Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

CARMELO SÀNCHEZ MUROS-4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (4 POEMAS)



Ισπανική ποίηση της γενιάς του ’70
(Poesía española de la generación de los ’70)

CARMELO SÀNCHEZ MUROS
(Granada, 1941)

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης 
(Traducción: Stelios Karayanis)

Nacido en Granada en 1941, fue uno de los poetas más significativos en el despegue de la poesía granadina en los años 70. Su libro primero, Docepoemas de caza mayor y una elegía, constituyó un acontecimiento literario, al tiempo de concitar el mayor interés sobre su obra; fue el primer premio Federico García Lorca, concedido por la Universidad de Granada, en 1970. Está presente en significativas antologías, y ha sido traducido a diversas lenguas, especialmente la griega. También ha sido colaborador de revistas literarias con prestigio ya histórico, como la malagueña Litoral, las granadinas Poesía 70 y Tragaluz o la cordobesa Antorcha de Paja, y en la actualidad, Entre Ríos o Musa Ebria.
.
Γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1941 όπου και ζει. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της πρόσφατης ανδαλουσιανής ποίησης. Τιμήθηκε με το βραβείο Federico García Lorca το 1970. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες, δημοσιεύτηκαν στα σημαντικότερα περιοδικά και συμπεριλήφθηκαν σε διάφορες ανθολογίες. Δημοσίευσε επίσης πεζά κείμενα.

EL TIEMPO PASA

Rómpeme los huesos con tu abrazo.
Trepa por mi cuerpo como hiedra.
Sacia mi boca de palabras no dichas.
Susúrrame al oído el silencio que grita
cuando no estás, o vuelves y te callas.
Utiliza mi ojo, traspasando el cristal,
y explora el otro mundo
que la pupila invierte.
Repta en mi piel, como áspid faraónico,
que concede la muerte después de la caricia.
Dame tu lengua
donde celan los pájaros que cantan a la noche
cuando, errante, te nombro.
Ven. Vuelve otra vez a mí.
Llega hasta mi memoria
y fíjame la imagen áurea de tu cuerpo.
Alzo mi oculta copa
y brindo a la deriva por tu suerte y mi suerte.
Suerte que el tiempo aventa
al paso del destino,
que guía nuestras vidas con látigo implacable.
Pasan los días casi sin darnos cuenta.
El tiempo se sucede.
Yo, envejezco.

ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ

Σπάσε μου τα κόκαλα με το αγκάλιασμά σου.
Σκαρφάλωσε στο κορμί μου σαν κισσός.
Δρόσισε το στόμα μου με λέξεις ανείπωτες.
Ψιθύρισέ μου στ’ αυτί τη σιωπή που κραυγάζει
όταν λείπεις, ή όταν επιστρέφεις και σιωπάς.
Χρησιμοποίησε το μάτι μου, διαπερνώντας το τζάμι,
κι εξερεύνησε τον άλλον κόσμο
που η κόρη του ματιού αντιστρέφει.
Γλίστρησε στο δέρμα μου, σαν φαραωνική έχιδνα,
που χαρίζει το θάνατο ύστερα απ’ το χάδι.
Δώσε μου τη γλώσσα σου
όπου φωλιάζουν τα πουλιά που τραγουδούν τη νύχτα
όταν, περιπλανώμενος, σε προσφωνώ. 
Έλα. Ξαναγύρισε σε μένα.
Φτάσε ως τη μνήμη μου
και καθόρισέ μου τη χρυσαφένια εικόνα του κορμιού σου.
Υψώνω το κρυφό ποτήρι μου, παρασύρομαι
και πίνω στην υγεία της τύχης σου και της τύχης μου.
Τύχη που ο χρόνος ανεμίζει
με το πέρασμα της μοίρας,
που κατευθύνει τις ζωές μας με αμείλικτο μαστίγιο.
Περνάν οι μέρες σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Ο χρόνος περνά.
Εγώ, γερνάω.


SIN TÍTULO

Buscas amor
debajo de las piedras,
mas sólo encuentras
furtivos alacranes.
A tu señuelo
ni la rapaz se acerca.
Huyen las alimañas
si aparece en escena
el personaje
que te habita y no eres.
Mendigas ya
el amor que te falta
y que, en errantes sueños,
te excita y abandona.
Cuando la luz del alba
te baña en la carencia
y de tu carne irradia
el ansia luminosa,
buscas el cuerpo
en otro cuerpo ausente
y el vacío te confirma,
del amor, tu destierro.

