10/16/2017

Ενρίκε Μορόν, 3 ποιήματα (ENRIQUE MORÓN, 3 poemas)



ENRIQUE MORÓN
(Granada, 1942)
Poesía española de la generación de los ΄70 / Ισπανική ποίηση της γενιάς του '70

Μετάφραση: Άννα Στεργίου
Traducción: Ana Stergiou
Poeta y dramaturgo español nacido en Granada, en 1942. Su tendencia literaria encaja en la poesía clásica y en la genera ción del medio siglo. Posee una extensa obra poética iniciada en 1970 con Paisajes del amor y el desvelo, seguida por las siguientes publicaciones: Odas numerales 1972, Templo 1977, Bestiario 1979, Cantos adversos 1985, Crónica del viento 1988, Despojos 1990, La brisa de noviembre 1995, Otoñal égloga 1996, Cementerio de Narila 1996, y Del tiempo frágil 1999. En 1972, tras larga reflexión, el poeta decide retomar sus estudios y comienza su carrera de Filosofía y Letras en la Universidad de Granada, acabándola en 1977 en la especialidad d e Filología Románica. En 2004 fue nombrado miembro de la Academia de Buenas Letras de Granada.

Ποιητής και δραματουργός. Γεννήθηκε το 1942 στη Γρανάδα. Σπούδασε στο ομώνυμο πανεπιστήμιό της, αλλά το 1977 εγκατέλειψε τις φιλολογικές σπουδές. Από το 1970 έως σήμερα, εξέδωσε πάνω από δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, πεζά κείμενα και θεατρικά έργα που παίχτηκαν σε διάφορες θεατρικές σκηνές. Η αυθεντικότητα στην έμπνευση είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ποιητικού του έργου. Από το 2004 είναι μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων της Γρανάδας.


ODA AL SIGNO MENOS

Pero llegó el silencio. Y el otoño
era una muerte horizontal y sola;
los árboles talados, las umbrías
enmohecidas de olvidos y de hojas.
Atardecer. Puñales del ocaso.
Heridas en el sol y carne roja.
Un desfile de brujas van cantando
entre dientes, montadas en escobas.
¿A dónde está el amor? ¿En dónde viven
las alboradas tibias, las alondras
que conocen el ritmo de la sangre
definitiva de las amapolas?
¿Qué corazón soporta esta tristeza
cautiva en lo profundo de la boca?
¿A dónde está el amor? ¿Qué viento fuerte
pulió mi negación rotunda y sobria?
Preguntas y preguntas y silencio
y silencio y silencio, hora tras hora.
Ojos abiertos y cerrados. Ojos
que nada ven y nada esperan. Sombras.

ΩΔΗ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΕΙΟΝ

Αλλά ήρθε η σιωπή. Και το φθινόπωρο
ήταν ένας θάνατος οριζόντιος και μόνος·
τα δέντρα κομμένα, τ’ απόσκια
μουχλιασμένα από λησμονιές και φύλλα.
Σούρουπο. Στιλέτα του λυκόφωτος.
Πληγές στον ήλιο και κόκκινη σάρκα.
Ένα σμάρι από μάγισσες πάει
σιγοτραγουδώντας, καβάλα σε σκούπες.
Πού να ‘ναι ο έρωτας; Πού να ‘ναι
οι τρυφερές καντάδες, οι κορυδαλλοί
που ξέρουν τον οριστικό ρυθμό
του αίματος των παπαρούνων;
Ποια καρδιά αντέχει αυτή τη θλίψη
την εγκλωβισμένη στα βάθη του στόματος;
Πού να ‘ναι ο έρωτας; Ποιος δυνατός άνεμος
απάλυνε τη λιτή και απόλυτη άρνησή μου;
Ερωτήσεις και ερωτήσεις και σιωπή
και σιωπή και σιωπή, ώρα με την ώρα.
Μάτια ανοιχτά και κλειστά. Μάτια
που τίποτα δε βλέπουν και τίποτα δεν ελπίζουν. Σκιές.


SECO DOLOR EN LA NOCHE

No sé. Quiero llorar. Pero es a veces
cuando el llanto no acude. Y es preciso
llorar. Y es necesario llorar. No sé.
Pero me invade un dolor por el cuerpo.
Un dolor seco de rastrojo. Estío
ha segado mis ojos y no puedo
llorar. Y es necesario llorar. Voy
camino de la muerte. Quizá quiera
morir. ¡Señor, sin una sola lágrima…!
Sin una sola lágrima morir
es algo cruel. Mordiéndome los labios
estoy aquí, cansado, en esta noche
de dolor seco, de dolor abrupto
como el tronco de un árbol. Esta angustia.
Esta quietud robusta. Y es preciso
llorar. Pero no puedo llorar. Soy
una gran piedra sobre la llanura,
un metal oxidado, un árbol seco.
Las noches pasan sobre mí. Las noches
no acaban de pasar. Ni εun solo pájaro
canta. Ni una sola hoja se mueve.
Mis mejillas son tierra. Mis mejillas
son tierra con bolinas y cúspides.
Quiero llorar. Pero mi ojos miran.

ΞΗΡΟΣ ΠΟΝΟΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Δεν ξέρω. Θέλω να κλάψω. Αλλά είναι κάποιες φορές
που το κλάμα δεν έρχεται. Κι είναι απαραίτητο
να κλάψω. Κι είναι αναγκαίο να κλάψω. Δεν ξέρω.
Αλλά με καταλαμβάνει ένας πόνος στο κορμί.
Ένα απομεινάρι ξερού πόνου. Το καλοκαίρι
έχει στεγνώσει τα μάτια μου και δεν μπορώ
να κλάψω. Κι είναι αναγκαίο να κλάψω. Βαδίζω
προς τον θάνατο. Ίσως να θέλω να
πεθάνω. Κύριε, χωρίς ούτε ένα δάκρυ…!
Το να πεθάνω χωρίς ούτε ένα δάκρυ
είναι κάτι σκληρό. Δαγκώνοντας τα χείλη μου
είμαι εδώ, κουρασμένος, σ’ αυτή τη νύχτα
του ξηρού πόνου, του ξαφνικού πόνου
σαν τον κορμό ενός δέντρου. Αυτή η αγωνία.
Αυτή η ατέλειωτη ηρεμία. Κι είναι απαραίτητο
να κλάψω. Αλλά δεν μπορώ να κλάψω. Είμαι
μια μεγάλη πέτρα πάνω στην πεδιάδα,
ένα μέταλλο οξειδωμένο, ένα ξερό δέντρο.
Οι νύχτες περνούν από πάνω μου. Οι νύχτες
δε σταματούν να περνούν. Ούτε ένα πουλί
δεν τραγουδά. Ούτε ένα φύλλο δεν κινείται.
Τα μάγουλά μου είναι χώμα. Τα μάγουλά μου
είναι χώμα με κορυφές και υψώματα.
Θέλω να κλάψω. Αλλά τα μάτια μου κοιτούν.

LA CAIDA DE LOS MITOS

Nunca admiré la vanidad del héroe
ni la humildad del santo.
Si escéptico me llamas
porque no me cautivan tus historias,
procura renovar tu epistolario
con más fluidez,
los hombres se merecen
muchas más atenciones que los dioses.

Η ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ

Ποτέ δε θαύμασα τη ματαιοδοξία του ήρωα
ούτε την ταπεινοφροσύνη του αγίου.
Αν σκεπτικιστή με αποκαλείς,
γιατί δε με συνεπαίρνουν οι ιστορίες σου,
προσπάθησε ν’ ανανεώσεις τις επιστολές σου
με περισσότερη ευφράδεια,
οι άνθρωποι αξίζουν
πολύ περισσότερη προσοχή απ’ ό,τι οι θεοί.