Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Πέτρος Γκολίτσης, 6 ποιήματα (Petros Golitsis, 6 poemas)



Traducción y nota: Mario Domínguez Parra
El poeta, ensayista, crítico y pintor griego Petros Golitsis (Salónica, 1978) estudió  Económicas en la Universidad de Salónica y en Birbeck College (Londres). Algunos  de sus poemas se han traducido al rumano, al serbo-croata, al alemán, al búlgaro, al  finés, al italiano y al inglés.

Βιογραφικό σημείωμα
Ο Πέτρος Γκολίτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Έχει εκδώσει τέσσερα ποιητικά βιβλία (Η μνήμη του χαρτιού, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2009, Το τριβείο του χρόνου, εκδ.  Μανδραγόρας, 2013, Η σάρκα των προσωρινών, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015, Σκάζοντας κρέας,  εκδ. Θράκα, 2017) και τέσσερις μελέτες για τη νέα ελληνική λογοτεχνία (Από τις αφετη-ρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων,  2015, εκδ. Ρώμη, 2016, Όροι και όρια της ποιητικής του Γιάννη Δάλλα, εκδ. Ρώμη, 2015,  Η «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη: Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Φάλκος, Νικηφόρου, Τόκα-Καραχάλιου, Λουκίδου, εκδ. Ρώμη, 2016 και το Ποιητικές μεταστοιχειώσεις. Στοιχεία εξπρεσιονισμού  στην ποίησή μας: Σαχτούρης, Μπράβος, Μαστοράκη, Φωστιέρης, Λαμπρέλλης, Χριστόπουλος,  Γρίβα, εκδ. Ρώμη, 2017).
Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε 8 γλώσσες (Αγγλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Φινλανδικά, Ισπανικά, Ρουμανικά, Βουλγαρικά και Σερβοκροατικά). Παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική.


ΆΛΟΙΣ ΜΠΡΟΥΝΕΡ

Γερμανός ναζί εγκληματίας πολέμου, 
δεξί χέρι του Άντολφ Άιχμαν. 
Υπεύθυνος για τις μεταγωγές περίπου 
50000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης.

Γυρίζουνε τα κόκαλα μέσα στη γη 
                                                αλέθονται
φυτρώνουν δέντρα εδώ και εκεί 
στάχυα πετάγονται απ’ τα μάτια 
μάτια που είδαν θάλασσα
μάτια που αδειάσαν κόσμο

Λάσπη μάς μαύρισες
μάς πήγες στον σταθμό
«Ά λ o ι ς!», φώναζα
«Ά λ o ι ς! Δολοφόνε!»
Οι ράγες ετοιμάζονται
τροχίζουν τους νεκρούς 
ακέφαλος πολτός να εξατμίζεσαι 
προσωρινά τα κάγκελα
σύρμα που κράταγε τη σάρκα

«Ά λ ο ι ς», κραύγαζα και πέφταν οι κραυγές 
σαν πέτρες μέσα μας βουβές και μόνο σκόνη 
ψόφια πουλιά μες στην χαράδρα θάφτηκες 
ψόφια πουλιά τα χέρια μας μαυρίζουν ουρανό

«Ήλιε στο μάτι του νεκρού, λαμπύριζε»
στο μέτωπο ιδρώτας, «ήλιε γύριζε»
γλύφει η μάνα το παιδί κι ο σκύλος τής γαβγίζει

Και σκοτεινιάζει μονομιάς ο ορίζοντας 
ο «Άλοις» είναι η πόλη μας
ο «Άλοις» είναι η πόλη
μια πόλη τεφροδόχος

Από το βιβλίο Η σάρκα των προσωρινών (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

ALOIS BRUNNER

Criminal de guerra nazi alemán, 
mano derecha de Adolf Eichmann. 
Responsable de los traslados de unos 
50000 judíos de Tesalónica

Los huesos erran en la tierra 
son triturados

plantan árboles allá y acullá 
cenizas escapan de los ojos 
ojos que vieron mar
ojos que vaciaron gente

Barro, nos ennegreciste 
nos llevaste a la estación
«¡A l o i s!, grité
¡A l o i s, asesino!»
Los raíles se preparan
aguzan a los muertos
para volatilizar pulpa acéfala 
provisional la cárcel
alambre que mantenía la carne

«A l o i s», chillé y cayeron los chillidos
como piedras en nosotros mudas y solo polvo 
pájaros muertos en el barranco te enterraron
pájaros muertos nuestras manos ennegrecen el cielo

«Relumbra, Sol, en el ojo del muerto»
en la frente sudor, «sol, regresa»
la madre labra al hijo y su perro le ladra

Y se oscurece de golpe el horizonte 
«Alois» es nuestra ciudad
«Alois» es la ciudad
una ciudad urna funeraria

Del libro La carne de los efímeros (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015)



ΡΑΦΑΗΛ

Τι παραμόρφωση
στο τελευταίο μου έργο –τελικά– τη «Μεταμόρφωση»
εγώ θλιβόμουν που ‘δωσα πράσινο –κακώς–
στα ενδύματα των ηλιθίων των θνητών,
μα των πιστών ο θαυμασμός
έπεσε πάνω σ’ ένα –λένε– νέο γεγονός
στις δύο ζώνες τις επάλληλες
στην αιμάτινη ομάδα και στη λάμψη την ουράνια
σύνθεση –τάχα– κλασική από τις απαράμιλλες
Αν ήξερα όμως ο πτωχός –αλίμονο αν δεν είμαι ταπεινός– 
πως πρόκειται για το έργο μου το τελευταίο
θα έκανα αυτό που είχα στο νου μου από την αρχή
από την πρώτη την εγκόσμιά μου στιγμή
και όχι κάτι ανταγωνιστικό ή φευγαλέο
Στο διάολο τα πράσινα κι οι ανούσιες αντιθέσεις
οι άδειες αίθουσες με τους ιπτάμενους Χριστούς
οι όποιες παραινέσεις∙
Ά σ π ρ ο ι οι τοίχοι των ναών και το κυανό
είτε εύκολο είτε περιττό
Θα άφηνα μόνο κάτι γραμμικό
χωρίς ανθρώπους –με δομή–
αρχιτεκτονικό και ερημικό
ένα κάδρο –σαν τον κόσμο μου– κλειστό
με μια ώχρα, τη μόνη μου πηγή

RAFAEL

Qué distorsión
en mi última obra –finalmente– la «Metamorfosis»
me entristecía otorgar el verde –de mala manera–
a los atuendos de los estúpidos mortales,
pero el milagro de los fieles
cayó sobre un -dicen- nuevo acontecimiento
en las dos zonas sucesivas
en el grupo sangriento y en el resplandor célico
composición –supuestamente– clásica entre las incomparables
Sin embargo, si pobre de mí supiese –ay de mí si no soy humilde– 
que se trata de mi última obra
haría lo que tenía en mente desde el comienzo
desde mi primer instante terrenal
y no algo antagonista o huidizo
Al diablo los verdes y los insulsos contrastes
las salas vacías con los Cristos volantes
las dudosas admoniciones;
B l a n c o s los muros de los templos y el turquí
ora fácil ora superfluo
Yo dejaría sólo algo lineal
sin personas –con estructura–
arquitectónico y desértico
un cuadro –como mi mundo– cerrado
con un ocre, mi única fuente

ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ό,τι ηύρα ο πτωχός εγώ, μονάχος, ταπεινός
–σημείωνε εις το ημερολόγιόν του
νέος εκ Χάνδακος, απ’ τη Θεσσαλονίκη ορμώμενος
άρτι αφιχθείς εξ Εσπερίας–
ό,τι ηύρα ο χριστιανός ερχόμενος από άλλο δρόμο σιωπηλός 
το είδα και στον Αισχύλο και στον Πλάτωνα
με νόμισα για μια στιγμή Ηράκλειτο ή μοναχό Βυζαντινό 
ταυτίστηκα με άνδρες σπουδαίους και την ζωή μου χώρισα
εις δύο∙ πριν και αφού τους γνώρισα
Μα την ψυχή μου κατατρώγει η αλήθεια
του ανθρώπου η γύμνια∙ και εν τέλει
η στάση του, το πιο βαρύ απ’ όλα
Νέος εγώ μεταβυζαντινός, ορθόδοξος, με κλασική παιδεία 
αγάπησα όσο τίποτε τον συντοπίτη μου Θεοτοκόπουλο 
Δομήνικος Θεοτοκόπουλoς, ομοίως καταγόμενος
εκ Χάνδακος, ζωγράφος…

Πρώτα το βράδυ τούτο μες στο ημίφως όπως τρέμουν τα κεριά 
έβαλα μπρος μου την «Ταφή του Κόμητος Οργκάθ»
και έπειτα την «Αλληγορία της Ιεράς Συμμαχίας»
Μα μες στα σωθικά μου σιγοκαίει προπαντός
εικών κατεστραμμένη ή αταύτιστη
η «Άκρα ταπείνωσις» του Ιησού
Ο Χριστός στέκεται όρθιος, νεκρός
με τον σταυρό –α κ ό μ η– πίσω του.

Από το βιβλίο Σκάζοντας Κρέας (εκδ. Θράκα, 2017)

DOMÍNIKOS CEOTOKÓPULOS

Todo lo que pobre de mí hallé, solo, humilde
–anotó en su diario
un joven de Jándakos expulsado de Tesalónica
recién llegado de Esperia–
todo lo que yo, cristiano llegado de otro camino, silencioso, hallé 
lo vi tanto en Esquilo como en Platón
me creí por un instante Heráclito o monje bizantino
me identifiqué con hombres relevantes y dividí mi vida
en dos; antes y después de conocerlos
Pero la verdad la desnudez del hombre
y finalmente su postura, lo más duro de todo,
devoran mi alma
Yo, joven post-bizantino, ortodoxo, de educación clásica
amé como a nadie a mi paisano Ceotokópulos
Domínikos Ceotokópulos, igualmente oriundo
de Jándakos, pintor…

Esa noche en la penumbra mientras temblaban las velas primero 
coloqué frente a mí «El entierro del conde de Orgaz»
y luego «Alegoría de la Liga Santa»
Pero en mis entrañas ante todo se consume
la imagen arrasada o irreconocible
la «Extrema humildad» de Jesús
Cristo se alza recto, muerto
con la cruz –a ú n– tras él.

Del libro Reventando carne (εκδ. Θράκα, 2017)

O ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, Ο ΠΑΥΛΟΣ, Ο ΚΙΚΕΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ήρθαν στην πόλη τούτη
με κάποια χρόνια διαφορά
ο Λουκιανός, ο Παύλος, ο Κικέρων
και κατεβαίνουμε στην αγορά
να δούμε –μες στο φως των άστρων–
πώς θα λάμψουν:
οι λόγοι, οι κινήσεις, οι χιτώνες τους
πώς συγκινούν και ανασκαλεύουν τις ψυχές… 
δείχνοντας έναν μέλλοντα χωρίς εμάς, για μας
μιλούν κάθε φορά, με λόγια σκοτεινά,
πολύχρωμα άλλοτε και φωτεινά
φτιάχνοντας δρόμους που αυλακώνουν τις ροές 
νεκυομαντείες μυθικές και μυστικές αποκαλύψεις
μιας μεταθάνατον ζωής με νομικές μεταρρυθμίσεις…

Και να, που τώρα εμείς, εδώ
γυρεύουμε έναν παλμό, που σφύζει φως 
έναν ρυθμό που συντονίζει το σκοτάδι 
που όλους μας καταπίνει και μας φτύνει  πάλι και πάλι
ενώ έξω αφρίζουν
οι θεοσκότεινοι ωκεανοί
του σύμπαντος

LUCIANO, PABLO, CICERÓN  EN LA CIUDAD DE SALÓNICA

Vinieron a esta ciudad
con algunos años de diferencia
Luciano, Pablo, Cicerón
y bajamos al mercado
para ver –a la luz de los astros–
cómo brillarán:
sus palabras, sus movimientos, sus quitones
cómo conmueven y hurgan en las almas… 
mostrando un futuro sin nosotros, sobre nosotros 
hablan cada vez, con palabras oscuras,
antaño polícromas y luminosas
creando caminos que aran las corrientes
míticas necromanciasy descubrimientos místicos
de una vida póstuma con reformas legales…

Y ved que ahora nosotros, aquí 
buscamos un pulso que palpite luz 
un ritmo que coordine la oscuridad 
que a todos nos engulla y escupa 
una y otra vez
mientras que fuera espumajean
los oscurísimos océanos
del universo


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο 
 της Κέρκυρας το 1888. Παραμένει έως το 1902.

Θεραπευμένος γύρισα στο πατρικό το σπίτι μου 
κατόρθωσα σιγά-σιγά πρόβατα λίγα ν’ αποκτήσω
τα βόσκω μοναχός στην εξοχή
τ’ αρμέγω, τα κουρεύω
τα σαλαγάω, τα χαίρομαι
τους έχω δώσει ονόματα: Μαρία, Μαριγώ, Ειρήνη…

Κανέναν δεν συναναστρέφομαι
(στους ζωντανούς εξάλλου δεν με λογαριάζουν) 
η “Μήδεια” ανολοκλήρωτη με βασανίζει

Η μάνα μου το σπίτι κάθε μέρα θυμιατίζει 
και καταστρέφει κάπου-κάπου τα έργα μου 
«αυτά φταίνε γι’ όλα», λέει
και βγαίνω έξω βουρκωμένος στην αυλή 
προσπαθώ να μη με δει
που κλαίω και μαλώνω με τις πέτρες
Στο τέλος κατεβαίνω στο εργαστήρι

Πουλάει κανά πρόβατο
και μου το κρύβει
μου λέει, «Χάθηκε»
και τότε παίρνω να γυρίζω
τρέχω από ‘δω, τρέχω από ‘κεί
φωνάζω «Μαριγώ!..», φωνάζω «Ειρήνη!..»

μες στις βαθιές χαράδρες του μυαλού μου 
χορτάριασαν τα αγάλματα

μα πάλι ξάφνου λάμπουν

Από το βιβλίο Τριβείο του χρόνου (εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

EL REGRESO

Yannulis Jalepás es internado en el manicomio 
de Corfú en 1888. Permanece allí hasta 1902.

Curado, regresé a mi casa paterna
poco a poco conseguí adquirir unas pocas ovejas 
yo solo las pastoreo en el campo
las ordeño, las esquilo
grito al rebaño, las saludo
les he puesto nombre: María, Marigó, Irini…

Con nadie alterno
(ademásno me cuentan entre los vivos) 
la inconclusa «Medea» me atormenta

Cada día mi madre inciensa la casa 
y destruye algunas de mis obras 
«ellas tienen la culpa de todo», dice 
y lacrimoso salgo al patio
intento que no me vea
llorar y discutir con las piedras
Al final bajo al taller

Vende alguna oveja
y me lo oculta
«Se perdió», me dice
y entonces me dispongo a volver 
corro por aquí y por allá
grito «¡Marigó…!», grito «¡Irini…!»

en los profundos barrancos de mi mente 
las estatuas estaban cubiertas de maleza

pero de nuevo de repente brillan

Del libro Trituradora del tiempo (εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013 Μ.Χ.  (ΠΟΛΗ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΗ)

Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε 
μίλησε με σωζόμενα ρητά
−κι άλλα που χάθηκαν−
ακούγονταν
τα πλέον σκοτεινά:
«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»
«είμαστε και δεν είμαστε»
«στις ίδιες πόλεις κατοικούμε
νεκροί και ζωντανοί»
«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε» 
«νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς» 
−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ’λεγε−
δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή
(εδώ και το ποτάμι)
η αλληλουχία των γενεών
πάνω στη γη, μέσα στην πόλη
1000 και κάτι οι τάφοι
του 4ου αιώνα προ Χριστού
στο Σιντριβάνι
και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο
η decumanus
και μ’ ένα άλμα μετά
απ’ τη σφαγή του Ιππόδρομου
στο Άουσβιτς
Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά
δείξε μας δώσε μας
την πόλη κάτω από την πόλη
κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή
πόλη μέσα σε πόλη
κάτω απ’ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι
στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά
−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−
εγχυτρισμοί
ενταφιασμοί
και καύσεις
δεν θα παύσεις
Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σ’ άλλη πόλη 
με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί 
νέα ξανάρχεσαι
λειψή μεταβαλλόμενη
κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί
γυαλίζουμε τα μάρμαρα
−in situ−
νεκροί και ζωντανοί

TESALÓNICA, 2013 D.C(CIUDAD BAJO LA CIUDAD)

Esta noche llegó Heráclito a nuestra ciudad 
habló con sentencias salvadas
–y otras que se perdieron–
se escuchaban
las cosas ya oscuras:
«fuegos-eternos y almas-emanaciones»
«somos y no somos»
«en las mismas ciudades habitamos
vivos y muertos»
«respiramos unos en otros»
«cementerios hallamos contamos los muertos» 
–como si hablase en lengua rauda–
la corriente humana no tiene retorno
(aquí también el río)
la secuencia de las generaciones
sobre la tierra, en la ciudad
1000 y pico las tumbas
del siglo IV a.C.
en la Fuente
y 411 en el oeste, en el medio
o decumanus
y después con un salto
desde la matanza del Hipódromo
hasta Auschwitz
Tesalónica con las entrañas abiertas
indícanos danos
la ciudad bajo la ciudad
mantén tu ciudad tu herida abierta
ciudad en una ciudad
bajo nuestros pies tumbas y calles
en tus tobillos alas muertas
–coronas dientes todo áureo–
Inhumaciones en vasijas
sepelios
y cremaciones
no pararás
Tesalónica muy por encima de otra ciudad 
levita con tus muertos eternamente
vuelve a ser noticia
escasa transformada
y nosotros
los siguientes muertos
pulimos los mármoles
–in situ–
muertos y vivos


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου