2/08/2018

Στέλιος Καραγιάννης, Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων του Βαγγέλη Τασιόπουλου και το ερώτημα για την ποιότητα των αρωμάτων στην αγορά




[ΕΡΑΤΩ, ΤΕΥΧΟΣ 3, ΣΕΛ. 233-236]

Στην ποίηση της γενιάς του ’80, στην οποία εντάσσεται το έργο του Βαγγέλη Τασιόπουλου, οι βιωματικές εμπειρίες των πιο αυθεντικών ποιητών είναι πάντοτε τραυματικές, κάποτε τραγικές και η απόσυρση στον κόσμο των εσωτερικών δρώμενων του λυρικού εγώ συχνή και πάντοτε ανέλπιδη.
Η κατάρρευση των συλλογικών οραμάτων της δεκαετίας του ’70, που η γενιά της αμφισβήτησης είχε προδιαγράψει, είναι τώρα καθολική και οι απόπειρες των κριτικών να αντιπαραθέσουν στα συλλογικά οράματα της μέχρι τότε κοινωνικής ποίησης το ιδιωτικό όραμα έμειναν ανεπιτυχείς, αφού οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς μας εξακολουθούν και γράφουν κοινωνική ποίηση, στιγματίζοντας τις τάσεις απόσυρσης και ιδιώτευσης των ποιητών στον εσωτερικό τους «κήπο με τις αυταπάτες» (Ελύτης). Αυτό είναι εμφανές τόσο στην ποίηση του Σταύρου  Ζαφειρίου όσο και σ’ αυτήν του Βαγγέλη Τασιόπουλου.
Στις μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων ο Τασιόπουλος επανέρχεται δριμύτερος σε ένα από τα βασικότερα μοτίβα της μέχρι τώρα ποιητικής του παραγωγής, επαναφέροντας το θέμα της εκκάλυψης των καθημερινών ψευδών μιας κούφιας πραγματικότητας που ακτινογραφείται με μια περισσή ειρωνεία και με τη χρήση  μιας καδένας από εύστοχες μεταφορές.
O Τασιόπουλος στις προηγούμενες συλλογές του «αναδεικνύει το δράμα του σημερινού ανθρώπου που ενώ προσπαθεί να μη συμβιβαστεί με το χρόνο καταλήγει να μένει μετέωρος ή εκτός χρόνου, να κάνει εσφαλμένη εκκίνηση, να διστάζει ή να αργοπορεί».
Ο Τασιόπουλος ως βιωματικός ποιητής δίνει ιδιαίτερη σημασία, όπως και άλλοι ποιητές της γενιάς μας, στη νοσταλγία και στις επιστροφές στην παιδική ηλικία, άλλοτε ερμηνεύοντας το παρόν με υλικά του παρελθόντος, κι άλλοτε ανατρέχοντας στα μαγικά τοπία της παιδικής ηλικίας, αναζητώντας τις γέφυρες του παρελθόντος που συνδέουν αυτή την Εδέμ με τα άγονα τοπία και τις ματαιότητες της καθημερινής  μας ζωής.

ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΥΧΡΗΣΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Εύκολα λες ειδήσεις για τα πράγματα                                                                    
μιλάς για την ποιότητα των υλικών                                                                                      
τις επιστρώσεις του μετάλλου                                                                                         
το άχρηστο μέρος των αισθήσεων.                                                                                             
Η αδεξιότητά σου φυσικά περιορίζεται                                                                        
σε κάθε απόπειρα του νου να φανταστεί                                                                             
και μένει αξόδευτη                                                                                                      
ώσπου να τρέξουν τα φουγάρα μαύρη λάσπη                                                              
κι οι εορτοφόροι αθίγγανοι                                                                                                    
να υποψιαστούν της ιστορίας το τέλος.
Έτσι λοιπόν
τις μέρες που ξεχνούσανε τα σύννεφα                                                        
οι σαλτιμπάγκοι άρπαζαν τα σκοινιά
κι ασκούνταν στη σιωπή   
ανέβαιναν τις κλίμακες της μουσικής                                                                                                     
με τις μπαλάντες τους                                                         
αντάλλασσαν οιμωγές και χάχανα ενίοτε.                                                                    
Το πλήθος τους επευφημούσε -πόσο κοντά
η χαρά κι ο θάνατος-                      
όσα σκαρφίζονταν παράτολμα για λίγη δόξα.                                                                  
Ύστερα τρύπωναν στα σπίτια τους                                                                      
έπαιρναν θέση στο τραπέζι και πριν αρχίσει καν η προσευχή αποκαλύπτονταν.                                                                                              
Ρουφούσαν το κρασί των θεατών τους                                                                      
κατασπάραζαν τα πλούσια ελέη τους                                                                  
μοιράζονταν τον πλούτο τους για λίγο κίνδυνο.                                          
Ικανοποίηση πουλούσαν ακριβά
στο αποτρόπαιο μέλλον τους                                           
με βασκανίες και θαύματα
κέρδιζαν το ψωμί τους.                                         
Ήξεραν πια οι προμηθευτές                                                                                                
πως ό,τι ζητήσουν θες από φόβο                                                                                      
θες από ντροπή θα τους το δώσουν.                                                                   
Θλιμμένοι αστακοί οι ονειροβάτες
δόξαζαν πάντοτε την ευτυχία της στιγμής,
κυρίως για τους άλλους,            
εφόδιό τους η ηδονή                                                                                                     
σε ό,τι αντίκειται στη φύση των πραγμάτων.


Στο πεζό ποίημα Οι παλιές φωτογραφίες ο Τασιόπουλος επιστρέφει, όπως άλλωστε το έχει κάνει και σε προηγούμενα βιβλία του, στο γνώριμο εχθρικό μετεμφυλιακό τοπίο με τους «μελανοχίτωνες αγγέλους», υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν τελειώσαμε με το κοινωνικό ιστορικό μας παρελθόν, ότι αυτό είναι εξακολουθητικά παρόν και μας βασανίζει με τις αγριότητές του και την απανθρωπιά του. Το λυρικό εγώ δεν μπορεί να ησυχάσει, γιατί τελικά ο χρόνος δεν επουλώνει τις πληγές και η μνήμη δεν έχει καθαρτικό χαρακτήρα. Το κακό είναι διαρκώς παρόν ως ιστορικό-τραυματικό παρελθόν και δηλητηριάζει ακόμη και τις λιγότερο οξυμένες  συνειδήσεις.

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες με τους μελανοχίτωνες αγγέλους να διακορεύουν τις θάλλουσες πικροδάφνες, εκπαιδεύοντας υποτελείς, νεροφαγώματα να συγκρατούν και συνουσίες -ποιος θα το πίστευε πως εκεί που το έθνος ανασυγκροτούνταν του οπλοφόρου η μόνιμη απειλή θα γοήτευε τις νεαρές μοδίστρες πίσω από το διακριτικά τραβηγμένο κουρτινάκι. Στα νυχτερινά μου βήματα βρίσκω ξανά την εποχή της μυαλγίας. Τον τρόπο του ανεπίτρεπτου έρωτα και το ρευστό της ιστορίας καθώς οι δράκοι πρόγονοι μου αφηγούνταν τον θάνατο σαν να ’ταν σε πανηγύρι αυγουστιάτικο. Καπεταναίοι στα λευκά τους άτια να περνούν ανακατεύοντας τη στάχτη και τις κόρες να διαλέγουν. Στις παλιές φωτογραφίες πάντοτε έφιπποι οι πρόγονοί μου κοινωνούσαν ζωσμένοι τ’ άρματα αποφάσιζαν. Είχαν μερίδιο του θεού στον προσωρινό τους χρόνο και υπολόγιζαν αλλιώς. Άπλωναν τους γκράδες στην αυλή, ξεχώριζαν τα φυσεκλίκια και λεύκαιναν τ’ ασπρόρουχα στον ήλιο. Όταν βάραινε ο μέγας μάγιστρος κι έπαιρνε η νύχτα τη σειρά της, γέμιζαν τα λαγήνια με κρασί κι αφήνανε το γιασεμί να κάνει τη δουλειά του. Ο καπετάνιος αποφάσιζε, εκείνος απαιτούσε, εκείνος θα έληγε την ολονυχτία. Όσο τα όργανα ευτυχούσαν τόσο ούρλιαζαν τα τσακάλια. Κρύβονταν τότε οι νοικοκυρές σκέπαζαν στα λίκνα τα μωρά τους οι μανάδες  και οι φθονεροί γειτόνοι λούφαζαν στα συλημένα σπιτικά τους. Είναι φορές που αναζητώ τις κάργιες στα χαλάσματα τις μνήμες ν’ αναιρέσουνε ή να προσθέσουν κάτι από τα τόσα. Κι αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατό εγώ από παιδί να γράφω ποιήματα και να μισώ τους δράκους με τα κόκκινα φτερά και τα γαλάζια μάτια που φτύνουν φωτιές και λαίλαπες σ’ όσους μου μοιάζουν;

Ο Τασιόπουλος εντυπωσιάζεται από τα στοιχεία της παρακμής και της φαυλότητας της καθημερινής μας ζωής και αναζητά τη ρίζα του κακού στο παρελθόν αξιοποιώντας με περισσή μαεστρία το υφολογικό στοιχείο της ειρωνείας σε μια σειρά ποιημάτων όπως Ο Μακρινός Πρόγονος:

Ο ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΠΡΟΓΟΝΟΣ

Κανείς λοιπόν μην αμφιβάλλει πως ο ιδανικός σου πρόγονος δεν είχε εντοπίσει επακριβώς την τεχνική της λήθης. Γι’ αυτό και οι συναλλαγές με τους εισπράκτορες όλες ήταν προς όφελός του. Μυημένος στις ανεπάρκειες της άλλοτε κραταιάς του εξουσίας ορθοτομούσε διευρύνοντας τα κενά. Κατά την κρίση, επαναλάμβανε, αφαιρώντας τεχνηέντως το κτητικό. Εντόπιζε τη θαλάμη και μετρούσε πιθανότητες. Περιττό να σημειώσω πως δεν αγάπησε ποτέ πέρα απ’ ό,τι εξασφάλιζε ο ίδιος. Κάποτε κλινήρης απαίτησε μια βάρκα χαλασμένη. Σάπια, λερή, αταξίδευτη χρόνια. Έγραφε τότε το επίμετρο των αναμνήσεών του και ομολόγησε εκείνη την παράκτια συνουσία -λεπτομέρεια φυσικά, αλλά για εκείνον είχε σημασία. Αφού χαιρέτησε ευγενικά, έσπευσε κάθιδρος να νοθεύσει τα υλικά του.

Η ποίηση της εμπειρίας μετά το ’80 εκκινεί από μια βασική ιδέα την οποία και θεματοποιεί, ότι το καινούριο δεν είναι υποχρεωτικά καλύτερο κι ότι αυτό είναι αναπόφευκτα η αχίλλειος πτέρνα της μεταμοντέρνας σκέψης. Η αγωνία τής επίδρασης, η σχέση του πρόσφατου ποιητικού μας λόγου με το ένδοξο λογοτεχνικό μας παρελθόν, η αδύναμία μας, ως επιγόνων, «να σηκώσουμε τις μεγάλες πέτρες» της ποιητικής μας παράδοσης και να προχωρήσουμε ρηξικέλευθα σε νέες ιδέες -για να μην ξεχνάμε και τον Σεφέρη- είναι ζητήματα που θεματοποιούνται ποιητικά στο τελευταίο βιβλίο του Τασιόπουλου.

Η πρόσφατη ποίηση έχει κι αυτή την αχίλλειο πτέρνα της. Το να πλάθεις το καινούριο για το καινούριο είναι μια στείρα κατάσταση. Κι όμως αμέριμνοι καθώς είμαστε στην αναζήτηση του καινούριου, καταλήγουμε χωρίς να το υποψιαστούμε, κάποτε εδώ, στη στειρότητα, με την δημοσίευση ποιημάτων που έχουν ήδη δημοσιευθεί από εμάς τους ίδιους τόσες φορές ή από τους συναδέλφους μας «φίλους-εχθρούς» (Carl Smith) σε αλλεπάλληλες παραλλαγές .Η κρίση του πρόσφατου ποιητικού μας λόγου είναι ένα από τα κομβικά σημεία του ποιητικού στοχασμού στις Μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων που ξαναθέτουν επιτακτικά το έρώτημα του Σαίρεν Κίρκεγκωρ «για την τιμή των αρωμάτων στην αγορά».