Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Homero Aridjis -5 ποιήματα (5 poemas)


[Από προσεχή έκδοση τόμου ποιημάτων του στη σειρά του περιοδικού Ερατώ]

(Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης)
 (Τraducción: Stavros Guirguenis)

Ο ΓΕΡΟΣ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΕΙ

Ο γέρος πριν κοιμηθεί αριθμεί τους φίλους του και
συχνά τη νύχτα ξυπνά φοβισμένος στη σκέψη ότι ακόμη ένας του λείπει
και υπάρχουν πρωινά που πραγματικά του λείπει ακόμη ένας
και νιώθει πιο συρρικνωμένος και πιο μοναχικός
και στο πρόσωπο ή στο πράγμα που βλέπει λέει αντίο με τα μάτια του
Εκεί στην καρέκλα του περνάει τις μέρες σαν τον μοναδικό επιβάτη
        μιας βάρκας που τρίζει σε μια θυελλώδη θάλασσα

EL VIEJO ANTES DE DORMIR

El viejo antes de dormir cuenta a sus amigos y       
a menudo en la noche despierta asustado pensando que le falta otro                   
y hay mañanas en que realmente le falta otro          
y más encogido y más solo se siente            
y a persona o cosa que ve le dice adiós con los ojos                       
Allí en su silla atraviesa los días como el pasajero único de            
       una barca crujiente en un mar tempestuoso     

 MONTE ALBÁN

Εδώ έπεσε το φως.
Εδώ η λήθη έγινε πέτρα,
τέφρα και λάσπη,
οστό και κρανίο.
Εδώ ο αέρας έγινε πουλί,
η πτήση δέντρο,
η πείνα άνθρωπος,
η κοιλάδα φυγή
και το βουνό πράσινη βροχή.
Εδώ ο άνθρωπος επέστρεψε στον πηλό,
γύρισε στη σιωπή,
βυθίστηκε στη νύχτα.


MONTE ALBÁN


Aquí cayó la luz.
Aquí el olvido se hizo piedra,
ceniza y lodo,
hueso y cráneo.
Aquí el aire se hizo ave,
el vuelo árbol,
el hambre hombre,
el valle fuga
y el monte lluvia verde.
Aquí el hombre volvió al barro,
regreso al silencio,
se metió en la noche.


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ


Κατά τη διάρκεια ενός τελετουργικού, η Μαρία ντελ Κάρμεν Ρίος
Γκαρσία έβγαλε τα μάτια του γιου της Φερνάντο,
πέντε χρονών, για να σώσει τον κόσμο από
έναν καταστροφικό σεισμό.

Ήταν  την αυγή,
η μητέρα σήκωσε τον γιο,
και ανάμεσα σε παρακλήσεις και προσευχές
στον θεό των σεισμών,
του έμπηξε τα δάχτυλα στις κόγχες,
του έβγαλε τα μάτια για να τα «καθαρίσει»
κι έτσι να σώσει τον κόσμο από έναν μεγάλο σεισμό.

Άνοιξε την πόρτα της άθλιας κατοικίας,
που βρίσκεται στο λόφο της χαμένης πόλης,
και έριξε τον μικρό Οιδίποδα,
με το αίμα να ρέει από το πρόσωπό του,
για να βαδίσει στα τυφλά στους δρόμους της γης
ανακοινώνοντας το τέλος του κόσμου.


EL PEQUEÑO EDIPO


Durante un ritual, María del Carmen Ríos
García le sacó los ojos a su hijo Fernando,
de cinco años, para salvar al mundo de
un terremoto devastador.

Era de madrugada,                
la madre levantó al hijo,                   
y entre imploraciones y rezos                       
al dios de los temblores de tierra,                
le clavó los dedos en las cuencas,                 
le sacó los ojos para «limpiárselos»,             
y así salvar al mundo de un gran terremoto.                       
Abrió la puerta de la vivienda miserable,    
situada en el cerro de la ciudad perdida,                  
y echó al pequeño Edipo,                 
con sangre chorreándole por la cara,                      
para andar a tientas los caminos de la tierra
anunciando el fin del mundo.


ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ


Κανείς δεν το λέει, αλλά οι Μοίρες
δεν είναι τρεις αδελφές ντυμένες στα άσπρα,
αλλά υπάρχει μία για κάθε σώμα
και τις κουβαλάμε σαν σάλιο και αίμα.
Δεν της γέννησε το Έρεβος απ’ τη Νύχτα,
αλλά το επίμονο Λεπτό με τη Σκιά,
κι εκείνες μας γεννούν διαρκώς.
Εάν η μια γνέθει, η άλλη τυλίγει και η άλλη κόβει,
λιτές στα λόγια και στους τρόπους,
η μετριοπάθειά τους είναι απατηλή,
γιατί και οι τρεις επιτίθενται με ψαλίδια
στα πόδια και στο στήθος των ανθρώπων.
«Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις», ψιθυρίζουν οι στιγμές.


LAS PARCAS


Nadie lo dice, pero las Parcas                      
no son tres hermanas vestidas de blanco,
sino existe una para cada cuerpo                  
y las llevamos adentro como saliva y sangre.
No las parió el Erebo de la Noche,             
sino el Minuto terco con la Sombra,            
y ellas nos paren a nosotros todo el tiempo.           
Si una hila, otra devana y otra corta,            
parcas en palabras y en costumbres,            
su parquedad es engañosa,               
porque las tres atacan con tijeras                  
las piernas y el pecho de la gente.                
«Atropos, Cloto, Laquesis» susurran los instantes.  


ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ


Σε θυμάμαι να τρέχεις στο δρόμο,
τυλιγμένη σε αδιαφανές αδιάβροχο,
εγώ ντυμένος στα πράσινα και η μέρα Παρασκευή,
καλύπτοντας το κεφάλι σου με μια εφημερίδα
για να μην μας δει ο πατέρας σου.
Ήταν Νοέμβρης και ψιχάλιζε,
τα μαλλιά σου βρεγμένα πάνω στο αδιάβροχο
ήταν μια πεταλούδα που πέταγε.
Κέρματα έπεσαν από την ανοιχτή σου την τσάντα
που τα μάζεψε ένας ζητιάνος.
Ήμασταν στο μήνα του μέλιτος από δρόμο σε δρόμο,
χωρίς θρησκευτική ή πολιτική τελετή,
παντρεμένοι με το ιερό μυστήριο της αγάπης.
Τα βήματά μας βάραιναν στο έδαφος,
και τα παπούτσια πνιγμένα στο νερό
αγχωτική έκαναν τη φυγή μας.
Βρεγμένοι μπήκαμε στο μετρό,
σπρώχνοντας επιβιβαστήκαμε σ’ ένα βαγόνι,
και οι πόρτες στην πλάτη σου
δίπλωναν το αδιάβροχό σου σαν δύο φτερά.
Προσεκτικοί πήγαμε στο τρένο,
που μας οδήγησε στον δικό του κόσμο,
μακριά απ’ τη μέρα και μακριά απ’ τη νύχτα.
Τότε εγώ φίλησα τα χείλη σου με το άρωμα της βροχής.


TE RECUERDO CORRIENDO POR LA CALLE


Te recuerdo corriendo por la calle,
envuelta en un impermeable percudido,
yo vestido de verde y de día viernes,
tapándote la cabeza con un periódico
para que no nos viera tu padre.
Era noviembre y lloviznaba,
tu pelo empapado sobre el impermeable
era una mariposa que volaba.
De tu bolso abierto caían monedas
que recogía un mendigo.
Andábamos de luna de miel de calle en calle,
sin ceremonia civil ni religiosa,
casados por el santo sacramento del amor.
Nuestros pasos pesaban en el piso,
y los zapatos ahogados en el agua
hacían ansiosa nuestra fuga.
Mojados nos metimos en el metro,
a empujones abordamos un vagón,
y las puertas sobre tu espalda
plegaron como dos alas tu impermeable.
Mirándonos nos fuimos en el tren,
que nos llevó en su propio mundo,
lejos del día y lejos de la noche.
Yo besé tus labios con sabor a lluvia.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου