Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

HENRY ALEXANDER GÓMEZ -3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (3 POEMAS) -Κολομβιανή ποίηση (Poesía colombiana)



[<ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΡΑΤΩ, ΤΕΥΧΟΣ 3, ΣΕΛ. 41-59, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΩΜΗ]

Κολομβιανή ποίηση
(Poesía colombiana)

HENRY ALEXANDER GÓMEZ
(Bogotá, 1982)

Μετάφραση: Μαρία Καλουπτσή
(Traducción: Μaria Kaluptsi)

Magister en Creación Literaria de la Universidad Central y Licenciado en Ciencias Sociales de la Universidad Distrital Francisco José de Caldas. Es director del Festival de Literatura “Ojo en la tinta”. Ha recibido el Premio Nacional de Poesía Universidad Externado de Colombia, el Premio Nacional Casa de Poesía Silva y el Premio Internacional de Poesía José Verón Gormaz de España por el libro Tratado del alba (2016).Publicó además los libros Memorial del árbol (2013), premiado en el IV Concurso Nacional de Poesía Obra Inédita, Diabolus in música (2014) Premio Nacional de Poesía Ciro Mendía y las antologías Teoría de la gravedad (2014), publicado en Quito, Ecuador y El humo de la noche rodea mi casa (2017) Colección “Un libro por centavos”, Universidad Externando de Colombia. Hace parte del comité editorial de la Revista Latinoamericana de Poesía La Raíz Invertida (www.laraizinvertida.com) y es docente del Pregrado de Creación Literaria de la Universidad Central.

Ένρι Αλεξάντερ Γκόμες (Μπογκοτά, 1982). Μάστερ στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο Central και Πτυχίο στις Κοινωνικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Distrital Francisco José de Caldas. Είναι διευθυντής του Φεστιβάλ Λογοτεχνίας «Ojo en la tinta». Έχει λάβει το Εθνικό Βραβείο Ποίησης από το Πανεπιστήμιο Externado της Κολομβίας, το Εθνικό Βραβείο Casa de Poesía Silva και το Διεθνές Βραβείο Ποίησης José Verón Gormaz de España για το βιβλίο Tratado del alba (2016). Έχει εκδώσει ακόμη τα βιβλία Memorial del árbol (2013), για το οποίο του απέμειναν βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Έργου στον 4o Εθνικό Διαγωνισμό Ποίησης, Diabolus inmúsica (2014) Εθνικό Βραβείο Ποίησης Ciro Mendía και τις ανθολογίες Teoría de la gravedad (2014), που εκδόθηκε στο Κίτο του Εκουαδόρ, και  El humo de la noche rodea mi casa από τη συλλογή «Un libro por centavos» στο Πανεπιστήμιο Externado Κολομβίας. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του Λατινοαμερικάνικου Περιοδικού Ποίησης La Raíz Invertida και διδάσκει στο Προπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Central.

ΠΑΡΑΒΟΛΗ  ΤΟΥ  ΠΑΤΕΡΑ

Ο πατέρας πάντα μπλέκεται στις πιο
παράξενες υποθέσεις.
Σ’ ένα βουβό διάλογο με τη ζωή,
σε μιαν ατέρμονη περιπλάνηση
στην απαγορευμένη τάξη πραγμάτων,
έφτιαξε απ’ την αποτυχία του
το προσωπικό του στίγμα,
έναν τεράστιο βράχο από αέρα για να σπρώχνει στην ανηφόρα.


Μια μέρα αγόρασε μιαν ανέμη για να γνέθει τα σύννεφα.
Έλεγε πως μπορούσε άνετα ν’ ανοίξει στην πλατεία
ένα ουράνιο μαγαζάκι για να παρακινήσει τους υφαντουργούς.
Περνούσε ώρες χτυπώντας το πετάλι,
κλώθοντας τη μέρα,
τυλίγοντας σε κουβάρι το μαλλί.
Από κει ύφανε όλη την ακτή τ’ ουρανού
χωρίς να πάρει ούτε φράγκο.

Κάποια άλλη μέρα
μπήκε σ’ ένα παλιό αμάξι
για ν’ αποφύγει τη μοναξιά των δρόμων.
Μ’ αυτό θα προσπερνούσε τα εργοστάσια και τους καπνούς τους,
τις κρυφές σελίδες των μεγάλων βουνών,
μέχρι να φτάσει στην Αβάνα
ή στη Νέα Υόρκη.
Αλλά τη νύχτα το παράτησε πεταμένο σε μια γωνιά του δρόμου,
προσπαθώντας να επισκευάσει τον παμπάλαιο σκουριασμένο κινητήρα.

Με περίεργες ασχολίες καταπιάνεται ο πατέρας μου,
καλλιέργησε τα όνειρα όσων κυματίζουν τις σημαίες,
συναλλάχτηκε με τη λήθη,
ζύμωσε το ψωμί
για τον επιθεωρητή της τηγανητής πατάτας,
έγραψε γράμματα αποχαιρετισμού για νοικοκυρές,
μέχρι που έξυσε τις μύτες των μολυβιών στυγνών γραφειοκρατών
στο δικαστήριο μιας χώρας
που δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη.

Σήμερα καταλαβαίνω πως ο πατέρας μου
είναι ένας ποιητής με τον τρόπο του,
συσσωρεύει την αποτυχία
όπως κάποιος που φυλάει
ξεχασμένες λέξεις στο πορτοφόλι του.

Χωρίς να το ξέρει, ο πατέρας,
με κάθε μάταιη ασχολία,
μου καθορίζει την ευγενή λειτουργία μου στον κόσμο:
την ασχολία της καταγραφής,
κάθε στιγμή,
της τέχνης της απώλειας.

PARÁBOLA DEL PADRE

Padre siempre se sumerge en las más
extrañas empresas.
En un diálogo mudo con la vida,
en una incesante errancia
por el orden prohibido de las cosas,
hizo de la derrota
su sello personal,
una enorme roca de aire para empujar cuesta arriba.  

Un día compró una rueca de hilar nubes.
Decía que en la plaza bien podría abrir
un negocio celeste para achispar acontistas.
Pasaba horas golpeando el pedal,
hilando el día,
ovillando la lana.
Desde allí urdió toda la orilla del cielo
sin conseguir una sola moneda.

Otro día
se hizo a un viejo auto
para sortear la soledad de los caminos.
Con él cruzaría las fábricas del humo,
las páginas secretas de las grandes montañas,
hasta llegar a La Habana
o Nueva York.
Pero la noche lo dejó tirado a un lado de la carretera,
reparando el veterano motor oxidado.

Raras tareas emprende mi padre,
cultivó los sueños de los ondeadores de banderas,
comerció con olvidos,
amasó el pan
para el inspector de patatas fritas,
escribió cartas de despedida para amas de casa,
hasta afiló los lápices de tercos burócratas
en una corte de un país
que no aparece en ningún mapa.

Hoy comprendo que mi padre
es un poeta a su manera,
atesora la derrota
como quien guarda
palabras perdidas en la billetera.

Sin saberlo, padre,
con cada inútil negocio,
me ordena mi noble función en el mundo:
el oficio de escribir,
a cada instante,
el arte de la pérdida.


ΚΟΤΕΣ                                                                                    

Στον Φελίπε Γκαρσία Κιντέρο

Τα πρωινά,
αργόσυρτες στιγμές μου αποκαλύψαν,
το παιχνίδι των φτερών τους,
το κακάρισμα του κόσμου μέσα από
μια έντιμη ηλιθιότητα.

Ο ιδιόμορφος χορός τους
μου μίλησε για μια γενεαλογία χαμένη,
την μόνιμη πρόθεσή τους να είναι θολός αέρας.

Κατάλαβα τότε, την δύσκολη δουλειά
του να σπάσουν
τα δεσμά του αέρα,
την μουσική όμοια με το ανασκάλεμα της γης.

Είναι αλήθεια πως στις κότες
η μέρα βρήκε τον άξονά της,
τον ομφάλιο λώρο
όπου στηρίζει το φως.

Όπως κι αυτές, υπογράφω την χαρά
του να είναι κανείς αδύναμο πουλί.

GALLINAS

A Felipe García Quintero

En las mañanas,
largos instantes me revelaron
el juego de su pluma,
el cacareo del mundo desde
una noble idiotez.

Su peculiar danza
me habló de un linaje perdido,
la firme intención de ser viento borrado. 

Entendí, entonces, la difícil tarea
de romper
con las ataduras del aire,
la música cercana de escarbar en la tierra.

Es verdad que en las gallinas
el día ha encontrado su eje, 
el cordón umbilical
en el que sostiene la luz.

Al igual que ellas, escribo la dicha
de ser pájaro caído.

ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΑΓΕΛΑΔΑΣ Ο ΑΓΕΡΑΣ ΑΝΑΣΤΑΤΟΣ ΣΑΝ ΕΝΑ ΑΦΡΙΣΜΕΝΟ ΣΑΒΑΝΟ

Συνέβαινε τα πρωινά και τ’ απογεύματα. Είχα τη συνήθεια να συνοδεύω την γιαγιά μου την Άννα όταν έπαιρνε και έφερνε τις αγελάδες, από το στάβλο στον αγρό και από τον αγρό στο στάβλο.

Προχωρούσαμε καταμεσής του χωριού σαλαγώντας τις αγελάδες
που μοιάζανε με χοντρά δάχτυλα του Θεού.

Εγώ στα πέντε μου χρόνια και το κλαδί ενός δέντρου για καμουτσίκι.

Ο ήλιος σκαρφάλωνε απ’ τις γαλάζιες κηλίδες των αγελάδων και στο αδέξιο βήμα τους μια άγνωστη πνοή παγίδευε τις συλλαβές του ονείρου.

Οι πέτρες, οι κορυφές των δέντρων, μια χούφτα μαδέρια και οι φράχτες.

Να τις βλέπεις να βοσκούν ήταν σαν να ανασαίνεις βαθιά όλη την υπομονή στον αέρα, σαν να βυθίζεις ένα φεγγάρι σ’ ένα σωρό από χορτάρι.

Και στα μάτια των αγελάδων ένα κενό φωτός, ένα αργό μυστήριο να πάλλεται σκορπώντας στάχτες στην ήρεμη καρδιά της νύχτας.

Τα πέντε μου χρόνια, η γιαγιά Άννα και οι μύγες ν’ ανοίγουν χαραγματιές στις πρώτες σκιές του δειλινού.

Και τότε η αγελάδα Γκολονδρίνα έπεσε μπρούμυτα στο ποτάμι.
Η σαγήνη του νερού την κύκλωσε σαν ένα σχοινί που τραβούσε τη σάρκα της σ’ έναν ρυθμό εκτός χρόνου.

Έπρεπε να δεις τη χαρά της καθώς γλιστρούσε ανάμεσα στα σχήματα του χειμάρρου. Μούγκριζε και η φωνή της ένα ταμπούρλο που μου ‘φραζε το λαιμό. Ένα απολίθωμα γεννημένο στα πιο μύχια βάθη των ήχων του κόσμου.

Γλιστρούσε  η αγελάδα στο ποτάμι και η γιαγιά μου την ακολουθούσε απ’ την ακτή, μέσα από τ’ απέραντα υγρά βοσκοτόπια, φωνάζοντας απελπισμένα το ζωντανό της. Προσοχή να μην πνιγεί η τρελοαγελάδα.

Τα πέντε μου χρόνια να σαλαγούν το τρελό όνειρο της γιαγιάς Άννας. Στην ράχη της αγελάδας ο αγέρας ανάστατος σαν ένα αφρισμένο σάβανο.

Θα έρθει ο καιρός και για κείνο. Το ποτάμι να παρασύρει υγρούς σκελετούς φύλλων και άχρηστα χορτάρια, παίρνοντας μαζί του τα πέντε μου χρόνια και τα αόρατα φτερά της αγελάδας Γκολονδρίνα, σε μια ιεροτελεστία από στόματα ανοιχτά στην άκρη του πουθενά. Έπλεε τώρα μαγεμένο το σούρουπο σ’ ένα αεράκι από νεκρά ψάρια.

Λένε πως οι αγελάδες
μοιάζουν με τα όνειρα των δυστυχισμένων ανθρώπων, δεν σταματούν να αναμασούν την μοναξιά τους σε οποιοδήποτε ξεχαρβαλωμένο μπαλκόνι της ζωής. Στο αύριο
ή στο χθες, ανθίζει η βαριά νύχτα.

Στην ακτή, πάνω στη λεία πέτρα, αγκομαχά ακόμα η αγελάδα Γκολονδρίνα καταπίνοντας χαραμάδες φωτός. Μουγκρίζει όσο ακόμα μπορεί.

EN EL LOMO DE LA VACA EL VIENTO REVUELTO EN UN SUDARIO DE ESPUMAS

Eran las mañanas y las tardes. Solía acompañar a mi abuela Ana
a llevar y traer las vacas, del establo al potrero y del potrero al establo.

Íbamos por la mitad del pueblo arreando las vacas
que eran como dedos gordos de Dios.

Yo y mis cinco años y la rama de un árbol haciendo de fusta.

El sol trepaba por las manchas azules de las vacas y en su paso torpe
un aliento desconocido empozaba la sílaba del sueño.

Las piedras, las crestas de los árboles, un puñado de maderos y sus cercas.

Verlas pastar era echar boca adentro toda la paciencia del aire,
como hundir una luna en un enredo de hierba.

Y en los ojos de las vacas un vacío de luz, un misterio lerdo que latía en cenizas
sobre el corazón lento del día.

Mis cinco años, mi abuela Ana y las moscas abriendo huecos
en las primeras sombras de la tarde.

Entonces la vaca Golondrina se fue de bruces al río.
El hechizo del agua le llegó como una soga que halaba su carne
en una cadencia sin tiempo.

Era de ver su júbilo corriendo entre las formas del torrente.  Mugía y su voz era un tambor que trenzaba mi garganta. Un fósil nacido en lo más hondo de la vocal del mundo.

Corría la vaca por el río y mi abuela la seguía desde la orilla,
entre los pastos largos y mojados,
llamando desesperadamente su bovino. Cuidado de no ahogarse la vaca loca.

Mis cinco años arreando el sueño de loco de mi abuela Ana. En el lomo de la vaca el viento revuelto en un sudario de espumas.

Hará tiempo de aquello. El río arrastrando esqueletos húmedos de hojas y trastos vegetales, llevándose consigo mis cinco años y las alas invisibles de la vaca Golondrina,
en una ceremonia de bocas abiertas a los muslos de la nada.
Navegaba ahora hechizado el ocaso en una brisa de peces muertos.

Dicen que las vacas
se parecen a los sueños de los hombres tristes, no dejan de rumiar su soledad
en cualquier balcón desvencijado de la vida. En el mañana
o en el ayer, es floración la noche cerrada.

A la orilla, sobre la piedra molida, boquea todavía la vaca Golondrina
tragando tajos de luz. Muge mientras puede.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου