12/26/2017

ΧΟΥΑΝ ΝΤΕ ΛΟΞΑ (JUAN DE LOXA), 5 ποιηματα (5 poemas)



ΧΟΥΑΝ ΝΤΕ ΛΟΞΑ
(JUAN DE LOXA)
(Granada, 1944)

Poeta y periodista, realiza estudios en el Insigne Real y Pontífice Colegio del Sacromonte, en la Facultad de Filosofía y Letras de Granada, Escuela Normal de Granada y Murcia y en La Complutense de Madrid en la rama de Ciencias de la Imagen. Su andadura literaria se inicia más formalmente, con la fundación en 1968 de la revista “Poesía 70”, al cuidado de Claudio Sánchez Muros. Pone en marcha asimismo, “Manifiesto Canción del Sur”, de gran proyección desde 1969. Textos de Juan de Loxa, han sido traducidos a varios idiomas, apareciendo Christian Dios en cada rincón de mi cuerpo, en lengua griega. Posee Juan de Loxa varios premios literarios y de popularidad. Le ha sido impuesta la Medalla de Honor, de la Real Academia de Bellas Artes de Granada. En la actualidad, continúa la redacción de sus memorias bajo el título No es Dauro todo lo que reluce.

Ο Χουάν ντε Λόξα είναι ποιητής και δημοσιογράφος. Σπούδασε στη Γρανάδα και τη Μαδρίτη φιλοσοφία, φιλολογία και εικαστικές τέχνες. Στα ισπανικά γράμματα εμφανίστηκε το 1968 με την ίδρυση της επιθεώρησης Ποίηση ’70. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες. Βραβευμένος ποιητής για το έργο του και την προσφορά του στον ισπανικό πνευματικό πολιτισμό, υπήρξε για δεκαετίες διευθυντής του Μουσείου Λόρκα, στο χώρο του οποίου εγκαινίασε την αίθουσα Κατίνας Παξινού επί υπουργείας Μελίνας Μερκούρη.
            Έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές, ενώ διαθέτει αδημοσίευτο σημαντικό ποιητικό έργο. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από διάσημους ισπανούς μουσικοσυνθέτες. Αξιοσημείωτη και είναι η -επί δεκαετίες- παρουσίαση από τον ίδιο της ισπανικής ποίησης στο ραδιόφωνο. Υπήρξε επίσης στενός φίλος των Σαλβαδόρ Νταλί και Ραφαέλ Αλμπέρτι. Σήμερα ζει μεταξύ Γρανάδας και Μαδρίτης καταγράφοντας τις αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αναμνήσεις του. Είναι μέλος πολλών ακαδημιών τέχνης και ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων της Γρανάδας.


A MORENTE

(Al cantaor Enrique Morente,
en su homenaje de la
Peña flamenca “La Platería”,
del Albaicín)

No es este hombre un cantaor: es la tormenta
para resurrección de los poetas enterrados
bajo el sauce de san Juan de la Cruz.
Corazón de vinilo,
                      Enrique
también se llama amor
                     y a Morente alargo el verso tímido,
mientras tirita el frío del mundo
y un eco acaricia la noche, eterno soplo.


ΣΤΟΝ MOΡENTE

(Στον τραγουδοποιό Ενρίκε Μορέντε,
στο αφιέρωμα σ’ αυτόν
από την «La Platería»,
στο  Αλμπαïθίν)

Δεν είναι τραγουδοποιός ο άνθρωπος αυτός: είναι η καταιγίδα
για την ανάσταση των θαμμένων ποιητών
κάτω απ’ την ιτιά του Σαν Χουάν δε λα Κρουθ1.
Καρδιά από βινίλιο,
                       Ενρίκε
ονομάζεται επίσης έρωτας
και στο «a Morente»2 παρατείνω τον συνεσταλμένο στίχο,
καθώς απλώνεται  η παγωνιά του κόσμου
και μια ηχώ χαϊδεύει την νύχτα, αιώνια πνοή.


1 Θρησκευτικός ποιητής και μυστικιστής της ισπανικής Αναγέννησης.
2 Amor-Morente: λογοπαίγνιο με το όνομα του τραγουδιστή.



HABÍA LLEGADO EL POETA DESDE  ALEJANDRÍA

Y si he de dar un testimonio de mi época es
éste: fue bárbara y primitiva pero poética.
Ernesto Cardenal

Era más extranjero que tú
más triste que tú…
M. Vázquez Montalbán

Todos eran Kavafis y Luís Cernuda
             había ocupado un lugar de acceso más difícil
en la librería, un estante
al que había que alcanzar con escalera.
Kavafis frente a los ojos, a mano, recién
llegado y en el mejor espacio del sofá,
con esa luz de encaje que viene del jardín
y un licor en la mesa: copa de opalina,
botella de cristal de bohemia,
labios a punto y a compartir lo mismo
que los ojos: otros versos para muchos cuerpos,
poemas invasores como una dulce
                                 mancha de aceite
                                    expandiéndose
sobre los escritorios o los pupitres de las aulas:
Kavafis contigo de paseo, lo mismo que un amor secreto,
eludiendo miradas, aunque cientos
o miles de pares de ojos
coincidan en el mismo instante
y con igual recato.
En los años 70 del pasado siglo,
ocurrirían los hechos:
muchos fueron Konstantino Kavafis
                                 y dejaron su huella
                                        en el papel y en los tatuajes.
Luego, con siete llaves y cerradura, guardaron esa fragancia.
Y es cuando volvió a quedarse “completamente solo”,
poeta sin trampa, observándote y observándolos.
Lo ven algunas veces
con sus maletas que llevan pegatinas de los hoteles
de Ítaca o de cualquier lugar del mundo,
dejando parte de su equipaje en cuartos de pensiones
de estudiantes que, al descubrirlo,
inician su aventura
en nuevas ediciones
del mismo o de otros traductores,
pero idéntico autor aunque más joven.

                                     
ΕΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙA

Κι αν είναι να δώσω μια μαρτυρία για την  εποχή μου
αυτή είναι: ήταν βάρβαρη και πρωτόγονη αλλά ποιητική.
Ερνέστο Καρδενάλ

Ήταν πιο ξένος από σένα
πιο λυπημένος από σένα…
Μ. Βάθκεθ Μονταλμπάν

Όλοι ήταν Καβάφης κι ο Λουίς Θερνούδα
              είχε καταλάβει ένα σημείο πρόσβασης πιο δύσκολο
στη βιβλιοθήκη, ένα ράφι
που έπρεπε να το φτάσεις με σκάλα.
Ο Καβάφης μπροστά στα μάτια τους, εύκαιρος, νέα
παραλαβή και στην καλύτερη θέση του καναπέ,
με αυτό το κροσσωτό φως που έρχεται απ’ τον κήπο
κι ένα λικέρ στο τραπέζι: ποτήρι από οπαλίνα,
μπουκάλι από κρύσταλλο Βοημίας,
χείλη έτοιμα να μοιραστούν το ίδιο
με τα μάτια: άλλους στίχους για πολλά σώματα,
ποιήματα επιδρομείς όπως ένας γλυκός
                                            λεκές από λάδι
                                                   που απλώνεται
πάνω στα γραφεία ή στα θρανία των αιθουσών:
o Καβάφης μαζί σου στη βόλτα, όπως ένας μυστικός έρωτας,
υπεκφεύγοντας ματιές, ακόμη κι αν εκατοντάδες  
ή χιλιάδες ζεύγη ματιών
συμπίπτουν την ίδια στιγμή
και με την ίδια προσοχή.
Τη δεκαετία του ’70 του προηγούμενου αιώνα,
θα συνέβησαν τα γεγονότα:
πολλοί ήταν Κωνσταντίνος Καβάφης
                                    κι άφησαν το στίγμα τους
                                           στο χαρτί και στα τατουάζ.
Ύστερα, σαν επτασφράγιστο μυστικό, φύλαξαν αυτό το άρωμα.
Κι ήταν τότε που ξανάμεινε «απολύτως μόνος»,
ποιητής δίχως κόλπα, παρατηρώντας σε και παρατηρώντας τους.
Κάποιες φορές τον βλέπουν
με τις βαλίτσες του που φέρουν αυτοκόλλητα από τα ξενοδοχεία
της Ιθάκης ή οποιουδήποτε άλλου μέρους του κόσμου,
αφήνοντας μέρος των αποσκευών του σε φοιτητικές κάμαρες πανδοχείων που, μόλις τις ανακαλύψουν,
αρχίζουν την περιπέτειά τους
                        σε νέες εκδόσεις
                               του ίδιου ή άλλων μεταφραστών,
αλλά του ίδιου συγγραφέα αν και νεότερου.


NO  LO CONOCÍA  DE  NADA

Si todos llevan puestas las alas,
¿cómo descubriré quién es
el ángel verdadero?
Están en las bocas del Metro
de Fuencarral,
o patinando, con su aleteo cómplice
por los escaparates de lujo
o en la calle del sonido,
a la salida del concierto del grupo
de moda, con sus pibas…
Los encuentras góticos, amorosos
o agresivos, con los vaqueros rotos,
de regreso a sus barrios. Ellas,
de minifalda o cualquier cosa,
recostadas en un ala indiferente
y lánguida y maquillaje ajado.
Tan fija su mirada en mis ojos,
a las puertas de la Telefónica,
que no supe reaccionar de otro modo
que disparándole, antes de que
se abalanzara sobre mí para quitarme
el último modelo de móvil y me dejara
el corazón sobre la acera, pisoteándolo,
haciéndolo añicos.
Llegaron los del Samur.
A mí la poli me llevó a declarar,
esposado.
Hoy vino el abogado a mi jaula
para decirme que no murió, que curaron
sus heridas de bala y que ha pedido
tener un bis a bis conmigo
este fin de semana.

ΜΟΥ  ΗΤΑΝ ΕΝΤΕΛΩΣ  ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Εάν όλοι φορούν τα φτερά τους,
πώς θα ανακαλύψω ποιος είναι
ο αληθινός άγγελος;
Βρίσκονται στις εισόδους του Μετρό
του Φουενκαράλ,
ή πατινάροντας, με το συνένοχο φτερούγισμά τους
μπροστά στις πολυτελείς βιτρίνες
ή στη βουερή λεωφόρο,
στην έξοδο της συναυλίας ενός συγκροτήματος
της μόδας, με τις πιτσιρίκες τους…
Τους συναντάς γοτθικούς, ερωτικούς
ή επιθετικούς, με τα σκισμένα τζην,
καθώς επιστρέφουν στις γειτονιές τους. Αυτές,
με μίνι φούστα ή οτιδήποτε άλλο,
ακουμπισμένες σε ένα αδιάφορο και νωθρό
φτερό και με μακιγιάζ ξεβαμμένο.
Τόσο επίμονο το βλέμμα του στα μάτια μου,
στην είσοδο της Τελεφόνικα,
που δεν μπόρεσα να αντιδράσω με άλλο τρόπο
παρά πυροβολώντας τον, πριν
ορμήσει πάνω μου για να μου αρπάξει
το υπερσύγχρονο κινητό μου και να με αφήσει
να καρδιοχτυπώ πάνω στο πεζοδρόμιο, ποδοπατώντας το,
κάνοντάς το θρύψαλα.
Κατέφτασε το Πρώτων Βοηθειών.
Εμένα η αστυνομία με οδήγησε στο τμήμα για να καταθέσω,
δεμένο με χειροπέδες.
Σήμερα ήρθε ο δικηγόρος στο κελί μου
για να μου πει ότι δεν πέθανε, ότι θεράπευσαν
τις πληγές του από τη σφαίρα και ότι ζήτησε
να έχει ένα τετ α τετ μαζί μου
αυτό το σαββατοκύριακο.


PAROLE, PAROLE

Este diente olvidado que tiene su último brillo
bajo la piedra caliente,
bajo el pecho que duerme.
V. Aleixandre, “La palabra”

Vemos pasar palabras
por el río. Se deshace
todo el dibujo que labios
como hojas
habían lanzado al aire
de una voz naufragando.
Pasan troncos de árboles
entre una mano sola
ya sin cuerpo, una mano
sola y con sortija.
Tan deprisa el reloj de las aguas.
Dicen adiós esas palabras
-letras que ya no pertenecen
a nombres, verbos, adverbios o adjetivos-
y un pájaro de la simétrica bandada,
pierde su brújula, sin noticias
ni horario de llegada
rozando de una nube el cloroformo.
En perpen
dicular, cometa herido,
clava su pico en la palabra. Levanta
su bandera blanca: poema.
La mano sola del ahogado
sujeta la letra y araña
la piel de la madera.
En la orilla,
una botella ríe escapada
del barco de su vientre y ríe
verde de islas, tan borracha
que sueña ver paisajes
de suicidas
que aplauden el fin de la lectura
de aquel libro que vence la corriente
y sobrevive.
Una vitola se despega
del tobillo del hombre destilándose,
casi desangrado
en un accidente de autopista
con señal equivocada.
Si se acercan sirenas como gritos de amigos
el poema desea lamer su herida, cuanto antes,
para mostrarse limpio
a la hora de la meta, mientras huye a la acequia
que lo arrastra hacia el río,
por si algún pescador lanza el anzuelo
y vive su agonía en ese puerto
donde miren los niños el cadáver
y no lo reconozcan los fotógrafos.

PAROLE, PAROLE

Αυτό το ξεχασμένο δόντι που έχει την τελευταία του λάμψη
κάτω απ’ τη ζεστή πέτρα,
κάτω απ’ το στέρνο που κοιμάται.
Β. Αλεïξάντρε, «H λέξη»

Βλέπουμε να περνούν λέξεις
απ’ το ποτάμι. Διαλύεται
όλο το σχέδιο που χείλη
σαν φύλλα
είχαν εκτοξεύσει στον αέρα
από μια φωνή ναυαγισμένη.
Περνούν κορμοί δέντρων
μέσα από ένα χέρι μόνο
δίχως σώμα πια, ένα χέρι
μόνο και με δαχτυλίδι.
Τόσο βιαστικό το ρολόι των νερών.
Λένε αντίο αυτές οι λέξεις
-γράμματα που δεν ανήκουν πια
σε ονόματα, ρήματα, επιρρήματα ή επίθετα-
κι ένα πουλί από ένα συμμετρικό σμήνος,
χάνει τον προσανατολισμό του, δίχως ειδοποίηση
ούτε ωράριο άφιξης
ρουφώντας από ένα σύννεφο το χλωροφόρμιο.
Σε κάθετη
πτώση, σαν πληγωμένος κομήτης,
καρφώνει το ράμφος του στη λέξη. Υψώνει
την άσπρη σημαία του: το ποίημα.
Το χέρι μόνο τού πνιγμένου
κρατάει το γράμμα άλφα και ξύνει
το φλοιό του ξύλου.
Στην όχθη,
μια μποτίλια γελάει διαφεύγοντας
απ’ τα αμπάρια ενός πλοίου και γελάει
πράσινο των νησιών, τόσο μεθυσμένη
που ονειρεύεται να δει τοπία
αυτοχείρων
που χειροκροτούν το τέλος της ανάγνωσης
εκείνου του βιβλίου που πάει ενάντια στο ρεύμα
και επιβιώνει.
Ένας επίδεσμος ξεκολλάει
απ’ τον αστράγαλο του άντρα στάζοντας,
σχεδόν αιμορραγώντας
σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα
από λάθος σήμα.
Αν πλησιάζουν σειρήνες σαν κραυγές φίλων
το ποίημα ποθεί να του γλείψει την πληγή, όσο το δυνατόν συντομότερα,
για να παρουσιαστεί καθαρός
την ώρα του τερματισμού, καθώς διαφεύγει στο αυλάκι
που τον παρασέρνει προς το ποτάμι,
μήπως κάποιος ψαράς ρίξει την πετονιά του
και ζήσει την αγωνία του σ’ αυτό το λιμάνι
όπου μπορεί να δουν τα παιδιά το πτώμα
και να μην το αναγνωρίσουν οι φωτογράφοι.


POETAS Y NARANJOS

A Pablo García Baena
Córdoba lejana y sola
F. García Lorca

Se atreven a decirme: <no acudas a la cita>
Sor Cristina de Arteaga

Y los ojos lejísimos buscaron los azogues
cuando en el río alas nadan despavoridas
huyendo del espejo
donde la noche teme al beso o al cuchillo
del tiempo roto, bien guardado en un cofre.
Sabéis que ese platero hilvanando los cuerpos
al raro pez del ángel, siente
como el jinete
la soledad labrada de la noche en su espuela;
entonces una voz de patios detenidos
se asoma entre las páginas del hombre
y de sus cánticos
que revelan la mano tendida hacia los versos
como labios al sol anunciando la sangre
que riega las macetas.
Córdoba ya tan cerca; el zumo te reclama.


ΠΟΙΗΤΕΣ  ΚΑΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

Στον Πάμπλο Γκαρθία Μπαένα
Κόρδοβα αλαργινή και μόνη
Φ. Γκαρθία Λόρκα

Τολμούν να μου πουν: <μη πας στο ραντεβού>
Σορ Κριστίνα δε Αρτεάγα

Και τα αλαργινά μάτια αναζήτησαν τους υδραργύρους
όταν στο ποτάμι φτερούγες κολυμπούν τρομοκρατημένες
δραπετεύοντας απ’ τον καθρέφτη
όπου η νύχτα φοβάται το φιλί ή το μαχαίρι
του θρυμματισμένου χρόνου, καλά φυλαγμένου σε μια κασέλα.
Ξέρετε ότι αυτός ο αργυροχόος σκιαγραφώντας τα σώματα
στο παράξενο ψάρι του αγγέλου, αισθάνεται
όπως ο καβαλάρης
τη χαραγμένη μοναξιά της νύχτας στα σπιρούνια του·
τότε μια φωνή από περίκλειστες αυλές
εμφανίζεται ανάμεσα στις σελίδες του ανθρώπου
και των ασμάτων του
που αποκαλύπτουν το χέρι απλωμένο προς τους στίχους
σαν χείλη στον ήλιο αναγγέλλοντας το αίμα
που ποτίζει τις γλάστρες.
Κόρδοβα τόσο κοντινή πια· ο χυμός σε διεκδικεί.