ΑΤΙΤΛΟ

Ψάχνεις τον έρωτα
κάτω απ’ τις πέτρες,
αλλά το μόνο που βρίσκεις
είναι κρυμμένοι σκορπιοί.
Στο δόλωμά σου
ούτε το αρπακτικό δεν πλησιάζει.
Τρέπονται σε φυγή τα τρωκτικά
εάν επί σκηνής φανεί
ο χαρακτήρας
που σε ορίζει και που δεν είσαι.

Επαιτείς πια
τον έρωτα που σου λείπει
και που, μέσα σε φευγαλέα όνειρα,
σ’ ερεθίζει και σ’ εγκαταλείπει.
Όταν το φως της χαραυγής
στη στέρηση σε λούζει
κι απ’ τη σάρκα σου ακτινοβολεί
το πάθος όλο λάμψη,
ψάχνεις το κορμί
σ’ άλλο απόν κορμί
και το κενό του έρωτα
σου επιβεβαιώνει
την εξορία σου.

SIN TÍTULO (II)

Una mínima inflexión de tu voz
abre tu boca
y me revela:
que estás bebiendo
más que de costumbre;
que haces literatura de la droga;
que las cosas se pudren
lejos de donde deberían estar,
porque no están donde estaban
y donde estaban, ya no están.
Que te olvidas de mí
serenamente,
mientras que gime el pájaro
enterrado en los sótanos.
Que yo no puedo andar
y tú no paras
de bailar y bailar,
enredando en tus manos
en las cuerdas del viento.
No sé qué pasa,
pero este puzzle sideral
no encaja.
¡Antes era la luz
la que mecía la casa!

ΑΤΙΤΛΟ (ΙΙ)

Με μια ανεπαίσθητη αλλαγή της φωνής σου
ανοίγει το στόμα σου
και μου αποκαλύπτει:
ότι έχεις πιει
πέρα απ’ το συνηθισμένο·
και ότι γράφεις λογοτεχνία της ντρόγκας·
ότι τα πράγματα αποσυντίθενται
μακριά από κει που θα έπρεπε να είναι,
επειδή δεν είναι εκεί που ήταν
κι εκεί που ήταν, πια δεν είναι.
Ότι με ξεχνάς
ήρεμα,
ενώ θρηνεί το πουλί
θαμμένο στα υπόγεια.
Ότι εγώ δεν μπορώ να περπατήσω
κι εσύ δε σταματάς
να χορεύεις ξανά και ξανά,
πλέκοντας τα χέρια σου
στις χορδές του ανέμου.

Δεν ξέρω τι συμβαίνει,
αλλά αυτό το αστρικό παζλ
δεν συναρμόζεται.
Πριν ήταν το φως
που έσειε το σπίτι!

LUNA EN EL NILO

Baja la luna lenta
flotando sobre el Nilo.
Desciende como un labio
de ébano sediento
que deposita exangüe
el reflejo de Nubia.
Arrastra sedimentos
y garras de granito
en la crecida vena
caliente del desierto.
Fluyen las aguas calmas.
En su errante pupila
llevan el sorbo tibio
de las yuntas sagradas.
Se aleja el cauce lento:
hacia el Delta discurre.
Pasa como un lamento
bañado por la muerte.

ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΝΕΙΛΟ

Πέφτει η σελήνη αργά
πλέοντας πάνω απ’ το Νείλο.

Κατεβαίνει σαν ένα χείλος
από διψασμένο έβενο
που μόλις καθρεφτίζει
την αντανάκλαση της Νουβίας.

Την ιλύ παρασέρνει
και ψήγματα γρανίτη
στην διογκωμένη φλέβα
τη φλογισμένη της ερήμου.

Ήσυχα κυλάνε τα νερά.
Στην περιδίνησή τους
φέρουν τη ζεστή ρουφηξιά
των ιερών ζώων.

Αργά απομακρύνεται το ρεύμα:
προς το Δέλτα κυλάει.
Περνά σαν ένας θρήνος
στο θάνατο λουσμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου