Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Φερνάντο ντε Βιγένα, 4 ποιήματα (Fernando de Villena, 4 poemas)


Ισπανική ποίηση της γενιάς του ΄80
Poesía española de la generación de los ΄80

FERNANDO DE VILLENA  (Granada, 1956)

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης  Traducción: Stelios Karagiannis

Fernando de Villena (Granada, 8 de noviembre de 1956) es un escritorespañol y  miembro de la Academia de Buenas Letras de Granada. Es doctor en Filología  Hispánica por la Universidad de Granada, con una tesis sobre el poeta cordobés del  siglo XVII Luis Carrillo de Sotomayor. Pertenece también a la Academia Hispanoamericana de Buenas Letras y, entre otros, cuenta en su haber con el premio  de la Fundación Andrés Bello y con el premio de la Crítica Andaluza. Ha publicado novelas, varios libros de crítica literaria y poemarios. contemporáneas.

Ο Φερνάντο ντε Βιγένα είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ΄80. Ποιητής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και ηθοποιός είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γρανάδας όπου ζει. Είναι κάτοχος δύο σημαντικών λογοτεχνικών βραβείων και μέλος διαφόρων ακαδημιών γραμμάτων, όπως η Ακαδημία Γραμμάτων της Γρανάδας.


EL CAMINO

Sombrío es el camino y tortuoso
que a la Estigia conduce.
Creyeras que es la noche cuando avanzas,  y el sol no se ha dormido todavía,
pero las altas ramas
de pinos y cipreses
impiden todo atisbo de su luz.
Se oye a veces un trino
colmado de misterio
que suena a despedida
y casi también como advertencia.

Es sombrío el camino
que entre campos de loto
poco a poco desciende
tal la lenta serpiente hasta su presa.

Acaso aún lo ignoras,
pero noche tras noche,
cuando crees que sueñas,
pero día tras día,
cuando crees que vives,
recorres su calzada pedregosa,
te acercas a las aguas del silencio.


Ο ΔΡΟΜΟΣ

Σκοτεινός και ελικώδης είναι ο δρόμος
που στη Στύγα οδηγεί.
Θα νόμιζες ότι είναι νύχτα καθώς προχωράς,
κι ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμη,
αλλά τα ψηλά κλαδιά
των κυπαρισσιών και των πεύκων
εμποδίζουν το πέρασμα κάθε αχτίδας φωτός. 
Ακούγεται πότε πότε ένα κελάηδισμα
όλο μυστήριο
που ηχεί σαν αποχαιρετισμός
και σχεδόν σαν προειδοποίηση.
Είναι σκοτεινός ο δρόμος
που μέσα από κάμπους με λωτούς
σιγά σιγά κατηφορίζει
όπως αργοσέρνεται το φίδι προς το θήραμά του. 
Ίσως ακόμη δεν το γνωρίζεις,
αλλά από νύχτα σε νύχτα,
όταν πιστεύεις ότι ονειρεύεσαι,
κι από μέρα σε μέρα,
όταν πιστεύεις ότι ζεις,
διασχίζεις τις κακοτοπιές του,
πλησιάζεις στα νερά της σιωπής.


ADIOS

La vida se nos iba
en días inocentes
de mansa lluvia y frío en los tejados.
Leíamos sin orden, amábamos a veces…
El vano conversar y la esperanza incierta
nos llevaban el resto.

En días soleados
las fieles estaciones al paso por los chopos
-ya verdes, ya dorados, ya desnudos-
silentes nos decían la vida se nos iba.

Y se nos fue la vida, ¡tan callando!,
sin traer una nueva primavera
después del largo y doloroso invierno.

ΑΝΤΙΟ

Η ζωή μας χανόταν 
σε μέρες αθωότητας 
με ψιλόβροχο και κρύο στις στέγες.
Διαβάζαμε περιστασιακά, κάποιες φορές αγαπούσαμε… 
Οι άσκοπες συζητήσεις και η αβέβαιη ελπίδα
μας αφαιρούσαν ό,τι απέμενε.

Τις ηλιόλουστες μέρες
οι πιστές εποχές στο πέρασμά τους απ’ τις λεύκες
 −άλλοτε πράσινες, άλλοτε χρυσές κι άλλοτε γυμνές− 
βουβές μας έλεγαν ότι η ζωή μας χανόταν.

Και χάθηκε η ζωή μας, τόσο σιωπηλά! 
δίχως μια νέα άνοιξη να φέρει
μετά τον μακρύ και ανυπόφορο χειμώνα.


ELLA

Puedo hablar del viento en las cañadas,
del viento en las ramas de los olivos
y de las nubes altas, prendidas en un cielo celeste.

Puedo hablar del mosto dorado de este otoño
que guarda en sí el aroma y el sabor
de esta tierra salvaje y hermosa
-tierra de toros bravos y pájaros extraños-.

Puedo hablaros de algunas mariposas
que, zagueras de la primavera última,
giran aún entre las encinas,
y de los valladares de piedras
silentes bajo la tormenta.
Todos me entenderíais
.
Mas si os hablase de ella,
de María Teresa, que une en su interior
la arrogancia y la dulzura del viento,
el fuego del mosto recién pisado,
la belleza indefinible de las mariposas,
la firmeza de las antiguas piedras
y la emoción de todos los otoños
y de las primaveras todas…,
¿quién de vosotros me creería?

ΕΚΕΙΝΗ

Μπορώ να μιλήσω για τον άνεμο στις ρεματιές,
για τον άνεμο στα κλαδιά των ελαιώνων
και για τα μακρινά σύννεφα που αιωρούνται σ’ ένα γαλάζιο ουρανό.

Μπορώ να μιλήσω για το χρυσαφένιο μούστο
αυτού του φθινοπώρου
που περικλείει μέσα του το άρωμα και τη γεύση
αυτής της όμορφης και άγριας γης
−γης άγριων ταύρων και παράξενων πουλιών−

Μπορώ να σας μιλήσω για κάποιες πεταλούδες
που, αργοπορημένες την τελευταία άνοιξη,
γυρνάν ακόμα ανάμεσα στους πρίνους,
και για τους πέτρινους φράχτες
σιωπηλούς κάτω απ’ την καταιγίδα.
Όλοι θα με καταλαβαίνατε.

Αλλά αν σας μιλούσα για κείνη,
για τη Μαρία Τερέζα, που συνδυάζει μέσα της
την αλαζονεία και τη γλυκύτητα του ανέμου,
τη φλόγα του μούστου τού πρόσφατα πατημένου,
την ακαθόριστη ομορφιά των πεταλούδων,
τη σταθερότητα της παλιάς πέτρας
και τη συγκίνηση όλων των φθινοπώρων
και όλων των ανοίξεων…,
ποιος από σας θα με πίστευε;


ELEGÍA XIV

A veces un instante
del tiempo se equivoca
y todos los aromas y sonidos
o tal vez los sabores, las personas,
los sitios de otros años que se fueron,
renacen de repente
con una intensidad que casi nos asusta.

Y vemos a los muertos
que tanto nos amaron
y nos hablan de nuevo
y no es un sueño todo.

Granada a nuestros pies, otra Granada
más íntima y fulgente
bajo la suave noche de un otoño
que yo ya no recuerdo.

Los juegos con mis primos;
mis padres en el auto,
y el olor del pinar que comenzaba
en la misma cuneta…

A veces un instante
del tiempo se equivoca.
Es un instante sólo,
pero brilla y nos arde en lo más hondo
como si fuera eterno.


ΕΛΕΓΕΙΑ XIV

Κάποτε μια στιγμή
του χρόνου λαθεύει
κι όλα τ’ αρώματα κι οι ήχοι
ή ίσως οι γεύσεις, οι άνθρωποι,
οι τόποι των αλλοτινών χρόνων που έφυγαν,
αίφνης ξαναγεννιούνται
με μια ένταση που σχεδόν μας τρομάζει.

Και βλέπουμε τους νεκρούς
που τόσο μας αγάπησαν
να μας μιλάν ξανά
και δεν είναι όλα αυτά ένα όνειρο.

Η Γρανάδα στα πόδια μας, μια άλλη Γρανάδα
πιο οικεία κι εκθαμβωτική
κάτω απ’ την απαλή νύχτα ενός φθινοπώρου
που εγώ πια δε θυμάμαι.

Τα παιχνίδια με τα ξαδέρφια μου·
οι γονείς μου στ’ αμάξι,
και το άρωμα του πευκώνα που άρχιζε
στο ίδιο κράσπεδο…

Κάποτε μια στιγμή
του χρόνου λαθεύει
Είναι μια στιγμή μόνο,
αλλά απαστράπτει και φλογίζει τα σωθικά μας
σαν να ήταν αιώνια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου