10/21/2017

Χοσέ Αντόνιο Μέσα Τορέ, 4 ποιήματα (José Antonio Mesa Toré, 4 poemas)


Ισπανική ποίηση της γενιάς του ΄90.
Poesía española de la generación de los ΄90

JOSÉ ANTONIO MESA TORRÉ  (Malaga, 1963)

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης 
Traducción: Stelios Karagiannis

José Antonio Mesa Toré (Málaga, 1963), se licenció en Filología Hispánica en la  Universidad de Málaga, donde fue profesor durante siete años. Actualmente trabaja  en el Centro Cultural Generación del 27. Es autor de los poemarios En viento y en agua  huidiza, con notables influencias de Catulo; El amigo imaginario (1991), ganador del Premio Rey Juan Carlos y con el que se adscribe a la poesía de la experiencia (uso de la métrica, situaciones cotidianas).

Ο Χοσέ Αντόνιο Μέσα Τορρέ γεννήθηκε στη Μάλαγα το 1963. Σπούδασε ισπανική  φιλολογία και δίδαξε επτά χρόνια στο πανεπιστήμιο της γενέτειράς του. Εργάζεται στο  Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης «Γενιά του ΄27». Βραβεύτηκε με το Βραβείο Βασιλιάς  Χουάν Κάρλος το 1991. Ανήκει στην λογοτεχνική κίνηση Ποίηση της Εμπειρίας (χρήση  της μετρικής, θεματική με καθημερινές καταστάσεις). Είναι επίσης διακεκριμένος πεζογράφος. Το ποιητικό του έργο μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες και περιλαμβάνεται  στις σημαντικότερες ανθολογίες της χώρας του. Η επίδραση της ποίησης του Κάτουλου  στο έργο του είναι εμφανής.

TEATRO

Aquí Eloísa está bajo un grave silencio
de piedras orgullosas que la yerba enmascara. 
Finge,juega,sonríe ajena a la tragedia
que el tiempo representa.

Donde nobles estatuas su majestad inclinan
y yacentes columnas lloran entre reptiles
yedras su vil destino,dispuesta ante la cámara
posa para el recuerdo y para los anales
de nuestra historia íntima,prestando su hermosura 
al paraje asoado, a la belleza en ruinas.

Así quiero dejarla:reliquia en la memoria 
sin nubes de tristeza; en el retrato antiguo,
joven y enamorada, reverenciable diosa. 
Dejarla para siempre asida a mi cintura, 
ahora que su amor,como cosa mundana,
es fabula y ceniza del vano tiempo oscuro.


ΘΕΑΤΡΟ

Εδώ κείται η Ελοΐζα κάτω από μια βαριά σιωπή
από υπερήφανες πέτρες που η χλόη καλύπτει. 
Προσποιείται, παίζει, χαμογελάει ανίδεη για την τραγωδία 
που ο χρόνος συμβολίζει.

Εκεί που ευγενικά αγάλματα στη μεγαλειότητά της υποκλίνονται 
και γερμένες κολώνες θρηνούν ανάμεσα σε αναρριχόμενους 
κισσούς την κακή της μοίρα, πρόθυμη μπροστά στην κάμερα 
ποζάρει για τα χρονικά και την ανάμνηση
της δικής μας προσωπικής ιστορίας, χαρίζοντας την ομορφιά της 
στο ερημικό τοπίο, στο ξεπεσμένο κάλλος.

Έτσι θέλω να την αφήσω: κειμήλιο στη μνήμη
δίχως σύννεφα λύπης· στο παλαιό πορτρέτο,
νέα κι ερωτευμένη, αξιολάτρευτη θεά.
Να την κρατώ για πάντα προσκολλημένη πάνω μου, 
τώρα που ο έρωτάς της, σαν ένα γήινο πράγμα,
μύθος και στάχτη είναι του μάταιου σκοτεινού καιρού.



LA TARDE SIN MAÑANA

(Homenaje a Juan Rejano)
La tarde es ya mi vida.
Su cielo, la memoria que se escinde
en un millar de estrellas.
El día poco importa.
Los días son escombros de torres derrumbadas;
y la cuerda de hormigas que asciende por las bocas
de la ciudad insomne con su salario triste;
y maletas sin dueño dando vueltas
como almas en pena; y caballos hinchados
en un río de plasma.
Los días, que no pasen,
que se queden por hoy a nuestra puerta:
La tarde es ya mi casa, mi casa transitoria,
donde todo es aún joven, hasta las telarañas
de los sueños remotos.
Y en mi casa no cabe el hollín de los días,
sus negras aguas negras, sus lápidas con nombre,
dando
vueltas,
dando vueltas…



ΤΟ ΑΠΟΒΡΑΔΟ ΔΙΧΩΣ ΑΥΡΙΟ

Τ’ απόβραδο είναι πια η ζωή μου.
Ο ουρανός της μνήμη που διχάζεται
μέσα σε χίλια αστέρια.
Η μέρα λίγο ενδιαφέρει.
Συντρίμμια είναι οι μέρες ερειπωμένων πύργων·
και η χορδή των μυρμηγκιών που ανεβαίνει απ’ τα στόματα
της άυπνης πόλης με τον θλιβερό μισθό της·
κι οι βαλίτσες δίχως κάτοχο κάνοντας βόλτες
σαν ψυχές σε πένθος· κι άλογα πρησμένα
σ’ ένα πλασματικό ποτάμι.
Οι μέρες που δεν περνάνε
και που για σήμερα μένουν στη δική μας πόρτα:
Τ’ απόβραδο είναι πια το σπίτι μου, το προσωρινό μου σπίτι,
όπου όλα είναι ακόμη νέα, ακόμη κι οι ιστοί
των απόμακρων ονείρων.
Και στο σπίτι μου δε χωρά των ημερών η αιθάλη,
τα μαύρα νερά τους παραμένουν μαύρα,
κι οι αναμνηστικές επιγραφές τους, 
κάνοντας βόλτες
κάνοντας βόλτες…


LA ALEGRE MILITANCIA

La mañana en que un muerto salió de nuestra casa
yo seguí respirando alegremente.
¿Acaso el aire estaba más pasivo
que de costumbre? Yo seguí creciendo
sin esfuerzo en el libro de familia,
disfrutando del sol a pesar de las gafas
oscuras, de la pía corbata lastimera
en la orfandad del pecho.
Yo seguí con la vista
puesta en los firmes culos allegados,
en escotes de pésame y juventud risueña.
Me avergüenza pensarlo.
Pero el dolor jamás hará campaña
del lado de la muerte.
La mañana en que un muerto sale de nuestro tiempo,
es la vida, tan viva, tan sol sobre el tejado,
es la vida, tan puta y diplomática,
quien gana más adeptos.


Η ΕΥΘΥΜΗ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

Το πρωινό που ένας νεκρός βγήκε απ’ το σπίτι μας
εγώ συνέχισα να αναπνέω χαρούμενα.
Άραγε ο αέρας ήταν πιο παθητικός
απ’ ό,τι συνήθως; Εγώ συνέχισα να μεγαλώνω
χωρίς κόπο μέσα στο λίκνο της οικογένειας, 
απολαμβάνοντας τον ήλιο παρά τα σκούρα
γυαλιά, παρά την αξιοσέβαστη και θλιβερή γραβάτα
στην ορφάνια του στήθους.
Εγώ συνέχισα με τη ματιά μου
στραμμένη στα σφιχτά οπίσθια ολόγυρα,
σε θλιβερά ντεκολτέ και στην εύθυμη νιότη.
Ντρέπομαι όταν το σκέφτομαι.
Αλλά ο πόνος ποτέ δε θα έχει επιτυχία
από τη μεριά του θανάτου.
Το πρωινό που ένας νεκρός βγαίνει απ’ την εποχή μας,
είναι η ζωή, τόσο ζωντανή, τόσος ήλιος πάνω απ’ τη στέγη, 
είναι η ζωή, τόσο διπλωματική και πόρνη,
που κερδίζει περισσότερους οπαδούς.

POETICA

Un joven, pensativo, mira el cielo,
paréntesis de luz en el afán estéril
de capturar el tono de la vida en un verso.
Han pasado los años con la prisa
del asesino por borrar las huellas
y el viento y las aguas huidizas se han llevado
la inocencia, las manos que en la noche
disponían los límites del sueño.
Todavía le quedan unas cuantas reliquias:
varios libros firmados, los diplomas
escolares y vanos que afean las paredes
y las cartas que desde la tardanza
le enviara una novia desdeñosa.
No sabe bien si el tiempo se recobra o se pierde
y acaso –piensa ahora– en esa duda
esté la madurez. Ya no es tan joven
como para ingresar en las antologías
del ramo, aunque le sigan
diciendo las visitas que es muy listo,
acepta en la bonanza de la tarde
que malgastó las horas persiguiendo fantasmas
entre la densa niebla de los folios.
Y con los ojos húmedos, cansado,
mientras a sus espaldas el cielo se oscurece,
regresa a su cuaderno: Un joven, pensativo…

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ένας σκεπτόμενος νέος τον ουρανό κοιτάζει
σαν μια παρένθεση από φως στον άγονό του ζήλο
να συλλάβει σ’ ένα στίχο τον τόνο της ζωής.
Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια
με του δολοφόνου τη βιασύνη που τα ίχνη πάει να σβήσει
κι ο άνεμος και τα νερά τα φευγαλέα έφεραν
την αθωότητα, τα χέρια που στη νύχτα
τα όρια όριζαν του ονείρου.
Κάποια κειμήλια του απέμειναν ακόμη:
διάφορα βιβλία υπογεγραμμένα, τα σχολικά
και μάταια διπλώματα που τους τοίχους ασχημίζουν
και οι καθυστερημένες καρτ ποστάλ
που του έστελνε μια ακατάδεκτη ερωμένη.
Δεν ξέρει αν ο χρόνος χάνεται ή ανακτάται.
Κι ίσως –σκέφτεται τώρα– σ’ αυτή του την αμφιβολία
να βρίσκεται η ωριμότητα. Πια δεν είναι τόσο νέος
ώστε να μπει στις ποιητικές ανθολογίες
αν και τον αναζητούν
στις επισκέψεις λέγοντάς του πόσο ευφυής είναι,
στη γαλήνη του απογεύματος παραδέχεται
ότι σπατάλησε τις ώρες του φαντάσματα κυνηγώντας
μέσα στην πυκνή ομίχλη των σελίδων.
Και με τα μάτια υγρά, κουρασμένος,
ενώ ο ουρανός πίσω του σκοτεινιάζει,
στο τετράδιό του επιστρέφει: Ένας σκεπτόμενος νέος...