12/26/2017

ΧΟΣΕ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΘ (JOSÉ GUTIÉRREZ), 6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (4 poemas)



ΧΟΣΕ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΘ
(JOSÉ GUTIÉRREZ)
(Granada, 1955)

Con tan sólo 21 años publicó su primer poemario, Ofrenda en la memoria (1976, Granada, “Silene”, colección que ha codirigido), al que siguieron Espejo y laberinto (1978, Málaga, Ed. Angel Caffarena), El cerco de la luz (1978, Granada, col. “Ánade”, de la que fue co-director en su primera etapa), La armadura de sal (1980, Madrid, col. “Scardanelli”, Ed. Hiperión), y De la renuncia (1989, Madrid, Ed. Trieste, con prólogo de Antonio Muñoz Molina), libro del que existen una edición bilingüe en Francia (2010, Ed. “L’Oreille du Loup”) y una reedición española (2010, Ed. Polibea). Sus poemas han sido asimismo traducidos al griego, al francés y al italiano, y están incluidos en distintas antologías de poesía española: Las voces y los ecos (1980, Madrid, ed. Júcar), Florilegium. Poesía última española (1982, Madrid, ed. Espasa-Calpe, Selecciones Austral), Postnovísimos (1986, Madrid, col. “Visor”), Poesía española reciente 1980-2000, (2001, Madrid, Ed. Cátedra), entre otras. Fue director de la revista cultural El Fingidor (34 números publicados), editada por la Universidad de Granada, institución donde se dedica desde 1976 a tareas editoriales, culturales, y periodísticas.

            Ο Χοσέ Γκουτιέρεθ είναι ποιητής και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1955. Θεωρείται από την κριτική ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ποιητές της γενιάς του ’80 και χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ρεύματος της poesía intimista. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Ζει στη Γρανάδα και είναι υπεύθυνος τύπου του πανεπιστημίου της. Διευθυντής για πολλά χρόνια του περιοδικού κουλτούρας El Fingidor που εξέδιδε το πανεπιστήμιο της Γρανάδας.  Από το 1976 εξέδωσε επτά ποιητικές συλλογές και τα ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται σε αντιπροσωπευτικές ανθολογίες ποίησης της γενιάς του. Το 2008 ανέγνωσε ποιήματά του στη Σύρο κατά τη διάρκεια παρουσίασης του έργου του στο θέατρο Απόλλων.



ISLA DE CLARIDAD

No sabía que el tiempo avivara
con los años su antigua y alba lumbre.

Una cometa azul cegó la llama
y esa mano invisible que la guiaba.
Yacían las cenizas en estelas
de dolor, de orfandad, de olvido…
Flotaban las pavesas desoladas
por el cautivo cielo.

No sabía que el tiempo retornaba
a prodigar su fuego ensimismado.

Pero se hizo el prodigio.
Se abrió paso tu voz
como el sol que desnuda la colina,
como nieve encendiendo otra alborada:
lluvia feraz que absuelve la memoria.

Me emboscó en el silencio tu mirada:
isla de claridad, nocturno lago.
 
Y supe que los años a veces nos devuelven
tanta pasión naufragada en el aire,
tanto amor entregado al viento.

No sabía que el tiempo me llevaba
a ti, única verdad, hoguera y fuente.



ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ

Δεν ήξερα ότι ο χρόνος θα ζωντάνευε
με τον καιρό την αρχαία λευκή φωτοβολή του.

Ένας γαλάζιος χαρταετός θάμπωσε τη φλόγα
και το αόρατο χέρι που τον οδηγούσε.
Κείτονταν οι στάχτες σε σημάδια
πόνου, ορφάνιας, λησμονιάς…
Επέπλεαν τα αποκαΐδια της απόγνωσης
στον αιχμάλωτο ουρανό.

Δεν ήξερα ότι ο χρόνος επέστρεφε
για να επιδαψιλεύσει την εσωτερική του φλόγα.

Αλλά έγινε το θαύμα.
Η φωνή σου άνοιξε το δρόμο
σαν τον ήλιο που ξεγυμνώνει το λόφο,
σαν χιόνι που φωτίζει μιαν άλλη αυγή:
βροχή γόνιμη που απαλλάσσει τη μνήμη.

Με παραμόνευε στη σιωπή το βλέμμα σου:
νησί της καθαρότητας, νυχτερινή λίμνη.

Κι εννόησα ότι τα χρόνια μερικές φορές μάς επιστρέφουν
τόσο πάθος ναυαγισμένο στον αέρα,
τόση αγάπη παραδομένη στον άνεμο.  

Δεν ήξερα ότι ο χρόνος με έφερνε
σε σένα, μοναδική αλήθεια, φωτιά και πηγή.


DEL COMERCIO  CON  LOS  LIBROS

De frecuentar los libros,
de sobornar los días
con la triste moneda de unos versos,
queda un afán estéril.

De esa antigua pasión
por apresar el tiempo,
¿queda algo en estos versos
inútiles, gastados
como vieja moneda ya en desuso
con la que en vano
tratamos de comprar a la memoria
el fuego de otros días?

Solo quedan cenizas
donde latió la vida.



ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

Από τη συχνή επαφή με τα βιβλία,
από τη δωροδοκία των ημερών
με τη θλιμμένη μονέδα κάποιων στίχων,
απομένει ένας άγονος ζήλος.

Απ’ αυτό το πανάρχαιο πάθος
να αδράξουμε το χρόνο,
μένει κάτι σ’ αυτούς τους ανώφελους,
ξοδεμένους στίχους
σαν παλιά μονέδα ήδη σε απόσυρση
με την οποία μάταια
προσπαθούμε να εξαγοράσουμε στη μνήμη
την φλόγα των περασμένων ημερών;
                                             
Απομένουν μόνο στάχτες
εκεί που έσφυζε η ζωή.

LECTOR DE RILKE

Del antiguo fervor por las palabras
ya me queda tan sólo la memoria
-poco recomendable-
de quien se supo joven,
dudosamente escrita en olvidados cuadernos
ajados por el tiempo.

Testamento y herencia, algunos versos raros,
oscuros, sin medida,
y un gastado puñal -a medio abrir el libro-
señalando la página
de la triste sentencia al fin cumplida:
Los años envejecen juntamente
con nosotros y nuestras ilusiones”.



ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ

Από τον πανάρχαιο ζήλο για τις λέξεις
μού απομένει μονάχα η μνήμη
-όχι και τόσο αξιόπιστη-
εκείνου που ήταν κάποτε νέος,
διστακτικά γραμμένη σε ξεχασμένα τετράδια
φθαρμένα απ’ το χρόνο.

Διαθήκη και κληρονομιά, κάποιοι παράξενοι στίχοι,
σκοτεινοί, δίχως μέτρο,
κι ένας φθαρμένος σελιδοδείκτης -στο μισάνοιχτο βιβλίο-
σημαδεύοντας τη σελίδα
του θλιμμένου αποφθέγματος εν τέλει εκπληρωμένου:
«Τα χρόνια γερνούν ταυτόχρονα
με μας και με τα όνειρά μας».



EL AMOR Y LAS CIUDADES

Muchas veces soñaba tu ciudad,
y hasta llegé a perderme por sus calles
una noche de invierno
cuando supe de tanta soledad
y decidí buscarte
por encima de todo y contra todos.
En vano recorrí calles, plazas sin luz,
los viejos cines mudos
y los bares a punto de cerrar.
No te encontré. Contra lejanas rocas
rompía el mar su oscura cabellera,
gritándome tu nombre.

Hoy tú eres mi ciudad.
Bajo la lluvia, ciega más tu luz
y en los cabellos ponen su punto de maldad
las gotas por los rizos.

                                      De regreso
inciertos como el alba,
mientras el agua borra los contornos
de otro tiempo escindido,
voy pensando tu cuerpo como un río
-el río que me arrastra de tu mano-,
tus brazos como dársena
en donde refugiarme herido.



O ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ

Πολλές φορές ονειρευόμουν την πόλη σου,
μέχρι που έφτασα να χαθώ στους δρόμους της
μια νύχτα του χειμώνα
όταν είχα ήδη επίγνωση της τόσης μοναξιάς μου
κι αποφάσισα να σε αναζητήσω
πάνω απ’ όλα και ενάντια σε όλους.
Μάταια διέσχισα δρόμους, πλατείες δίχως φως,
περνώντας απ’ τα παλιά βουβά σινεμά
κι απ’ τα μπαρ την ώρα που έκλειναν.
Δε σε βρήκα. Πάνω σε απόμακρους βράχους
έσπαζε η θάλασσα τη σκοτεινή της κόμη
κραυγάζοντάς μου τ’ όνομά σου.

Σήμερα εσύ είσαι η πόλη μου.
Κάτω απ’ τη βροχή, τυφλώνει περισσότερο το φως σου
και στα μαλλιά εναποθέτουν το σημείο της κακίας τους
οι σταγόνες μέσα απ’ τις μπούκλες.

                                     Στην επιστροφή
αβέβαιοι όπως η αυγή,
καθώς το νερό σβήνει τα περιγράμματα
ενός άλλου κομματιασμένου χρόνου,
αναπολώ το κορμί σου σαν ποτάμι
-το ποτάμι που με τραβάει  απ’ το χέρι σου-,
τα χέρια σου σαν λιμάνι
όπου θα καταφύγω πληγωμένος.



LA  VIDA VIEJA

...esa parte de la vida
más allá de la cual no se puede pasar
 con propósito de volver.
Dante, Vita Nuova, XIV

Cuando pasen los años
y los días se tornen oscuros sin remedio
para quién nada espera de la vida,
yo elegiré quizás
ese extraño placer de vivir en hoteles
de ciudades fastuosas
que no tuve ocacion de conocer
cuando, joven aún, buscaba el cuerpo
placeres más intensos, el latido cercano
de tanta belleza perdida
y de aquella que pude retener,
dejándome cegado para siempre
con su luz tan efimera.

El placer de vivir en los hoteles
colmaría quizás esa vida desierta;
nómada, solitario y silencioso
de una ciudad a otra
intentando olvidar lo que no tuve,
mientras la juventud sigue pasando
frente a quien fue vencido por el tiempo.



Η ΠΑΛΙΑ ΖΩΗ

... αυτό το κομμάτι της ζωής
πέρα απ’ το οποίο δεν μπορείς να περάσεις
αν θες να επιστρέψεις.
Δάντης, Νέα Ζωή, ΧΙV

Όταν περάσουν τα χρόνια
κι οι μέρες γίνουν αναπόφευκτα σκοτεινές
για κείνον που τίποτα δεν ελπίζει απ’ τη ζωή,
εγώ ίσως να επιλέξω
αυτή την παράξενη απόλαυση του να ζω σε ξενοδοχεία
πολυτελών πόλεων
που δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω
όταν, νέος ακόμη, αναζητούσε το κορμί
απολαύσεις πιο έντονες, τον οικείο παλμό
της τόσης χαμένης ομορφιάς
κι εκείνης που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω,
αφήνοντάς με τυφλό για πάντα
με το φως της το τόσο εφήμερο.

Η απόλαυση του να ζω στα ξενοδοχεία
θα γέμιζε ίσως αυτή την έρημη ζωή·
νομάδας, μοναχικός και σιωπηλός
από τη μια πόλη στην άλλη
προσπαθώντας να ξεχάσω ό,τι δεν είχα,
ενώ η νιότη συνεχίζει να περνά
μπροστά απ’ αυτόν που νικήθηκε απ’ το χρόνο.



ANTONIO MACHADO

Estos días azules y este sol de la infancia.
A. M.

Este día de niebla que declina
supo del espejismo verdadero
-el sueño de la sombra, tan certero-
y la canción secreta que ilumina
el tiempo. Como lenta y terca espina
los años lo persiguen ya postrero,
cierra los ojos y ávido el sendero
se abre de nuevo azul: por él camina.
No recuerda su nombre ni la estancia,
si es la luz de los campos de Castilla
la que dora la tarde o si la luna,
enredada en jazmines de la infancia,
lo acerca hasta aquel patio de Sevilla.
La muerte es la nodriza que lo acuna.



ANTONIO MAΤΣΑΔO

Αυτές οι γαλάζιες μέρες κι αυτός ο ήλιος της παιδικής ηλικίας.
A. M.

Αυτή η ομιχλώδης μέρα που φθίνει
κάτι ήξερε από οφθαλμαπάτη αληθινή
-την ουτοπία της σκιάς, την τόσο ορθή-
κι απ’ το μυστικό τραγούδι που φως δίνει
στο χρόνο. Σαν αγκάθι επίμονο κι αργό
τα χρόνια τον καταδιώκουν τελευταίο,
κλείνει τα μάτια και το μονοπάτι λυσσαλέο
ξανοίγεται και πάλι γαλάζιο: περνά απ’ αυτό.
Δε θυμάται τ’ όνομά του ούτε τον τόπο διαμονής,
αν είναι το φως των κάμπων της Καστίλλης
αυτό που το απόβραδο χρυσίζει,
ή το φεγγάρι τυλιγμένο με γιασεμιά της ηλικίας τής παιδικής,
που τον φέρνει κοντά σ’ εκείνο το μεσαύλι της Σεβίλλης.
Ο θάνατος είναι η παραμάνα που τον νανουρίζει.