Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Δύο ανέκδοτα νεανικά ποιήματα του Νίκου Καββαδία (Dos inéditos poemas juveníles de Nikos Kavadias)



ΠΡΟΣΦΑΤΗ NEOΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
(POESIA NEOGRIEGA RECIENTE)

Δύο ανέκδοτα νεανικά ποιήματα του Νίκου Καββαδία
(Dos inéditos poema juveníles de Nikos Kavadias)

Mετάφραση / Traducción: Rodi deFuca


ΔΑΚΡΥ

Το βράδυ πέθανε η παιδούλα
που ‘χε αρρωστήσει την αυγή.
Ίσως η αγνή της η ψυχούλα
με τ᾿ άστρα θέλησε να βγη.
Και τώρ᾿ αστέρι θα’ χει γίνει
τον ουρανό για να ομορφήνη.


 LΑ MOCITA

Aquella noche se ha ido la mocita
que había enfermado a la aurora.
Quizás a su alma, el dorado cielo cita
blanca estrella celeste e incolora
le da la bienvenida y la invita
a ser una nueva, al universo, estrellita.


ΑΓΑΠΑΩ

Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο
τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι,
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.
Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπρόφτερό τους.
Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω.
Αγαπάω, και θα ‘θελα μαζί τους να πάω,
κι ούτε πια να γυρίσω.
Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.
Αγαπάω σ’ ετούτο τον κόσμο ό,τι κλαίει,
γιατί μοιάζει με μένα.


ΑΜΟ

 Amo lo que en el mundo está atormentado
-los lagrimosos ojos del desvalido hombre-.
El árbol agostado y desollado
y el vergel desierto, abandonado…
las ciudades inertes, paisajes oscuros de brillo pobre…
Los penitentes gibosos que con un triste macuto
−hacia una tierra lejana−, vestidos, parten, de luto.
A los ciegos trovadores y los callejeros vientos,
errantes, vagabundos y pobres hambrientos;
Las pálidas doncellas que fantasean siempre
con −el misterioso−, príncipe soñado
o el caballero andante que una noche muere
herido en el camino del bosque ensoñado.
Los cisnes adormilados sobre sus alas blancas
-barcos que desamarran en cielo entrañado-
sin nunca adivinar si pronto retornarán a tierra…
Amo -aquellos que parten-, con los que partir quisiera
-tampoco oír sus sollozos y sus desesperanzas-…
Amo a las doncellas dulces que lloren sus andanzas,
que lejos suspiran y lejos han soñado…
Amo en este mundo todo que llora y compadece
porque a mí mismo se parece.

Νίκος (Κόλλιας) Καββαδίας 1928

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου