10/22/2017

Λουίς Μουνιόθ, 4 ποιήματα (Luis Muñoz, 4 poemas)




Ισπανική ποίηση της γενιάς του ΄90
Poesía española de la generación de los ΄90

LUIS MUÑOZ  (Granada, 1966)

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
Traducción: Stelios Karagiannis

Nació en Granada en 1966, en cuya universidad se licenció en Filología Española y  en Filología Románica. En 1994 preparó el libro colectivo El lugar de la poesía y ha  traducido, entre otros autores, a Giuseppe Ungaretti y a poetas británicos de la New  Generation. Actualmente es profesor visitante en la Universidad de Iowa, Estados  Unidos.

Γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1966 όπου σπούδασε ισπανική και ρωμαϊκή φιλολογία. Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ΄90. Είναι επισκέπτης καθηγητής  στο πανεπιστήμιο της Αϊόβα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ποιητής, μεταφραστής και δο- κιμιογράφος ο Μουνιόθ εμφανίζεται με τα πιο αντιπροσωπευτικά του ποιήματα σε διάφορες ανθολογίες. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Μετέφρασε στα  ισπανικά Giuseppe Ungareti και βρετανούς ποιητές της New Generation.

FABULA DEL TIEMPO

Seguramente, si lo piensas,
estos años no van a repetirse.
Vivirás su carencia irremediable,
se llenará de sombras tu mirada,
te habitará el vacío y, con el tiempo,
se destruirá tu imagen del espejo.
Y esperarás cansado, te aseguran,
muchas tardes morir en tu ventana,
buscando en la memoria
ese tiempo feliz, siempre perdido,
esa estación dorada que tuviste
y que debe ser ésta, más o menos.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Σίγουρα, αν το σκεφτείς,
αυτά τα χρόνια δεν πρόκειται να επαναληφθούν.
Θα ζήσεις την αναπόφευκτη έλλειψή τους,
σκιές θα γεμίσει το βλέμμα σου,
το κενό θα σε καταλάβει, και με το χρόνο,
θα καταστραφεί η εικόνα σου στον καθρέφτη.
Και θα περιμένεις κουρασμένος, σε διαβεβαιώνουν,
πολλά βράδια να πεθάνεις στο παράθυρό σου,
ψάχνοντας στη μνήμη
εκείνο τον ευτυχισμένο, χαμένο πάντα χρόνο,
εκείνη τη χρυσή εποχή που είχες
και που πρέπει να είναι αυτή, λίγο πολύ.

TANGER

Aguas doradas de una despedida.
Las colinas azules
en el doblez del viento, el tumulto
de gente y las callejas hondas,
lagos amargos de unos ojos dulces.

Nos espera vivir con tu recuerdo.
Hallar que es de este mundo el ciego amor,
la risa blanca en el candor desnudo,
la arena fugitiva de la felicidad.

Sabernos de este lado y apetecer el otro.
Haber buscado siempre en donde no estuvimos,
andar ya para siempre esa distancia
y anticipar el juego luciente que describe
la plenitud menuda del cuerpo en que perderse.

ΤΑΝΓΚΕΡΗ

Χρυσαφένια νερά ενός αποχωρισμού.
Οι γαλάζιοι λόφοι
στο γύρισμα του ανέμου, η οχλοβοή
του πλήθους και τα στενά δρομάκια,
λίμνες πικρές από κάποια γλυκά μάτια.

Μας απομένει να ζήσουμε με την ανάμνησή σου.
Ν’ ανακαλύψουμε ότι είναι του κόσμου ετούτου ο τυφλός έρωτας,
το λευκό γέλιο μες στη γυμνή αθωότητα,
η κινούμενη άμμος της ευτυχίας.

Έχοντας γνωρίσει αυτή την πλευρά ενώ επιθυμούμε την άλλη.
Έχοντας ψάξει πάντα εκεί που ποτέ δεν πήγαμε,
έχοντας διανύσει μια για πάντα αυτή την απόσταση
προσδοκώντας το φωτεινό παιχνίδι που περιγράφει
η ελάχιστη πλήρωση του σώματος στην οποία χάνεσαι.


EN UN POEMA DE MARIO LUZI

En un poema es fácil
que haga presa el deseo:
un caimán replegado,
un bosque fragante y bruñido,
una cascada
que siempre lo da todo
como el agua de un cuerpo
en su calor primero.

 No era el amor pero ya dolía
la calle olvidada y la linterna
que remueve la noche con palabras.
En esa calle Luzi encuentra
lo que temió y amaba
en la constelación de sus azares:
un pasado mordaz y la cuchilla
que abre limpiamente
el corazón de los recuerdos.

Como él te miras tú, sobrecogido y roto,
en la orilla de espejos del poema.

ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟ ΛΟΥΖΙ

 Σε ένα ποίημα είναι εύκολο
να είναι εμπόδιο η επιθυμία:
ένα καϋμάν συσπειρωμένο,
ένα ευωδιαστό και λαμπερό δάσος,
ένας καταρράχτης
που πάντα τα δίνει όλα
σαν το νερό ενός κορμιού
στην πρώτη του θέρμη.

Δεν ήταν ο έρωτας αλλά ήδη πονούσε
ο δρόμος ο λησμονημένος κι ο φανός
που μεταθέτει τη νύχτα με λέξεις.
Σ’ εκείνο το δρόμο ο Λούζι συναντά
αυτό που φοβόταν κι αγαπούσε
μες στον αστερισμό των πεπρωμένων του:
ένα φαρμακωμένο παρελθόν και το μαχαίρι
που ανοίγει καθαρά
την καρδιά των αναμνήσεων.
Όπως αυτός κοιτάζεσαι κι εσύ, διαλυμένος κι αιφνιδιασμένος,
στην παρυφή των καθρεφτών του ποιήματος.


DEJAR LA POESIA

 Por restar mientras que tú sumas.
Por llenarte de pájaros la mesa.
Por llevarte adonde no sabes salir.
Por castigarte sin hablar.
Por decirte: estás solo.
Porque le rindes cuentas.
Por preferir que cargues
con su dolor de siglos
cuando te sientes nuevo.
Por su imán descabellado.
Por la sed que produce
cuando finge ser agua.
Por su vida paralela.
Por hablarte
cuando quieres dormir.
Por su orgullo de bestia descarriada.
Porque mira a la muerte con el rabo del ojo
cuando canta oh belleza.
Por no dar explicaciones.
Por suficiente.
Por insuficiente.
Por beberse la sombra de mañana.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Γιατί αφαιρεί ενώ εσύ προσθέτεις.
Γιατί σου γεμίζει με πουλιά το τραπέζι.
Γιατί σε πάει εκεί που δεν ξέρεις να πας.
Γιατί σε τιμωρεί δίχως να μιλά.
Γιατί σου λέει: είσαι μόνος.
Γιατί της δίνεις αναφορά.
Γιατί προτιμά να φορτωθείς
τον αιώνιο πόνο της
όποτε αισθάνεσαι νέος.
Για τον αφοπλισμένο μαγνήτη της.
Για τη δίψα που προκαλεί
όταν προσποιείται πως είναι νερό.
Για την παράλληλη ζωή της.
Γιατί σου μιλά
όταν θες να κοιμηθείς.
Για τη δύστροπη θηριώδη περηφάνια της.
Γιατί κοιτά το θάνατο με την άκρη του ματιού της
όταν τραγουδά ω ομορφιά.
Γιατί δε δίνει εξηγήσεις.
Γιατί είναι επαρκής.
Γιατί δεν είναι επαρκής.
Γιατί καταβροχθίζει τη σκιά του πρωινού.