1/04/2020

Nelson Romero Guzmán (Νέλσον Ρομέρο Γκουθμάν) - 5 ποιήματα (poemas)



Nelson Romero Guzmán
(Ataco, Tolima, 1962)

Licenciado en Filosofía y Letras por la Universidad Santo Tomás y Magíster en Literatura, Universidad Tecnológica de Pereira en convenio con la Universidad del Tolima. Premio Nacional de Poesía “Fernando Mejía Mejía” por su libro Rumbos (1992; XIV Premio Nacional de Poesía por Concurso Universidad de Antioquia, por el libro Surgidos de la Luz (2000); Premio Nacional de Poesía Instituto Distrital de Cultura y Turismo de Bogotá por Obras de mampostería (2007); 56 Premio Internacional de Poesía Casa de las Américas 2015, otorgado en la Habana a su libro Bajo el brillo de la luna y Premio Nacional de Poesía Ministerio de Cultura de Colombia 2015 por su libro Música lenta, editado en el 2014 por Arte es Colombia, Colección Letras. Otros libros publicados: Días sonámbulos (Editorial Mundo Nuevo, Bogotá, 1988), La quinta del sordo (Colección de Poesía Universidad Nacional de Colombia, 2006), Grafías del insecto (Colección de Poesía Universidad del Valle, 2005), Apuntes para un cuaderno secreto (en coautoría con la mexicana Kenia Cano, Biblioteca Libanense de Cultura, 2011), además de los ensayos El espacio imaginario en la poesía de Carlos Obregón (Universidad Tecnológica de Pereira en el 2012) y El porvenir incompleto, tres novelas históricas colombianas, (Biblioteca Libanense de Cultura, 2012). Es profesor de la Universidad del Tolima, en el IDEAD, y vinculado al grupo de investigación de Literatura del Tolima.

Νέλσον Ρομέρο Γκουθμάν
(Ατάκο, Τολίμα, 1962)

Πτυχιούχος Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου του Αγίου Θωμά με Μεταπτυχιακό στη Λογοτεχνία από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Περέιρα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Τολίμα. Εθνικό Βραβείο Ποίησης «Φερνάντο Μεχία Μεχία» για το βιβλίο του Πορείες (1992), 14ο Εθνικό Βραβείο Ποίησης για τον Διαγωνισμό του Πανεπιστημίου της Αντιόχειας, για το βιβλίο Αναδυόμενος από το Φως (2000), Εθνικό Βραβείο Ποίησης Περιφερειακό Ινστιτούτο Πολιτισμού και Τουρισμού της Μπογκοτά για τα Έργα λιθοδομίας (2007), 56ο Διεθνές Βραβείο Ποίησης Σπίτι της Αμερικής 2015, απονεμήθηκε στην Αβάνα στο βιβλίο του Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού, και Εθνικό Βραβείο Ποίησης Υπουργείο Πολιτισμού της Κολομβίας 2015 για το βιβλίο του Αργή μουσική. Άλλα δημοσιευμένα βιβλία του: Υπνοβάτισσες Μέρες (Εκδοτικός οίκος Νέος Κόσμος, Μπογκοτά, 1988), Ο κήπος του κουφού (Συλλογή Ποίησης Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας, 2006), Ορθογραφία του εντόμου (Πανεπιστήμιο ντελ Βάγιε, 2005), Σημειώσεις για ένα μυστικό τετράδιο (μαζί με τη Μεξικανή Κενία Κάνο, Λιβανέζικη Βιβλιοθήκη Πολιτισμού, 2011). Δοκίμια: Ο φανταστικός χώρος στην ποίηση του Κάρλος Ομπρεγόν (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Περέιρα το 2012) και Το ατελές μέλλον, τρία Κολομβιανά ιστορικά μυθιστορήματα (Λιβανέζικη Βιβλιοθήκη Πολιτισμού, 2012). Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τολίμα και συνδέεται με την ερευνητική ομάδα λογοτεχνίας του Τολίμα.

Traducción: Stavros Guirguenis
Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης

OBRAS DE MAMPOSTERÍA, 1

Es de piedra este fondo oscuro.
Las azucenas dan a luz más azucenas,
Como niñas violadas en la puerta del templo.

No veo el alba
Veo un caballo blanco
Aquí, donde grandes mariposas con cuernos
Húmedas, velludas
Depositan el huevo del día.
Allí,
Mientras la cumbre florece,
Acá la piedra alza sus mamposterías
Para que en sus cuartos
Veamos la historia
Que atraviesa los pasillos
Con su vela encendida dentro de una calavera.

ΕΡΓΑ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ, 1

Είναι από πέτρα αυτό το σκούρο φόντο.
Τα κρίνα φέρνουν στο φως περισσότερα κρίνα,
Σαν κορίτσια βιασμένα στη θύρα του ναού.

Δεν βλέπω την αυγή
Βλέπω ένα λευκό άλογο
Εδώ, όπου μεγάλες πεταλούδες με κεραίες
Υγρές, χνουδωτές
Αποθέτουν το αυγό της μέρας.
Εκεί,
Ενώ η κορφή θάλλει,
Εδώ η πέτρα υψώνει την τοιχοποιία της
Ώστε στα δωμάτιά της
Να δούμε την ιστορία
Που διασχίζει τους διαδρόμους
Με το κερί της να καίει μέσα σε ένα κρανίο.

PUERTA 3

Puerta caída de un mundo que arriba nunca pudieron cerrar, su hermosura nos cegó cuando dimos un giro en la plaza para mirar los altos portones, entonces, como una aparición de la palabra, se abrió, pero no había ningún mundo adentro, era el signo roto, vaciado, figura en sí misma y borrón de una arquitectura, parecía un ala blanca, parecía que fuera a volar, pero el viento la golpeó contra nada y despareció ante nuestros ojos.

ΠΟΡΤΑ 3

Πόρτα πεσμένη από έναν κόσμο που ψηλά ποτέ δεν μπόρεσαν να κλείσουν, η ομορφιά της μας τύφλωσε όταν πήραμε μια στροφή στην πλατεία για να δούμε τις ψηλές πύλες, τότε, σαν ένα φάντασμα της λέξης, άνοιξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς κόσμος μέσα, ήταν το σύμβολο σπασμένο, αδειανό, φιγούρα καθαυτή και κηλίδα μιας αρχιτεκτονικής, φαινόταν μια λευκή φτερούγα, φαινόταν σαν να ήταν να πετάξει, αλλά ο άνεμος τη χτύπησε ενάντια στο τίποτα και εξαφανίστηκε μπροστά στα μάτια μας.

MUTANTES


Mi hija duerme, está soñando que yo escribo.
Es todo un suceso. Va por una explanada
Y dobla espigas con sus manos.
Las palabras que escribo se me esparcen en la hoja
Como si igual fueran dobladas por el viento o por una mano.
Voy por la mitad del poema, mientras ella camina por la mitad del sembrado.
Ocurre que, a los ojos de mi hija en el sueño, desaparecen los surcos,
Mientras tanto yo borro un párrafo de versos largos.
Ella sueña y yo escribo.
Yo escribo lo que ella sueña.
Ella sueña lo que yo escribo, o algo así.
Es todo un suceso.
En el sueño ella me ve sentado sobre la hierba
Con mis manos ocupadas sacudiendo espigas
Y decide no distraerme.
De repente, la imagen de mi hija se me aparece en el poema
Cruzando frente a mí, como un reflejo, mas no levanto la cabeza.
Hija, despierta, que mi poema ya casi acaba,
La ventana de mi cuarto empieza a iluminarse,
El día ruge como un animal enjaulado
Tumbando la puerta para echarse a andar,
Hasta que por fin despierta y me dice:
—Gracias, padre, por tu poema logrado,
Yo le respondo:
—Gracias, hija, por tu sueño perfecto.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΙ

Η κόρη μου κοιμάται, ονειρεύεται ότι εγώ γράφω.
Πρόκειται για μεγάλο γεγονός. Περνά από ένα ξέφωτο
Και λυγίζει στάχυα με τα χέρια της.
Οι λέξεις που γράφω μου είναι διάσπαρτες στο φύλλο
Σαν να ήταν λυγισμένες από τον άνεμο ή από ένα χέρι.
Περνάω μέσα από το ποίημα, ενώ εκείνη περπατά μέσα από τον αγρό.
Συμβαίνει, στα μάτια της κόρης μου στο όνειρο, να εξαφανίζονται τ’ αυλάκια,
Στο μεταξύ ομοίως διαγράφω μια παράγραφο μεγάλων στίχων.
Εκείνη ονειρεύεται κι εγώ γράφω.
Γράφω ό, τι εκείνη ονειρεύεται.
Ονειρεύεται αυτό που γράφω ή κάτι τέτοιο.
Πρόκειται για μεγάλο γεγονός.
Στο όνειρο με βλέπει να κάθομαι στο χορτάρι
Με τα πολυάσχολα χέρια μου σείοντας στάχυα
Και αποφασίζει να μην μου αποσπάσει την προσοχή.
Ξαφνικά, η εικόνα της κόρης μου μου εμφανίζεται στο ποίημα
Περνώντας μπροστά μου, σαν μια αντανάκλαση, μα δεν σηκώνω το κεφάλι μου.
Κόρη, ξύπνα, το ποίημά μου σχεδόν τελειώνει,
Το παράθυρο του δωματίου μου αρχίζει να φωτίζει,
Η μέρα βρυχάται σαν ζώο στο κλουβί
Γκρεμίζοντας την πόρτα για να ξεκινήσει να περπατά,
Μέχρι που τελικά ξυπνά και μου λέει:
-Ευχαριστώ, πατέρα, για το ολοκληρωμένο ποίημά σου,
Εγώ απαντώ:
-Ευχαριστώ, κόρη, για το τέλειο όνειρό σου.

LECCIÓN DE CULINARIA

Este ha sido el infierno para una mujer: pelar una cebolla. Las hojas en las manos se multiplican delgadísimas. Hijos, en el corazón de la cebolla está Dios, decía mi madre para darse consuelo y consolarnos. Ella no hacía uso del cuchillo, pues temía herirle el corazón a Dios. Por tanto, el hambre en la casa era la eternidad. Mi madre no veía la hora en que un ángel aleteara entre sus manos, por el momento de esa carne comeríamos. Tiempos en que los ángeles, nuestros guardianes, se transformaban bondadosamente en aves de corral. Perolos tiempos cambian y eso ya no ocurre, así que un día las cosas empeoraron: nos volvimos transparentes como las mismas hojas de la cebolla. Fue hermoso, porque a través de mi hermano veía a mi madre en el punto más lejano del universo pelando sin descanso esa maldita cebolla. Hasta que llegó al punto oculto del centro donde están las regiones superiores. Pero por desgracia, Dios había salido un rato del centro de la cebolla. Pobre sirvienta de Dios, mi madre, en los misterios de la cocina. Lo cierto es que nunca pudimoscomer en el Reino. Yo no sabía que mi madre de tanto pelar cebollas se había convertido en una envoltura de cielos transparentes; algo así como un cielo dentro de otro cielo, y éste dentro de otro. Recuerdo que no comimos, pero tampoco vimos a Dios. Ahora entiendo que la demasiada religión es la peor de las culinarias. Por fin quiero vengarme de todo esto derribando el Araboth, árbol del cielo.

ΜΑΘΗΜΑ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

Αυτή ήταν η κόλαση για μια γυναίκα: να ξεφλουδίζει ένα κρεμμύδι. Τα φύλλα στα χέρια πολλαπλασιάζονται λεπτότατα. Παιδιά, στην καρδιά του κρεμμυδιού είναι ο Θεός, έλεγε η μητέρα μου για να παρηγορηθεί και να μας παρηγορήσει. Δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, επειδή φοβόταν μην πληγώσει την καρδιά του Θεού. Έτσι, η πείνα στο σπίτι ήταν η αιωνιότητα. Η μητέρα μου δεν έβλεπε την ώρα που ένας άγγελος θα φτερούγιζε στα χέρια της, για τη στιγμή που θα τρώγαμε εκείνο το κρέας. Καιροί που οι άγγελοι, οι φύλακές μας, μετατρέπονταν ευγενικά σε πουλερικά. Αλλά οι χρόνοι αλλάζουν και αυτό δεν συμβαίνει πια, έτσι που μια μέρα τα πράγματα έγιναν χειρότερα: γίναμε διαφανείς σαν τα ίδια τα φύλλα του κρεμμυδιού. Ήταν ωραία, γιατί μέσα από τον αδελφό μου έβλεπα τη μητέρα μου στο απώτατο σημείο του σύμπαντος να ξεφλουδίζει το καταραμένο κρεμμύδι χωρίς ανάπαυση. Μέχρι που έφτασε στο κρυφό κεντρικό σημείο όπου βρίσκονται οι ανώτερες περιοχές. Αλλά, δυστυχώς, ο Θεός είχε φύγει για λίγο από το κέντρο του κρεμμυδιού. Φτωχός υπηρέτης του Θεού, η μητέρα μου, στα μυστήρια της κουζίνας. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορέσαμε να φάμε στο Βασίλειο. Δεν ήξερα ότι η μητέρα μου από το τόσο ξεφλούδισμα των κρεμμυδιών είχε μετατραπεί σε ένα περίβλημα διάφανων ουρανών∙ κάτι σαν ένας ουρανός μέσα σε έναν άλλο ουρανό, κι αυτός μέσα σε έναν άλλο. Θυμάμαι ότι δεν φάγαμε, αλλά ούτε είδαμε και τον Θεό. Τώρα καταλαβαίνω ότι η υπερβολική θρησκεία είναι η χειρότερη μαγειρική. Τέλος, θέλω να πάρω εκδίκηση για όλα αυτά καταστρέφοντας το Araboth, δέντρο του ουρανού.

LA CIEGA NARCISA


La ciega Narcisa enloqueció y dijo: “Estoy en el paraíso”. Ese lugar no existía, hasta que la alucinada lo pronunció, y alguien tomó papel y pluma para escribir su viaje, y para meternos en este embrollo.
No se llamó Eva, se llamaba Narcisa, loca y ciega. Nombre bastante usado en la época de las grandes alucinaciones: La serpiente, la manzana, el engaño, el trabajo, el destierro. Alguien escribió mal su versión para condenarnos.
En un inquilinato, Narcisa padeció la peor de las crisis de su mente: se vio salir por las costillas del hombre.
En ese tiempo trabajaba de jardinera. Las aves la querían, y una vez se enamoró la ciega, hasta que el mismo amor la arrastró, y su mente se fue dando tumbos de hospicio en hospicio, la muchacha pobre, la jardinera. Al nombrarla nos burlamos de su noche.
Si algún lugar de verdad fuera el paraíso, sería una clínica de enfermos mentales, donde estuvo asilada Narcisa. Lo demás es la falsa versión del psiquiatra del génesis.

Η ΤΥΦΛΗ ΝΑΡΘΙΣΑ

Η τυφλή Ναρθίσα τρελάθηκε και είπε: «Είμαι στον παράδεισο». Αυτός ο τόπος δεν υπήρχε, μέχρι που η τρελαμένη το ανακοίνωσε, και κάποιος πήρε χαρτί και στυλό για να καταγράψει το ταξίδι της και να μας βάλει σ’ αυτή τη σύγχυση.
Το όνομά της δεν ήταν Εύα, ονομαζόταν Ναρθίσα, τρελή και τυφλή. Όνομα που χρησιμοποιείται αρκετά κατά τη στιγμή των μεγάλων ψευδαισθήσεων: Το φίδι, το μήλο, η εξαπάτηση, η πράξη, η εξορία. Κάποιος έγραψε λάθος την εκδοχή του για να μας καταδικάσει.
Σε μια τρώγλη, η Ναρθίσα υπέστη τη χειρότερη από τις κρίσεις του μυαλού της: φάνηκε να βγαίνει από τα πλευρά του άντρα.
Εκείνη την εποχή δούλευε ως κηπουρός. Τα πουλιά την αγαπούσαν και κάποτε ερωτεύτηκε η τυφλή γυναίκα, μέχρι που ο ίδιος ο έρωτας την παρέσυρε, και το μυαλό της σκουντουφλούσε από άσυλο σε άσυλο, το φτωχό κορίτσι, η κηπουρός. Αναφέροντάς την χλευάζουμε το σκοτάδι της.
Αν ένα μέρος ήταν πραγματικά ο παράδεισος, θα ήταν μια κλινική για τους ψυχικά ασθενείς, όπου η Ναρθίσα ήταν έγκλειστη. Τα υπόλοιπα είναι η ψευδής εκδοχή του ψυχίατρου της γένεσης.