και τέσσερα παραμύθια. Έχει επίσης δημοσιεύσει κριτικά κείμενα και παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε όλες τις ανθολογίες Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο και τις τέχνες «Ο Αναγνώστης» για το βιβλίο του «Προς τα Πού».

El poeta Stavros Zafiriu nació en Tesalónica el 1958 donde vive.Hasta hoy ha publicado trece colecciones de poemas una novela y cuatro libros de literatura infantil. Ha publicado textos de crítica literaria y presentaciones de libros literarios en revistas de literatura y poesía. Ha ganado el año 2013 el premio de la revista digital El Lector y ha sido dos veces finalista para el Premio Nacional de Poesía.


ΔΟΝ ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΝΤΣΑ Ο ΙΠΠΟΚΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Να ’μαι και πάλι τώρα εδώ
Πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας
Μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
Κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι
Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
Και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
Έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω
Ήσυχος του ύπνου το μανδύα τυλιγόμουν
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
Απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας
Ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
Κι όπως κουτσά-στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
Της σκευωρίας βρήκα την κλωστή
Τα μυστικά τους πάρε-δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
Πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας

Πολλοί εξ αρχής με είχαν συμβουλέψει
Μη βγεις στο δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες
Μ’ αρχοντοπούλες μου είχε τάξει και οφίτσια
Έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
Μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
Στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα
Έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
Που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα
Ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς
Ειρηνικός ακόλουθος του Ιδάλγου
Ένας αγροίκος κουτοπόνηρος χωριάτης
Που σε όλα πίστεψε και αμφέβαλλε για όλα
Ο πάντα δεύτερος σ’ αυτήν την κωμωδία
Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
Και δεν ελπίζω σε τίποτα πια
Διόλου δε θλίβομαι
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω
Πέρα απ’ το χρόνο σμίγω με το χρόνο
Μένω της μάνας μου ο γιος
Μένω ο Σάντσο

Αυτός που είμαι εγώ

DON SANCHO PANZA DE LA MANCHAEL ESCUDERO DE LA POBRE FIGURA

Heme aquí ahora otra vez
Sobre los lugares de la pobre geografía
Puesto que, como dicen, todo es presente
Y lo que fue una vez es todavía
Mirando la llama dentro de la luz
Y dentro del resplandor el incendio

Tenía el deber como cristiano antiguo
De creer en las obras y las palabras de los señores
Tranquilo me envolvía en la capa del sueño
En mis ensoñaciones corrían aguas
De los manantiales de Aragón
Ni siquiera hechizos de magos legendarios

Cayó al azar en mis manos el fascículo
Y como sacaba a pasear las palabras así así
Encontré la hebra de la intriga
Ignoro sus secretos negocios, pero ahora sé
Que los dos tras pisotear mi espalda fueron glorificados

Muchos me habían aconsejado desde un principio
No salgas al camino con el loco, te cargarás de estorbos
Me había prometido títulos con hijas de padres ricos
Así cabalgué sobre mi gris acémila
Esperando un cambio honroso

Sin embargo, Don Quijote se burló de mí
Abandonándome a la pluma del manco
Enloquecí como presa fácil de empresas risibles
Que ellos mismos maquinaron contra mí
Yo era el perro mendigo del Carnaval

Era el que quedaba nombrado secamente
Sancho Panza, el barrigudo ambulante
Paciente acompañante del Hidalgo
Un agricultor rapacero campesino
Que en todo creía y de todo dudaba
Siempre el segundo en esta comedia
Y si finalmente me mantuvieron en mi propio sitio
No espero ya en nada
No me siento triste en absoluto
Sé bien que la historia favorece a los poderosos
Ni quito ni añado
Más allá del tiempo me mezclo con el tiempo
Quedo como el hijo de mi madre
Me quedo como Sancho

El que soy

ΑΠΟ ΤΗΝ ΆΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Δεν έχω τίποτε να επισκεφτώ στο παρελθόν
γιατί όσα γνώριζα γίνανε πόλη,
και το καινούριο έχει τη θέση του κι αυτό
πλάι σου ότι αποσυντίθεται και φτιάχνεται πάλι.

«Με όλα, επίστρεψε», μίλησε ο γέρικος γάτος.
«Έχεις τον φόβο όπου δυο κάθετα μάτια
που άστραφταν στη στέγη του αχερώνα,
καίγοντας μέσα στη λάμψη τους το απατηλό της σιωπής·
την ψάθα που απλωνόταν στην αυλή με τις μολόχες
το καλοκαίρι·
Έχεις αυτό το ποδήλατο με τις τέσσερις ρόδες,
τους τοίχους του ορνιθώνα
κοκκινισμένους στην ψείρα».
Πως έσκαγαν όταν τους δώσαμε φωτιά μαζί με τον θείο:
τσπάτ! τσπάτ! μικρές εκρήξεις επιτόπιες,
κι η φλούδα ζάρωνε σ’ ένα μαύρο, ξερό κεφάλι καρφίτσας.

Όμως εκεί, στο τέρμα της οδού Μοναστηρίου,
δεν είχε τίποτε από φως.
Μόνο αμαξάδες που φόρτωναν βράδυ το γάλα,
ταξιδεμένους σιδηροδρομικούς
και τα μικρά αγόρια που ζυγώνανε
την ταπεινή τους πατριδογνωσία.

Και η ζωή δενόταν στην απόσταση ενός σπάγκου
ανάμεσα στον κόμπο του αφαλού
και στον κόμπο του μαντιλιού στο κεφάλι.

DE LO INMUTABLE DE LOS DÍAS

No tengo nada que pensar en el pasado
porque cuanto conocí se convirtió en ciudad
y lo nuevo tiene también su lugar
a tu lado, lo que se descompone y se vuelve a crear otra vez.

“A pesar de todo, regresa”, dijo el viejo gato.
“Tienes el miedo donde dos ojos verticales
que brillaban en el techo del pajar,
incendiando en su resplandor lo engañoso del silencio;
la paja que se extendía en el patio con las malvas
del verano.
Tienes esa bicicleta de cuatro ruedas,
las paredes del gallinero
enrojecidas de piojos”.
Cómo reventaban cuando les prendíamos fuego con el tío:
¡paf! ¡paf! pequeñas explosiones locales,
y el caparazón se arrugaba en una negra, seca cabeza de alfiler.

Sin embargo, allí, al final de la calle Monastirio,
no había nada de luz.
Sólo cocheros que cargaban leche por la noche,
viajeros de ferrocarril
y jóvenes muchachos que se acercaban
a su humilde conocimiento patrio.

Y la vida se ataba a la distancia de una guita
entre el nudo del ombligo
y el nudo del pañuelo en la cabeza.

ΑΝΑΠΑΥΣΙΜΟΝ

Σπίτια τελειώνουν και σπίτια θεμελιώνονται,
σχήματα άσων βρέθηκαν στον κόσμο,
κάμαρες μοιρασμένες για τα σώματα,
αφήνοντας στο διάβα τους πόρτες
ξεκλειδωμένες, ραδιόφωνα όπου έμαθαν
τον θάνατο του βασιλέως Παύλου,
λογαριασμούς για τ’ άλευρα
και την ταγή των ζώων,
ρούχα φθαρμένα, φορεμένα στη δουλειά,
και ρούχα κυριακάτικα, της βόλτας.
Σε τούτο το ανάκλιντρο έπλεκε η γιαγιά
-πια δεν υπάρχει·
φτιαξιά λιγνή, κιμπάρικη, που επίταξε
τα παιδικά μου χρόνια·
τερλίκια έπλεκε και με το τσιγκελάκι
μοτίφια ανατολίτικα, ολο περικοκλάδες,
με τα μισά ελληνικά, «πλάσε» και «μπέντο μέσα»,
πάει να πει «μπρός, πλάγιασε,
μπες μέσα στο κρεβάτι»,
καθώς απόσβηνε το τελευταίο ξύλο
στα μασίνα και σκλήριζαν στη συστολή
του μαντεμιού τα τζάκια, σαν πανηγύρι
απόκοσμο παίρναν μορφές οι ήχοι·
ζάρωνα εκεί, μαρμάρινος,
μην και μ’ ανακαλύψουν.

