Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Χοσέ Λουπιάνιεθ, 4 ποιήματα (José Lupiáñez, 4 poemas)



JOSÉ LUPIÁÑEZ  (Cádiz, 1955)

Ισπανική ποίηση της γενιάς του ΄70
Poesía española de la generación de los ΄70

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης 
Traducción: Stelios Karagiannis

Poeta, crítico literario y profesor de Literatura, José Lupiáñez, es autor de más de  una veintena de libros, desde que se diera a conocer con Ladrón de fuego, en 1975. Ιmpulsor de diferentes empresas culturales, revistas y colecciones literarias, su obra ha sido traducida a distintos idiomas, reconocida con importantes premios y recogida  en numerosas antologías. Desde el 2004 es miembro de la Academia de Buenas Letras  de Granada.

Ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός και καθηγητής της λογοτεχνίας, ο Χοσέ Λουπιάνιεθ έχει δημοσιεύσει από το 1975 πάνω από είκοσι βιβλία ποίησης. Η ποίησή του δημοσιεύτηκε σε διάφορες γλώσσες, αποσπώντας βραβεία και διακρίσεις σημαντικές. Είναι μια από τις  πιο χαρακτηριστικές φωνές της πρόσφατης ποίησης της Ανδαλουσίας. Από το 2004 είναι μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων της Γρανάδας.

NOCHE DE LAS SIRENAS

Sombras por las esquinas de la noche, 
luna roja de sangre, ojo colérico,
que desde el aguacero nos contempla.

Noche de las sirenas, mar de invierno, 
luces lejanas figurando astros,
lluvia en el rostro, pesadumbre amarga.

Bajo los altos arcos de la niebla 
pasan los catafalcos de los buques, 
purpúreos y solemnes, silenciosos...

H ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Σκιές στις γωνιές της νύχτας,
κόκκινη ματωμένη σελήνη, μάτι χολερικό,
που μέσα απ’ τη νεροποντή μάς κατοπτεύει.

Νύχτα των σειρήνων, θάλασσα του χειμώνα,
φώτα μακρινά που φαίνονται σαν άστρα,
βροχή στο πρόσωπο, πικρή θλίψη.

Κάτω απ’ τις ψηλές αψίδες της ομίχλης
περνούν οι νεκροφόρες των πλοίων,
πορφυρές κι επιβλητικές, σιωπηλές...


TUMBAS EN LA CIUDAD

Repica el agua en la verde maleza
que ahoga las tumbas de los antepasados:
estelas inclinadas y hundidas en la tierra
llevan grabadas frases que en su vida
los muertos idearon. Sentencias y deseos,
sueños tallados en la piedra.
Y ahora la lluvia toca sus pensamientos
y resuena también, verde y furiosa,
en la maleza que es su única amiga.
Dentro parpadean las lámparas de la mezquita
y se inclinan las sombras de los fieles.
Aquí fuera la lluvia, la lluvia que viene
de ese cielo tan gris, como el polvillo viejo
de los huesos; tan gris como el destino
de ceniza que a todos nos espera.

ΤΑΦΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Το νερό αντηχεί στην πράσινη αγριάδα
που καταπνίγει τους τάφους των προγόνων:
στήλες γερμένες και βυθισμένες στο χώμα
φέρουν χαραγμένες φράσεις που στη ζωή τους
οι νεκροί επινόησαν. Αποφθέγματα και επιθυμίες,
όνειρα σκαλισμένα στην πέτρα.
Και τώρα η βροχή αγγίζει τις σκέψεις τους
και αντηχεί επίσης, πράσινη και μανιασμένη,
στην αγριάδα που είναι η μοναδική τους φίλη.
Μέσα στο τέμενος αναβοσβήνουν τα φώτα
και γέρνουν οι σκιές των πιστών.
Εδώ έξω η βροχή, η βροχή που πέφτει
απ’ αυτόν τον τόσο γκρίζο ουρανό, όπως η παλιά στάχτη
των οστών· τόσο γκρίζα όπως το πεπρωμένο
της στάχτης που όλους μάς προσμένει.

PAISAJE

Brillan crestas de luz en el mar de la noche
y un desvelo de sombras de olas ondulantes;
brillan olas oscuras, altísimas, adversas
en la nada infinita que nos muestra su filo.

Bajo este mar antiguo laten dos corazones.
Nada existe, ni el aire, sino brillos y ritmos;
no existen los insectos, ni siquiera el perfume
sino brillos y ritmos; ojos que no se miran.

ΤΟΠΙΟ

Λάμπουν κρούστες φωτός στη νυχτερινή θάλασσα
και οι άγρυπνες σκιές των αφρισμένων κυμάτων·
λάμπουν τα σκοτεινά κύματα, πανύψηλα και ενάντια
στο αχανές τίποτα που μας δείχνει την κόψη του.

Κάτω απ’ αυτή την πανάρχαια θάλασσα πάλλουν δυο καρδιές.
Τίποτα δεν υπάρχει, ούτε ο αέρας, μόνο λάμψεις και ρυθμοί·
δεν υπάρχουν τα έντομα, ούτε καν το άρωμα
μόνο λάμψεις και ρυθμοί· μάτια που δεν κοιτάζονται μεταξύ τους.


FEZ

Llevo en mi corazón el vocerío
de las antiguas calles de Fez.
Fez, que si mis labios te pronuncian 
siento en el corazón la algarabía, 
aquel júbilo de antiguas lenguas...

Fez, eres como el siseo de la serpiente, 
más que un cuchillo corta tu nombre. 
Ciudad o cofre dorado del deseo, 
ciudad o chasquidο o daga,
trae hasta la memoria los días
en que tuviste entre tus brazos
o entre tus sierpes, alerrante,
que ahora te nombra desde lejos.

ΦΕΖ

Φέρνω μες στη καρδιά μου την οχλοβοή
των πανάρχαιων δρόμων της Φεζ.
Φεζ, που όταν τα χείλη μου σε προφέρουν
αισθάνομαι στην καρδιά την οχλαγωγία,
εκείνη την αγαλλίαση των πανάρχαιων γλωσσών…

Φεζ, είσαι σαν το σφύριγμα του φιδιού,
πιο πολύ κι από μαχαίρι κόβει το όνομά σου.
Πόλη ή χρυσή κασέλα της επιθυμίας,
πόλη ή κρότος ή στιλέτο,
φέρε ως τη μνήμη τις μέρες
που είχες μες στην αγκαλιά σου
ή ανάμεσα στα ερπετά σου, τoν περιπλανώμενo,

που τώρα σε φωνάζει από μακριά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου