10/29/2017

Χόρχε Μπουκάι, Κάνοντας έρωτα (Jorge Bucay, Hacer el amor)


Χόρχε Μπουκάι
Κάνοντας έρωτα

Jorge Bucay
Hacer el amor

Μετάφραση: Άννα Στεργίου
(Traducción: Ana Stergiou)

Εκείνη κι εγώ κάναμε έρωτα καθημερινά.
Μ’ άλλα λόγια, τις Δευτέρες, τις Τρίτες και τις Τετάρτες
κάναμε έρωτα σταθερά…
Τις Πέμπτες, τις Παρασκευές και τα Σάββατα, κάναμε έρωτα παρομοίως…
Τέλος, τις Κυριακές κάναμε έρωτα ευλαβικά…
Κάναμε έρωτα αναγκαστικά.
Το κάναμε σκόπιμα.
Το κάναμε αυθόρμητα.
Κάναμε έρωτα λόγω συμφωνίας χαρακτήρων,
και βεβαίως βεβαίως τηλεφωνικά,
πρωτίστως και εν κατακλείδι,
για να μην ξεχνιόμαστε και για παν ενδεχόμενο, ως πρώτη κι ως έσχατη λύση.
Κάναμε έρωτα λόγω ώσμωσης και λόγω συμβίωσης,
κι αυτό το αποκαλούσαμε: να κάνεις έρωτα επιστημονικά.
Αλλά επίσης κάναμε έρωτα εγώ σ’ εκείνη κι εκείνη σε μένα, δηλαδή αμοιβαία.
Κι όταν εκείνη έμενε στη μέση ενός οργασμού κι εγώ με το μέλος μου,
που ‘χε γίνει ένας μαλακός μυς, δε μπορούσα να την ικανοποιήσω,
τότε κάναμε έρωτα θλιβερά.
Κι αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με τις φορές που εγώ φανταζόμουν ότι
δε θα μπορέσω και δε μπορούσα,
κι εκείνη σκεφτόταν ότι δε θα αισθανθεί και δεν αισθανόταν, ή ήμασταν
τόσο κουρασμένοι
και τόσο ανήσυχοι που κανείς απ’ τους δυο μας δεν έφθανε σε οργασμό.
Λέγαμε τότε ότι είχαμε κάνει έρωτα στο περίπου.
Ή, ξαφνικά, η Στεφανία θυμόταν τα σκιουράκια που της έφερε ο θείος Εστέμπαν
απ’ το Ουισκόνσιν
που έκαναν βόλτες σαν τρελά μες στα κλουβιά τους που μύριζαν κρεολίνα,
κι εγώ απ’ τη μεριά μου θυμόμουν το σαλόνι στο σπίτι των παππούδων μου
με τις βιενέζικες καρέκλες
και τις γλάστρες με τα τριαντάφυλλα που περίμεναν να ανθίσουν στις τέσσερις
το απόγευμα…
Σ’ αυτή την περίπτωση κάναμε έρωτα νοσταλγικά,
ερχόμενοι σε οργασμό
καθώς τρέχαμε πίσω από παλιές αναμνήσεις.
Πολλές φορές κάναμε έρωτα παρά φύση, φυσιολογικά, αδιαφορώντας για τη φύση.  Ή τη νύχτα με το φως αναμμένο ή τη μέρα με τα μάτια κλειστά.
Ή με το σώμα καθαρό και βρόμικη τη συνείδηση.
Ή αντίστροφα.
Ευχαριστημένοι, ευτυχισμένοι, πονεμένοι, πικραμένοι.
Με τύψεις και δίχως νόημα.
Νυστάζοντας και κρυώνοντας.
Κι όταν αντιλαμβανόμασταν το παράλογο της ζωής κι ότι μια μέρα θα ξεχνούσαμε
ο ένας τον άλλον, τότε κάναμε έρωτα ανώφελα.
Για να σκάσουν από ζήλια οι φίλοι κι οι εχθροί μας κάναμε έρωτα:
απεριόριστα,
αριστοτεχνικά,
θρυλικά.
Προς τιμή των γονιών μας, κάναμε έρωτα ηθικά.
Για να σκανδαλίσουμε τη κοινωνία, κάναμε έρωτα παράνομα.
Για να χαροποιήσουμε τους ψυχιάτρους κάναμε έρωτα συμπτωματικά. 
Κάναμε έρωτα σωματικά,
στα όρθια και τραγουδώντας
στα γόνατα και προσευχόμενοι
ξαπλωμένοι και ονειρευόμενοι.
Και πάνω απ’ όλα, και για τον απλούστατο λόγο ότι εγώ έτσι ήθελα
κι εκείνη επίσης κάναμε έρωτα οικειοθελώς.


Ella y yo hacíamos el amor diariamente.
En otras palabras, los lunes, los martes y los miércoles hacíamos el amor
invariablemente…
Los jueves, los viernes y los sábados, hacíamos el amor igualmente…
Por último los domingos hacíamos el amor religiosamente…
Hacíamos el amor compulsivamente.
Lo hacíamos deliberadamente.
Lo hacíamos espontáneamente.
Hacíamos el amor por compatibilidad de caracteres,
por favor,
por supuesto,
por teléfono,
de primera intención
y en última instancia,
por no dejar y por si acaso, como primera medida y como último recurso.
Hicimos el amor por ósmosis y por simbiosis:
Y a eso le llamábamos hacer el amor científicamente.
Pero también hicimos el amor yo a ella y ella a mí, es decir, recíprocamente.
Y cuando ella se quedaba a la mitad de un orgasmo y yo con el miembro
convertido en un músculo flácido no podía llenarla,
entonces hacíamos el amor lastimosamente.
Lo cual no tiene nada que ver con las veces en que yo me imaginaba que no iba a
poder y no podía,
y ella pensaba que no iba a sentir y no sentía, o bien estábamos tan cansados
y tan preocupados que ninguno de los dos alcanzaba el orgasmo.
Decíamos entonces, que habíamos hecho el amor aproximadamente.
O bien, a Estefanía, le daba por recordar las ardillas que el tío Esteban le trajo de
Wisconsin
que daban vueltas como locas en sus jaulas olorosas a creolina,
y yo por mi parte recordaba la sala de la casa de los abuelos con sus sillas vienesas
y sus macetas de rosas esperando la eclosión de las cuatro de la tarde…
Así era como hacíamos el amor nostálgicamente, viniéndonos
mientras nos íbamos tras viejos recuerdos.
Muchas veces hicimos el amor contra natura, a favor de natura, ignorando a natura.  O de noche con la luz encendida, o de día con los ojos cerrados.
O con el cuerpo limpio y la conciencia sucia.
O viceversa.
Contentos, felices, dolientes, amargados.
Con remordimiento y sin sentido.
Con sueño y con frío.
Y cuando estábamos conscientes de lo absurdo de la vida y de que un día
nos olvidaríamos el uno del otro, entonces hacíamos el amor inútilmente.
Para envidia de nuestros amigos y enemigos hacíamos el amor:
ilimitadamente,
magistralmente,
legendariamente.
Para honra de nuestros padres, hacíamos el amor moralmente.
Para escándalo de la sociedad, hacíamos el amor ilegalmente.
Para alegría de los psiquiatras hacíamos el amor sintomáticamente.
Hacíamos el amor físicamente,
de pie y cantando
de rodillas y rezando
acostados y soñando.
Y sobre todo, y por la simple razón de que yo lo quería así
y ella también hacíamos el amor voluntariamente.