Τίποτε δεν βοήθησε στο ήσυχό της τέλος·
«μη με αφήνεις μόνη μου πουλάκι μου,
μη φεύγεις»·
Εφυγα όμως κι έμεινε μονάχη της στα μαύρα,
με λυγισμένα γόνατα -αδύνατο να ισιώσουν-,
με το λευκό της σάβανο (το είχε
διαβασμένο στα Ιεροσόλυμα,
κάτω απ’ το φως της Παναγιάς),
κρατώντας ένα κόκκινο σκουπόξυλο,
μην πέσει.

Σ’ ένα σακούλι πλάι της ακούμπησαν
του γέρου της τα κόκαλα
-δεν το είδα.
Να βλέπονται άραγε οι νεκροί;
Ξέρω μονάχα
πως τα μεγάλα νύχια τους
χτενίζουν τα μαλλιά τους.

DESCANSO

Las casas se terminan y las casas se cimentan,
formas de ases se encontraron en el mundo,
habitaciones divididas para los cuerpos
dejando al paso puertas
que se abren con llaves, aparatos de radio por los que conocieron
la muerte del rey Pablo,
cuentas para la harina
y la comida de los animales,
ropas en mal estado, que se llevaban al trabajo,
y ropas de domingo, de paseo.
En ese sofá hacía punto la abuela
-ya no existe;
de cuerpo delgado, amable, ordenó
mis años infantiles;
hacía botitas y, con el croché,
tapetitos orientales, llenos de garrotillas,
con medio griego “tiende” y “adentro”,
que quería decir “adelante, acuéstate,
entra en la cama”,
cuando se apagaba el último leño
de la estufa y se endurecían por contracción
los calorcillos de la sartén, como una fiesta
de otro mundo tomaban forma los sonidos;
me acurrucaba allí, como si fuera de mármol,
para que no me descubriesen.

Nada ayudó a su final tranquilo;
“no me dejes sola, avecilla mía,
no te vayas”;
Sin embargo, me marchaba y se quedaba sola, de negro,
con las rodillas dobladas -imposible enderezarlas-
con su blanco sudario (lo tenía
leído en Jerusalén
bajo la luz de la Virgen)
sosteniendo un rojo palo de escoba
para que no se cayese.

En una bolsita, a su lado, pusieron
los huesos de su viejo
-no los vi.
¿Acaso ven los muertos?
Sé únicamente
que sus grandes uñas
peinan sus cabellos.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

«Θέλω να φύγω κάπου και να ξαναδιαβάσω Προυστ»
Είπε ένας εκδότης του Φόρτσιουν σ' έναν άνθρωπο του Τάιμ

Γουέλντον Κιζ

Του μίλησε για τον Ηράκλειτο
και για την Μπαγκαβάτ Γκιτά.
Του μίλησε για τον Οντίν και τον Μπαλντούρ
τους θεούς του βορρά.
Του μίλησε για το πνεύμα του δάσους
και τον χορό των Μαγισσών μες στη φωτιά.

Ο άλλος άκουγε κουνώντας το κεφάλι.
Απ’ όλα αυτά, στο τέλος είπε,
τίποτα δεν υπάρχει.
Ούτε θεοί ούτε δαίμονες
ούτε ο Αρζούνα ο Ινδός πολεμιστής.
Αν κάτι υπήρχε
θα μας το είχε δείξει η τηλεόραση.

DIÁLOGO

“Quiero irme a algún sitio y releer a Proust”
dijo un editor de Fortune a un hombre del Time.
Gueldon Kis

Le habló de Heráclito
y de Bhagavad-Guitá.
Le habló de Odín y de Baldur,
dioses del norte.
Le habló del espíritu del bosque
y de la danza de las Brujas entre las llamas.

El otro escuchaba moviendo la cabeza.
De todo eso, dijo al final,
nada existe.
Ni dioses ni demonios
ni Áryuna, el guerrero indo.
Y si algo existió
nos lo hubiera mostrado la televisión.

ΝΕΡΩΝ ΠΥΡΟΜΕΝΟΣ

Έλα ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα
Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω
Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο
Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με
Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ

Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω
Της λύρας της επτάχορδης
Και του αρχιλόχειου μέτρου

Να λάμψει ο στίχος ο καλός
Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο
Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών
Και παρελθόν κακό με καταδιώκει
Μα είναι η τέχνη που
Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει

Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει
Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν
Κόλακες κι ανόητοι με πνίγουν
Το πολλαπλό μου είδωλο
Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω

Ομολογώ το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα
Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά
Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου

Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα
Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα
Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή
Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του

Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί
Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου
Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως
Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο

Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού
Γλυκός θα ’ναι και άπειρος ο αέρας

NERÓN INCENDIARIO

Ven llama dulce de beber, festeja ahora
Esa ciudad efímera, te dono un sacrificio
Esperando en lo duradero y eterno
Aliméntate y elévate y déja
Que me quede hipnotizado en el centro de tu llama

Que sienta la mortal apoteosis
De la lira de siete cuerdas
Y del metro de Arquíloco

Que resplandezca el buen verso
Y que mi blasfemia se eleve en el tiempo
Nunca tuve necesidad de los dioses
Y un mal pasado me persigue
Pero es mi arte la que,
Como conciencia, ilumina mi soledad.

Veo cerrarse a mi alrededor el círculo
Senadores y caballeros conspiran
Aduladores y estúpidos me ahogan
Mi figura multiplicada
Hago pasear en la protección de los espejos

Confieso que no vigilé la autoridad de Augusto
De otra forma algo buscaba, a pie, en el ágora
Con ropajes de liberto comerciante

Algo buscaba en las tabernas con mujeres venales
Sin embargo pesa sobre mí la púrpura
Y la angustia en la escena del teatro
Aclaman a César o a su canción

Esta noche es la llama la que me consuela
Alas de fuego caldean mi corazón
En esta orilla, deslumbrado, mido la luz
Detengo el tiempo hasta la muerte

Y si queda la negra ceniza del ataúd
Dulce será, e infinito, el aire.

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ

Εδώ που είμαι θα μείνω/
Να ζωγραφίσω την ευτυχία/
Ένα ζευγάρι κάλτσες/
Την άγια οικογένεια/
Ανάμεσα στην κλείδωση και τον καρπό/
Μισός πλαστικός μισός βαμβάκι/
Διαρκώς εδώ/
Στα κατάλοιπα των ονείρων/
Με τέσσερις εποχές βουτηγμένες στη λάσπη/
Ανάμεσα στο τρία και το επτά/
Να θυμάμαι τα παραγγέλματα των βολών/
Ανάμεσα στην κάννη και το στόχο/
Να κρατώ με ασφάλεια/
Τα στολίδια της τέχνης/
Το γλυκό φτάρνισμα/
Της συναχωμένης γενιάς μου/
Διαρκώς διαρκώς/
Μισός δέντρο μισός αναψυκτικό/
Με την ωραία κοιμωμένη στο πλάι μου/
Στη σύντομη λάμψη του οργασμού της/
Ανάμεσα στον ενεστώτα και τον αόριστο/
Ν’ απορρίπτω την αθανασία της αλήθειας/
Να θλίβομαι/
Με την ειρήνη του κόσμου/
Ανάμεσα στο γιατί και το διότι/
Ν’ απλώνω το χέρι ζητιανεύοντας/
Τα ιερά μυστικά σας/
Μισός λεπτοδείκτης μισός καλώδιο/
Μισός/
Εν τέλει θα μείνω εδώ ευλογώντας/
Έτσι κι αλλιώς άλλοι πληρώνουν/

A LA LUZ DE LA QUINTA AVENIDA

Aquí donde estoy me quedaré/
Pintando la felicidad/
Un par de medias/
La santa familia/
Entre la articulación y el fruto/
Medio plástico medio algodón/
Continuamente aquí/
En los restos de los sueños/
Con cuatro épocas hundidas en el fango/
Entre el tres y el siete/
Recordando las órdenes de las balas/
Entre la caña del fusil y la diana/
Sosteniendo con firmeza/
Los adornos del arte/
El dulce estornudo/
De mi generación resfriada/
Continuamente continuamente/
Mitad árbol mitad refresco/
Con la hermosa dormida a mi lado/
En el breve resplandor de su orgasmo/
Entre el presente y el aoristo/
Desechando la inmortalidad de la verdad/
Entristeciéndome/
Con la paz del mundo/
Entre el por qué y el porque/
Extendiendo mi mano mendigando/
Vuestros sagrados secretos/
Medio minutero medio cable/
Medio/
Al final me quedaré aquí /
Así o de otra forma otros pagan/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου