11/11/2017

Στέλιος Καραγιάννης (Stelios Karayannis), Δέκα ποιήματα (Diez poemas)


Ποίηση της γενιάς του ΄80
(Poesía de la generación de los 80)

Στέλιος Καραγιάννης (Stelios Karayannis)
Δέκα ποιήματα (Diez poemas)
Traducción: José Antonio Moreno Jurado y Virginia López Recio

ΜΕ ΕΝΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑΣΜΕΝΟ ΕΝΔΥΜΑ
Όταν στο τέλος έμεινε μόνος του, χωρίς συντρόφους
ήτανε λιόγερμα
κι αμέσως το ‘νοιωσε
πως ήτανε αυτός ο Οδυσσέας,
μόνος του, ανοχύρωτος,
κατάντικρυ στη μοίρα του,
μ’ ένα κουρελιασμένο ένδυμα,
κατάντικρυ στη νύχτα και στο θάνατο,
διψώντας πάντα για ζωή και για αθανασία.
Κάθισε τότε στην άκρη
του πιο αγέρωχου βράχου,
και μην έχοντας, βέβαια, τίποτα να καπνίσει,
στύλωσε έκθαμβος και σα μικρό παιδί
το βλέμμα του,
εκεί που φλέγονταν το αέναο πέλαγος,
κι έμεινε έτσι όσο που νύχτωσε,
να συλλογίζεται το δρόμο του, ίσως μ’ ελπίδα,
μ’ εγκαρτέρηση και νοσταλγία.

CON ROPAS HARAPIENTAS
Cuando, al final, se quedó solo sin
Compañeros, era el atardecer,
y sintió de inmediato
que él era Ulices,
sólo él, sin defensa alguna,
frente a su destino,con ropas
harapientas, frente a la noche
y a la muerte,
sediento siempre de vida y de inmortalidad.
Se sentó entonces en el extremo
de la más arrogante roca,y sin tener
seguramente nada que fumar, fijó,deslumbrado,
su mirada, como un niño pequeño,
en donde ardía el mar
eterno y se quedó así,
mientra anochesía,
pensando en su camino,quizás con esperanza,
con fortaleza y nostalgia.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Οι ποιητές αφήνουν πίσω τους φεύγοντας,
σχεδόν αταξίδευτη και ανεξερεύνητη,
μιαν απέραντη θάλασσα θλίψης και νοσταλγίας.
Οι ερωτευμένοι χάνονται πολλές φορές
σ’ αυτή τη θάλασσα –αργά προς το σούρουπο–
Κι αυτοί που επιστρέφουν σιωπηλοί,
δεν είναι νικητές αλλά νεκροί,
χαμένοι και θαμμένοι
μέσα στην πραγματικότητα
για πάντα.

LOS POETAS, LOS ENAMORADOS Y EL MAR
Los poetas dejan tras ellos, al marcharse,
un mar infinito,casi no atravesado ni descubierto,
de tristeza y nostalgia.
Los enamorados se pierden muchas veces
en ese mar −ya tarde en el crepúsculo−.
Y los que regresan un día silenciosos
no son vencedores,sino muertos, perdidos
y enterrados en la realidad
para siempre.

[Από τη συλλογή Η έκπληξη της κάθε μέρας. Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1992. De la colección La sorpresa de cada día. Ediciones Astrolavos/Euthini, Atenas, 1992. Traducción: José Antonio Moreno Jurado. Primera publicación en su Antología de la poesía neohelénica. Desde mediados del siglo XI hasta nuestros días, traducción, selección y prólogo de J. A.Moreno Jurado, Madrid, Ed. Clásicas, 1998.]


ΟΙ ΜΥΘΟΓΡΑΦΟΙ
Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος –και για να μην παρεξηγηθώ–
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα –δε σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί– ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες –μου έλεγε– μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους –μου έλεγε–
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.

LOS MITÓGRAFOS
Vivía entonces en el piso más oscuro
del poema –y para que no se me malinterprete−
quiero decir del extraño poema
que aún no he escrito;
por las noches llegaban imprevisibles
mis amigos los viajeros,
entre ellos
también Odiseo.
Llevaba siempre una
Indumentaria deshilachada –no pensé jamás
en el motivo −se echaba entonces
frustrado
en un sillón y empezaba a fumar
con ansia su cigarrillo.
Por qué me atormentas
por las noches con estas historias
fantásticas tuyas −me decía−,
deja por fin que viva también
yo mi propia vida, la verdadera.
En cuanto a mí, por supuesto, no lo escuchaba
en absoluto; como hechizado le hablaba
de Tennyson, de Joyce, de Cavafis.
No me confundas más con los mitógrafos, me decía,
ellos han arruinado mi vida.

ΟΙ ΔΥΟ ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ
Το ξέρεις, δεν είναι ο φόβος που με τρομάζει, γύρισε κι είπε ο μικρός σχοινοβάτης στον μεγαλύτερο, εκεί ψηλά στην αιώρα, κάτω απ’ το θόλο τού μιούζικ-χώλλ. Το ξέρω, του είπε ο άλλος ανήσυχος, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του στην κερκίδα. Τούτον τον φόβο τον συνηθίσαμε πια. Το ζήτημα είναι τα λαίμαργα μάτια τους.

LOS DOS FUNÁMBULOS
Lo sabes, no es el miedo lo que me asusta, se volvió y dijo el funámbulo joven al mayor, allí en lo alto, en el trapecio, bajo la bóveda del music -hall. Lo sé, dijo el otro inquieto, habiendo clavado ya su mirada en la grada. A este miedo ya nos hemos acostumbrado. La cuestión son sus ojos insaciables.

[Από τη συλλογή Η έκπληξη της κάθε μέρας. Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1992. De la colección La sorpresa de cada día. Ediciones Astrolavos/Euthini, Atenas, 1992. Traducción:Virginia López Recio, primera publicación en la Antología Poesía Griega (1940-2015), Revista Omnibus, n.50.]


ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ
Στον Λουίς Μανουέλ ντε λα Πράδα

Δεν ξέρω πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα κι αν έγιναν καταπώς τα αφηγείται και τα ιστορεί ο θείος Ηρόδοτος - πάντως στο βάθος φοβόμουν, γιατί όπου και να κινούσα το στρατό, όλα μου πήγαιναν καλά και κατ’ ευχήν που λένε. Χίλιες φορές μ’ ευνόησαν οι Μοίρες και μ’ αρνήθηκαν οι συμφορές κι ίσως αυτό να ήταν που δεν άρεσε στον Άμαση, τον εκλεκτό μου σύμμαχο και φίλο. Έπιασε το λοιπόν κι εσύνταξε και μου ‘στειλε σ’ ένα χαρτί από πάπυρο ακριβό, μια τελευταία κι ολιγόλογη επιστολή, όπου, ανεξήγητα, μου έλεγε πως κάπου εδώ τελειώνει κι η μεγάλη μας φιλία. “Ανεξήγητο, ανεξήγητο” έλεγα και χειρονομούσα ανήσυχος εκείνο το εξαίσιο ανοιξιάτικο απόγευμα, λίγο μετά την καθιερωμένη μου επιθεώρηση στους θησαυρούς, χωρίς να ξέρω βέβαια πως ο Οροίτης σχεδίαζε το θάνατό μου από μακριά, την ώρα που με λόγια περιπαιχτικά τον πλήγωνε και τον ονείδιζε στον κήπο του, την κραταιά μου δόξα διηγούμενος, αυτός ο άθλιος, ο Πέρσης Μητροβάτης.

POLYCRATES
A Luis Manuel de la Prada
No sé cómo llegaron hasta este punto las cosas y si sucederion tal y como las cuenta el divino Heródoto; de todos modos, sentía miedo en el fondo, porque,allá donde pusiera el ejército,todo me saldría bien y conforme a lo deseado,según dicen. En mil ocasiones me protegieron las Moiras y huyeron de mí las desgracias,y quizás fue eso lo que hizo enfadar a Amasis,mi fiel amigo y camarada. Cogió sus pertenencias, redactó y me envió, escrita en papel de un papiro carísimo,una última carta concisa,en la que me decía, incomprensiblemente, que, desde ese momento, ponía fin a nuestra gran amistad.“Inexplicable, inexplicable” decía,mientras gesticulaba inquieto en aquella exquisita tarde primaveral, poco después de mi inspección sagrada a los tesoros, sin saber exactamente que Oretes planeaba mi muerte desde lejos, en el momento en que lo hirió con palabras burlonas y lo despreció en su propio jardín, refiriéndole mi gloria y mi poder, aquel miserable Perses, Metrobates.

 Ο ΦΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ
Στον Χουάν ντε Λόξα
Ο πατέρας μου ονειρευόταν στη μέση του χωραφιού. Η ομορφιά και η δύναμη των ονείρων του αρκούσαν για να κελαηδήσουν όλα τα λυπημένα πουλιά, να χτυπηθούν ο δάκος και ο περονόσπορος, να ξανανθίσουν γι’ άλλη μια φορά τα δέντρα. Τα όνειρα του πατέρα μου, τα λυπημένα πουλιά, ο δάκος και ο περονόσπoρος κι οι νέοι ανθοί στα δέντρα, αποτελούσαν έναν αδιάσπαστο κύκλο που η τελική του ηθική αναγωγή έφτανε ως και τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή και τον Παρμενίδη. Ο πατέρας μου ονειρευόταν στη μέση του χωραφιού. Εγώ στη μέση ενός δωματίου. Η δύναμη και η ομορφιά των ονείρων μου είναι απ’ ό,τι φαίνεται άλλης τάξεως. Γι’ αυτό συνήθως καταλήγω σ’ ένα πονεμένο «Ω!» για την ιλαροτραγωδία του αποσπασμένου από τη Φύση σύγχρονου κόσμου. Κι αφού ένα μέρος του είμαι κι εγώ, ο κύκλος των αντικειμένων μου και των βιβλίων μου δεν έχει καμιά φυσική αναγωγή, δεν είναι εύκολο να προκαλέσει έστω ένα κελάηδημα πουλιού, και φυσικά, είναι εντελώς αδύνατο, να προφυλάξει έναν θέσει μεταφυσικό από τη θλίψη και την ασυναρτησία του κόσμου.

EL CÍCLO FÍSICO Y METAFÍSICO DE UN SUEÑO
A Juan de Loxa
Mi padre soñaba en medio del campo.La belleza y la fuerza de sus sueños bastaban para hacer cantar a todas las aves entristecidas, para que desaparecieran la mosca del olivo y los hongos de semillas, y para que florecieran de nuevo, una vez más, los árboles. Los sueños de mi padre, las aves entristecidas, la mosca del olivo, los hongos de semillas y las nuevas flores en los árboles, cerraban un ciclo indisoluble, cuya relación ética llegaba hasta Heráclito, Empédocles y Parménides.Mi padre soñaba en medio del campo.Yo, en medio de mi pequeña y pobre habitación.La fuerza y la belleza de mis sueños son,al parecer,de otra clase. Por ello, suelo terminar de ordinario con un doloroso ¡Oh! por la tragicomedia del mundo actual alejado de la Naturaleza. Y, puesto que yo también formo parte de él,el ciclo de mis sueños literarios y de mis libros no tiene ninguna relación con esa naturaleza, no es fácil provocar, como mínimo, el canto de un ave y resulta imposible, naturalmente, proteger a un hombre metafísico de la tristeza y la incoherencia del mundo.


ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΡΑΨΩΔΙΑ
Στον Χοσέ Γκουτιέρεθ

 «Και µοναχά η ψυχή σαν όνειρο
πετώντας φτερουγίζει.
Τώρα στο φως µιαν ώρα
αρχύτερα κοίτα ν' ανέβεις»
Oδύσσεια, χ. 223-224

 Αν θυμάμαι καλά, όταν ήμουν παιδί, συλλογιζόμουνα επίμονα τον Οδυσσέα. Ζούσα τότε τη μέρα σαν όνειρο, κατάντικρυ στη θάλασσα, καθισμένος στις άκρες των βράχων, διαβάζοντας Όμηρο, σχεδιάζοντας τα δικά μου ταξίδια. Κάποτε, έτυχε να σμίξουμε στο ίδιο πλήρωμα, στα ίδια δρομολόγια, στα ίδια μυθικά λιμάνια. Είχαμε φαίνεται κι οι δυο στο βλέμμα μας την ίδια αίσθηση, εκείνη τη βαθύτερη αίσθηση της νοσταλγίας. Πάει καιρός από τότε κι ο Οδυσσέας της νιότης μου, που τόσα και τόσα με δίδαξε στη ζωή, έχει αλλάξει ολότελα. Τις νύχτες έρχεται ανήσυχος στη γέφυρα και με κοιτάζει παράξενα· ιδιαίτερα με κοιτάζει παράξενα όταν δε βρίσκουμε το δρόμο μας, τις ώρες της θαλασσοταραχής, ίσως ζητώντας μου βοήθεια, ίσως ζητώντας να του πω μια λέξη. Πάει καιρός από τότε· κι όμως δεν ξέρω τι θα ήθελα να του πω. Μπορεί να του μιλήσω ένα βράδυ με αστροφεγγιά· μπορεί και να του πω για κάτι που είναι απίθανο στις μέρες μας. Για κείνο το μακρύ υφαντό της Πηνελόπης του, που ετοιμάζει την επιστροφή, ή, και για μερικούς ανθρώπους που κουράστηκαν, που έχασαν οριστικά την άλλη αίσθηση, εκείνη τη βαθύτερη αίσθηση της νοσταλγίας.

 ODISEA, RAPSODIA FANTÁSTICA
A José Gutiérrez
Y una vez exhalada
el alma vuela
como un sueño;
pues busca la luz.
Odisea, x. 223-224

Si recuerdo bien, cuando era pequeño, pensaba mucho en Odiseo. Vivía entonces el día como un sueño, frente al mar,sentado en los salientes de las rocas, leyendo a Homero e imaginando mis propios viajes.A veces, ocurría que nos juntábamos en la misma tripulación,en los mismos cruces de caminos,en los m ismos puertos míticos. Los dos teníamos, al parecer, en nuestras miradas el mismo sentimiento, el sentimiento profundísimo de la nostalgia. Hace bastante tiempo, y el Odiseo de mi juventud, que tanto y tanto me enseñó en la vida,ha cambiado por completo. Por las noches, llega intranquilo al puente y me mira con extrañeza. Y me mira con extrañeza especialmente cuando no encontramos nuestro camino en momentos de mar revuelto,quizás buscando ayuda en mí, quizás pidiendo que le diga una palabra. Hace tiempo desde entonces.Y, sin embargo, no sé que le hubiera dicho. Quizás le hable una noche de resplandor de estrellas. Quizás le hable también de algo que resulta increíble en nuestros días. De aquel gran tejido que su Penélope preparaba para su regreso. O de algunos hombres que se cansaron, que perdieron para siempre el otro sentimiento, aquel profundísimo sentimiento de la nostalgia.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ
Στον Γιάννη Ρίτσο
«Ήλιος ουχυπερβήσεται μέτρα,
ει δέ μη Ερινύες μιν, Δίκης επίκουροι,
εξευρήσουσι».
Ηράκλειτος, «Περί φύσεως», 94.

 Στη νύχτα μου ο φόβος. Χθες βράδυ μόλις, έγινα φονιάς, σκοτώνοντας για εκδίκηση τη θλιβερή μου μάνα. Ήτανε τόσο φοβισμένη και δειλή, που έτρεμε όπως το δεντρί την ώρα που το πελεκάει ο ξυλοκόπος. Δεν ήθελα να ξαναδώ τη μαύρη λάμψη απ’ το μίασμα που ‘χε βαθιά στα μάτια. Βύθισα με μανία το μαχαίρι μου μέσα στα στήθη τα ζεστά κι ευθύς ξεπήδησε σαν ποταμός το μολυσμένο αίμα. Έγειρε τότε ξέπνοη επάνω στο χαλί κι απόμεινε εκειδά μια δελεαστική βορά για τα σκυλιά και τα σαγόνια του Άδη. Μα να που τώρα ανεβοκατεβαίνω έξαλλος μέσα στης νύχτας τις καταπακτές, προσμένοντας απ’ τους θεούς μια δροσερή βροχή να ξεπλυθώ, κάτι σαν τελική και δίκαιη εξιλέωση από το φοβερό το μίασμα του μητροκτόνου. Εμένα, μ’ έμαθαν από μικρό οι συμφορές να ξεχωρίζω στη στιγμή όλους τους δίκαιους τους καθαρμούς και πότε είναι η ώρα που αρμόζει να μιλώ και πότε να σωπαίνω. Κι αν ήμουνα ως το τέλος για όλους σας ο εκδικητής κι ο χαλαστής, ο λυτρωτής του Άργους, για μένανε ίσως να ‘τανε γραφτό να μην υπάρχει πια ησυχασμός, χαμόγελο, χαρά, ούτε γαλήνη του ύπνου.

MONÓLOGO DE ORESTES
A Yannis Ritsos
«El sol no soprepasará sus medidas
si las jovenes Erinias de la Justicia
no se lo permiten».
Heráclito, “Sobre la naturaleza”, 94.

En mi noche, el miedo. Ayer, apenas anocheció, me convertí en asesino y maté a mi pobre madre por venganza. Era tan asustadiza y cobarde que temblaba como un árbol justo en el momento en que va a talarlo el leñador. No quería volver a ver el oscuro resplandor del crimen que tenía incrustado en los ojos.Sumergí con furia el puñal en sus cálidos pechos e inmediatamente saltó como un río la sangre infectada.Se despertó entonces jadeante sobre el tapiz y quedó allí,presa tentadora para los perros y la barbilla de Hades. Mas he aquí que, ahora, subo y bajo, fuera demí, las trampillas de la noche, esperando de los dioses una lluvia fresca para enjuagarme,algo así como un justo sosiego final tras el terrible crimen de haber matado a mi propia madre. A mí, desde pequeño,las desgracias me enseñaron a distinguir en un instante todas las purificaciones justas, y cuándo está bien que hable y cuándo que me calle. Y si fuese hasta el final, para todos vosotros,el vengador y el destructor,el liberador de Argos, quizás estuviera escrito para mí que no existiera ya sosiego,sonrisa,alegría ni tranquilidad en el sueño.

[Από τη συλλογή Η έκπληξη της κάθε μέρας, Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1992. De la colección La sorpresa de cada día. Ediciones Astrolavos/Euthini, Atenas, 1992. Traducción: José Antonio Moreno Jurado]


ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ
Στον Μιγέλ Άνχελ Αλέχο Άλβαρεθ
Το σπίτι μου δεν είναι το σπίτι μου.
Το σπίτι μου είναι το σπίτι των γάτων μου.
Αυτοί ζουν σ’ αυτό
και πότε πότε
μ’ αφήνουν κι εμένα
να ζήσω.

LA PARADOJA
A Miguel Ángel Alejo Álvarez
Mi casa no es mi casa.
Mi casa es la casa de mis gatos.
Ellos viven en ella
y de vez en cuando
me dejan a mí también
vivir.

 O ΑΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Είπες
−μετά τον οργασμό−
ο έρωτάς μας
είχε έναν πρωτογονισμό.
Nαι, απάντησα εγώ, κουρασμένος.
Όπως η ποίηση
που αρχίζει
με τον ήχο
ενός ταμπούρλου
μες τη ζούγκλα.

 EL ETERNO DIALOGO

Dijiste
−después del orgasmo−
el nuestro amor
tuve un paroxismo.
Si, respondí cansado.
Como la poesía
que comienza
con el sonido
de un tambor
en la jungla.

[Poesía de la experiencia. Dos poemas ineditos. Traducción: Stelios Karagiannis (Ποίηση της εμπειρίας. Δυο ανέκδοτα ποιήματα. Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης).]


Nota bibliográfica
Poeta, ensayista y traductor, que nace en la isla de Samos. Doctor en Filosofía por la Universidad de Ioánnina con la Tesis «La crisis de la modernidad Cultura,Teccnologia y Razón Histórica en José Ortega y Gasset» ,2002, y Doctor por la Universidad de Granada con la Tesis «La Evasión de Dédalo Teoria y usos poeticos de la metáfora en José Οrtega y Gasset.Juan Ramón Jimenez y Yorgos Seferis», 2005. En 1992 ganó el premio de la poesía Nikiforos Vretakos del Ayudamiento de Atenas.Ha publicado desde la década de los ochenta varios libros de poesía y ensayo literario,ensayos filosóficos y pedagógicos,etc. Algunos de sus ensayos literarios y filosóficos se publicaron en revistas españolas como el Fingidor, Estudios Orteguianos, Diálogo Filosófico, etc. Se considera por la crítica como uno de los poetas más represent tivos de la generacion de los 80 por su poesia psmodernista e intimista. Ha traducido libros de literatura española infantil,dos obras teatrales,poesia andaluza reciente y poesía de los grandes poetas Jorge Luis Borges, Juan Ramón Jimenez, Francisco de Quvedo, etc.. Poemas suyos han sido traducidos al español, al inglés y al alemán. Es Consejero de Educación en el Ministerio de Educación Griego e imparte d esde el año 2004 hasta hoy. Literatura Española Moderna en la Universidad Abierta de Grecia.Es miembro de la Asosiación de hispanistas griegos,de Pen Club, de la Assosiación Nacional de los Escritores Griegos y de la Academia de Buenas Letras de Granada (académico correspondiente en Atenas). Es Director de la revista digital ERATO Ars Poetica, Revista Internacional de Poesía.

Obras d Poesía:
Estatua de la puerta interior, Editorial Gnosi, Atenas, 1981.
En el fondo de la mina, Editorial Eolos, Atenas, 1981.
La sorpresa de cada día, Editorial Astrolavos, Atenas,1992 (premio Nikifors Vretakos).

Ensayos:
El funámbulo y el compio, Editorial Astrolavos, Atenas 1990.
La razón significativa. Vivencia y acción poética en Yorgos Seferis, Editorial Parousia, Atenas, 1997.
Las verdades deClío y Erato. Ensayos filosóficos y literarios sobre J. Ortega y Gassét, Editorial Comares, Granada, 2009.