10/17/2017

Αβελάρδο Λινάρες, 4 ποιήματα (Abelardo Linares, 4 poemas)



ABELARDO LINARES  (Sevilla, 1952)

Ισπανική ποίηση της γενιάς του ΄70 / Poesía española de la generación de los ΄70

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης 
Traducción: Stelios Karagiannis

Abelardo Linares (Sevilla,1952) es un poeta, bibliófilo y editor español. Obtuvo el Premio de la Crítica en 1991 por el libro Espejos. En 1974 fundóla librería de libros  viejos y antiguos Renacimiento, especializada desde un principio en literatura española  e hispanoamericana y enriquecida por la compra de un millón de libros de la colección  del librero Eliseo Torres de Nueva York, razón por la cual se le denomina "el hombre  del millón de libros".

Ο Αβελάρδο Λινάρες γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1952. Είναι εκδότης, βιβλιόφιλος και μανιώδης συλλέκτης βιβλίων. Ο εκδοτικός οίκος Αναγέννηση που διευθύνει από το 1974 στην εβραϊκή συνοικία Σάντα Κρουζ, ειδικεύεται κυρίως στις εκδόσεις ποιητικών βιβλίων. Ο Λινάρες αγόρασε τη συλλογή τού ενός εκατομμυρίου βιβλίων του Νεοϋορκέζου βιβλιοπώλη Ελισέο Τόρρες. Εξαιτίας αυτής της αγοράς τον αποκαλούν «ο άνθρωπος του ενός εκατομμυρίου βιβλίων». Η σύγχρονη θεματολογία τής ποίησής του τον  κατατάσσει μέσα στο πανόραμα της ποίησης της γενιάς του ΄70 ως έναν από τους αυθεντικότερους ποιητές.


PAJARO DE FUEGO

¿Desde qué paraíso o raro sueño
desciendes hasta mí para mirarme?
Un pájaro que canta hay en tus ojos,
de brillante plumaje y negro pico
y poderosas garras que desgarran
mi pecho con fiereza. Y canta el pájaro
al ritmo de mi sangre que se escapa
con esa misma vida que me das
cuando me hieres tú que eres mi vida.
Canta, pájaro mío, y picotea
mi corazón, tan parecido a un fruto,
cúbreme con tus alas luminosas,
estréchame sin miedo y que tu abrazo
purifique mi alma con su fuego.
Tan sólo así será mía mi vida
y aprenderé tu canto y el secreto
que un día ha de saber aquel que ama.


ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Από ποιο παράδεισο ή παράξενο όνειρο
κατέρχεσαι ως εμένα για να με κοιτάξεις;
Ένα πουλί που τραγουδά υπάρχει μες στα μάτια σου,
με λαμπερό φτέρωμα, μαύρο ράμφος
και πανίσχυρα νύχια που ξεσκίζουν
το στήθος μου με αγριότητα. Και τραγουδά το πουλί
στο ρυθμό του αίματός μου που διαφεύγει
μ’ αυτή την ίδια τη ζωή που μου δίνεις
όταν με πληγώνεις εσύ που είσαι η ζωή μου.
Τραγούδα, πουλί μου, και ράμφιζε
την καρδιά μου, τόσο όμοια με ένα φρούτο,
σκέπασέ με με τα φωτεινά φτερά σου,
σφίξε με δίχως φόβο κι η αγκαλιά σου
να εξευγενίσει την ψυχή μου με τη φωτιά της.
Μόνο έτσι θα μου ανήκει η ζωή μου
και θα μάθω το τραγούδι σου και το μυστικό
που μια μέρα θα πρέπει να ξέρει εκείνος που αγαπά.



OFICIO DE LA COSTUMBRE

Del amor a las palabras queda sólo costumbre.
Se hace rito el misterio y un dios inútil
silencioso visita el asolado paisaje de nuestros sueños.
En espejos ardiendo miramos nuestro rostro
y la mano sostiene una flor que es de hielo y ceniza.
Si en ese atardecer canta un pájaro ciego,
¿qué nos devolverá su canto si aguarda ya la noche
para arrancar de nuestros ojos la luz última del mundo?


Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ

Από τον έρωτα για τις λέξεις μένει μόνο η συνήθεια.
Γίνεται τελετουργία το μυστήριο κι ένας ανώφελος θεός
σιωπηλός κατέρχεται στο ρημαγμένο τοπίο των ονείρων μας.
Σε καθρέφτες καίγοντας κοιτάμε το πρόσωπό μας
και το χέρι κρατά ένα άνθος από πάγο και στάχτη.
Εάν αυτό το σούρουπο τραγουδά ένα τυφλό πουλί,
τι θα μας ξαναφέρει το τραγούδι του όταν ελλοχεύει ήδη η νύχτα
για να αρπάξει από τα μάτια μας το τελευταίο φως του κόσμου;



LA SOMBRA

La calle estaba oscura, había llovido
y brillaba la luna en el asfalto.
Una sombra sin sombra me detuvo
impidiéndome el paso. Oí su voz,
de un helado metal que no era humano,
preguntarme ¿qué buscas, di, qué buscas?
Permanecí ante ella silencioso.
¿Qué buscas, di, qué buscas?, repetía,
la angustia y la mentira son la clave,
apréndelo (me dijo), aún no es tarde.
¿Por qué quieres pasar?, ¿dime qué buscas?
Pero no respondí. Sin decir nada,
abrí las negras puertas de mi pecho
y fue mi cuerpo uno con el mundo.
Sombra sin bulto era aquella sombra
y le tuve piedad como a algo vivo.
En la abrasada luz que eran sus ojos
detuve mi mirada un solo instante.
¿Qué buscas, di, qué buscas? Me decían
aún sus ojos ciegos. Nada busco,
le contesté por fin. Se hundió en la noche
de mis ojos aquella extraña sombra
de la que nada supe. Me aguardaba
una infinita calle toda a oscuras.
Oí mis pasos y descansé en mi sueño.


H ΣΚΙΑ

Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, είχε βρέξει
κι έλαμπε στην άσφαλτο η σελήνη.
Μια σκιά δίχως σκιά με σταμάτησε
εμποδίζοντάς με να περάσω. Άκουσα τη φωνή της,
από ένα παγωμένο μέταλλο που δεν ήταν ανθρώπινο,
να με ρωτά τι ψάχνεις, πες, τι ψάχνεις;
Παρέμεινα μπροστά της σιωπηλός.
Τι ψάχνεις, πες, τι ψάχνεις; επαναλάμβανε,
η αγωνία και το ψέμα είναι το κλειδί,
κατάλαβέ το (μου είπε), ακόμα δεν είναι αργά.
Γιατί θες να περάσεις, πες μου τι ψάχνεις;
Αλλά δεν αποκρίθηκα. Χωρίς να πω τίποτα,
άνοιξα τις μαύρες πύλες του στήθους μου
κι έγινε ένα το κορμί μου με τον κόσμο.
Σκιά δίχως σχήμα ήταν η σκιά εκείνη
και σαν κάτι ζωντανό τη σεβάστηκα.
Στο φλογερό φως που ήταν τα μάτια της
κράτησα τη ματιά μου μια μόνο στιγμή.
Τι ψάχνεις, πες, τι ψάχνεις; Μου έλεγαν
ακόμη τα τυφλά της μάτια. Τίποτα δεν ψάχνω,
της απάντησα τελικά. Βυθίστηκε στη νύχτα
των ματιών μου εκείνη η παράξενη σκιά
για την οποία τίποτα δε γνώριζα. Με περίμενε
ένας ατέλειωτος κατασκότεινος δρόμος.
Άκουσα τα βήματά μου κι αναπαύτηκα στο όνειρό μου.


EL EXTRAÑO

Alguien está a la puerta de mi casa.
Me he levantado en medio de la noche
y le espío a través de los visillos.
Alguien llama al portal, llama a mi casa,
y yo escucho sus golpes sin abrirle.
Hay alguien en la calle que se oculta
en la noche sin luna y que me llama,
alguien que no conozco, alguien extraño.
¿Por qué entonces me inquieta su presencia?
¿Cómo sabré que es a mí a quien llama
si no es por mi temor, por esta angustia
irreal como un sueño, inexplicable?
Sí, quizás es un sueño y nadie llama,
o es un sueño y yo mismo soy quien llamo
a una puerta que nadie ha de abrir nunca,
pues la cierra el temor y él es la llave.
Miro afuera y no puedo ver su rostro.
Miro hacia arriba y veo los visillos
y una sombra tras ellos que se oculta.
Solamente una sombra.


O ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Κάποιος βρίσκεται στην πόρτα του σπιτιού μου.
Έχω σηκωθεί καταμεσής στη νύχτα
και τον κατασκοπεύω πίσω απ’ τις κουρτίνες.
Κάποιος χτυπά στην είσοδο, χτυπά στο σπίτι μου,
κι εγώ ακούω τα χτυπήματά του δίχως να του ανοίγω.
Υπάρχει κάποιος στο δρόμο που κρύβεται
στην αφέγγαρη νύχτα και που με καλεί,
κάποιος που δε γνωρίζω, κάποιος άγνωστος.
Γιατί τότε με ανησυχεί η παρουσία του;
Πώς θα μάθω ότι είμαι εγώ αυτός τον οποίον καλεί
αν δεν είναι απ’ το φόβο μου, απ’ αυτή την αγωνία
την εξωπραγματική σαν ένα όνειρο, την ανεξήγητη;
Ναι, ίσως είναι ένα όνειρο και κανείς δε χτυπά,
ή είναι ένα όνειρο κι εγώ ο ίδιος είμαι αυτός που χτυπώ
σε μια πόρτα που κανείς δεν πρόκειται να ανοίξει ποτέ,
γιατί την κλείνει ο φόβος κι αυτός είναι το κλειδί.
Κοιτάζω έξω και δεν μπορώ να δω το πρόσωπό του.
Κοιτάζω προς τα πάνω και βλέπω τις κουρτίνες
και μια σκιά πίσω τους που κρύβεται.
Μόνο μια σκιά.